Δημοσιεύτηκε: Τρί Νοέμ 07, 2006 10:18 am
από Ionas
Οι Διάλογοι χωρίς Προσωπείον *
του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνού
Είναι κοινή διαπίστωση, ότι οι Διάλογοι, διαχριστιανικοί και διαθρησκειακοί, γίνονται στις ημέρες μας όλο και πιο συχνοί. Και το μεν Οικουμενικό Πατριαρχείο συνεχίζει και εντατικοποιεί την παλαιά σχετική τακτική του, το συναγωνίζεται όμως και η Εκκλησία της Ελλάδος, ρίχνοντας το βάρος κυρίως προς δύο κατευθύνσεις: τις επαφές με το Βατικανό και τον Παπισμό αφ’ ενός, αλλά και τις διαθρησκειακές συναντήσεις αφ’ ετέρου. Και το μεν Οικουμενικό Πατριαρχείο ακολουθεί την χαραγμένη από τον Πατριάρχη Αθηναγόρα (†1972) πορεία, χωρίς δυνατότητα πλέον αυτοκριτικής και αυτοελέγχου, η δε Εκκλησία της Ελλάδος, στις διοικητικές δομές της και παρά τις συνεχείς αντιδράσεις της πλειονοψηφίας του Κλήρου και του ευσεβούς Λαού, τείνει να υπερβή το Πατριαρχικό Κέντρο σε πρωτοβουλίες, με ρυθμούς συνεχώς επιταχυνομένους, που δίκαια προβληματίζουν, διότι αθετούν σκανδαλωδώς την γνωστή από το παρελθόν τακτική της συνετής αυτοσυγκρατήσεως, που εφήρμοζαν οι Αρχιεπίσκοποί μας, από τον Χρυσόστομο Β´ (†1968) μέχρι και τον Σεραφείμ (†1998). Και το ερώτημα είναι αμείλικτο: Διατί;
1. Στις οικουμενικές σχέσεις ο Πατριάρχης Αθηναγόρας ενεκαινίασε μία πορεία, συνεχώς επιταχυνομένη, που είναι πια αδύνατο να αναθεωρήσουν και αναχαιτίσουν οι διάδοχοί του, σ’ αυτή δε την «παγίδα» έχει εμπλακεί και η Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία με την σημερινή της Ηγεσία, παρά τον φαινομενικό ανταγωνισμό με την κορυφή του Φαναρίου, εφαρμόζει την ίδια με εκείνο οικουμενι(στι)κή και διαθρησκειακή πολιτική. Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας συνέδραμε χωρίς αναστολές την προώθηση των στόχων της Β´ Βατικανής Συνόδου (1962-1965), που δεν ήταν άλλοι από την υποταγή της Ορθοδοξίας στον Παπισμό, υπό το πρόσχημα της ενώσεως. Η ενεργοποιημένη από την Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-39) αρχή της Ουνίας έγινε ανομολόγητα δεκτή και από την ελληνόφωνη Ορθοδοξία, με την ψευδαίσθηση, ότι διεξάγεται διάλογος «επί ίσοις όροις», με σκοπό την «εν αληθεία» ένωση, ενώ στην ουσία καταλήξαμε στην ουνιτική αναγνώριση του Παπισμού, της μεγαλύτερης και ριζικότερης «αλλοτριώσεως του ίδιου του πυρήνα της εκκλησιαστικής αληθείας» με την παραγωγή «ενός διαφορετικού χριστιανισμού στους αντίποδες του ευαγγελικού τρόπου ζωής και σωτηρίας του ανθρώπου» (Χρ. Γιανναράς). Από τον πατριάρχη Αθηναγόρα, πεπεισμένο κήρυκα αυτής της πορείας, με τις Πανορθόδοξες Διασκέψεις της Ρόδου (1961 και 1963) και μια σειρά προσωπικών του ενεργειών (όπως η περίφημη συνάντησή του με τον πάπα Παύλο ΣΤ´, Ιεροσόλυμα 1964) και παρά τις αντιδράσεις κυρίως του Αθηνών Χρυσοστόμου Β´, το καθορισμένο σε συνεργασία με το Βατικανό σχέδιο, προωθήθηκε και επεβλήθη, οδηγώντας στην κατάσταση των ημερών μας. Από τον «Διάλογο της αγάπης», εφεύρημα παραπλανητικό της Β´ Βατικανής Συνόδου, και του οποίου ο μεγαλύτερος προπαγανδιστής υπήρξε ο Αθηναγόρας, προχωρήσαμε βεβιασμένα στον Θεολογικό Διάλογο, χωρίς όμως να εκπληρωθή ο βασικός όρος της Ορθοδοξίας, η άρση δηλαδή του παπικού πρωτείου και αλαθήτου, δεδομένου ότι ο παπικός θεσμός συνιστά την τραγικότερη αλλοίωση του Ευαγγελίου του Χριστού και το σημαντικότερο εμπόδιο στην «εν αληθεία» συνάντηση Ρωμαιοκαθολικισμού και Ορθοδοξίας. Η εφαρμοζομένη όμως «πολιτική» της παραπλανήσεως και παγιδεύσεως επιβεβαιώνεται και από την απόφαση κατά τον Θεολογικό Διάλογο να μη συζητηθούν τα «διαιρούντα» (μόνιμη και απαράβατη αρχή των Οικουμενικών Συνόδων), αλλά τα «ενούντα», για την δημιουργία ψευδαισθήσεως ενότητος και ταυτίσεως, με την προώθηση της ουνιτικής τακτικής. Έτσι εξηγείται η επιμονή του Βατικανού να σώση με κάθε τρόπο τον θεσμό της Ουνίας, ενώ παράλληλα καλλιεργήθηκε το πνεύμα της «αμοιβαίας αναγνωρίσεως» (κορύφωση η συνάντηση του Balamand το 1993 και το αχαρακτήριστο κείμενο περί Ουνίας, που συνυπέγραψαν εννέα ορθόδοξες Εκκλησίες, με πρώτο το Οικουμενικό Πατριαρχείο). Όταν ο μακαριστός π. Ιωάννης Ρωμανίδης διεμαρτυρήθη για όλα αυτά και κυρίως για την αποδοχή της μεθόδου της Ουνίας, επιτιμήθηκε με γράμματα γεμάτα οργή (σώζονται...) και απειλήθηκε έμμεσα με καθαίρεση. (Ποτέ δεν μπόρεσε να συμβιβασθή με αυτή την στάση, που τον οδήγησε ταχύτερα στον θάνατο).
2. Μιλήσαμε όμως παραπάνω για αποφασισμένη και ακολουθουμένη «γραμμή» και για να μη μένη καμμία αμφιβολία, θα παρουσιάσουμε ένα «ντοκουμέντο» αδιάψευστο, που αποκαλύπτει τις βάσεις αυτής της πορείας, όπως ετέθησαν από τον πατριάρχη Αθηναγόρα. Τον Αύγουστο του 1971 μία ομάδα Ελλήνων Κληρικών (είκοσι εξ Αμερικής και δέκα εκ Δυτικής Γερμανίας), μαζί με τις συζύγους και άλλα πρόσωπα, επισκέφθηκαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η προσφώνηση του Αθηναγόρου μαγνητοφωνήθηκε από πολλούς και σώζονται και σήμερα οι μαγνητοταινίες. Το απομαγνητοφωνημένο κείμενο έχει δημοσιευθή στην εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος» της 13.7.1979. Αναζητώντας την ερμηνεία των σημερινών φαινομένων και εξελίξεων, θυμήθηκα το κείμενο εκείνο, που είχε σαφώς προγραμματικό χαρακτήρα. Δεν εκφράζει μόνο τον ιδεολογικό κόσμο του πρ. Πατριάρχου και το πνευματικό υπόβαθρο των οικουμενιστικών ενεργειών του, αλλά και τις υποθήκες, που «ευκαίρως-ακαίρως», άφηνε στους περί αυτόν, που αποδεικνύονται προγραμματικές και αμετάθετες.
Η προσλαλιά του Αθηναγόρου: «... Εδώ την 15ην Ιουλίου του 1054 ένας καρδινάλιος Ουμβέρτος κατέθηκεν εις την αγίαν Τράπεζαν της Αγιάς Σοφιάς, που θα επισκεφθήτε αύριον, ένα λίβελλο, κατά του Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου. Και ο Κηρουλάριος απήντησε, δεν ηξεύρω καλά αν έκαμε να απαντήση η όχι, αλλ’ εν πάση περιπτώσει απήντησε. Και αυτοί οι δυο λίβελλοι, αυτά τα δυο γράμματα, ωνομάσθησαν σχίσμα. Σχίσμα ουδέποτε εκηρύχθη, μήτε από την Ρώμην, ούτε από την Ανατολήν, αλλά το εζήσαμεν 900 χρόνια. Με πολλάς συνεπείας, με πολλάς καταστροφάς. Το εζήσαμεν 900 χρόνια! Χωρίς να έχης αδελφόν να του λες πόσο τον αγαπάς! Και ξαφνικά μίαν ημέραν του Δεκεμβρίου του 1963, ανέγνωσα εις τον Τύπον, ότι ο πάπας απεφάσισε να μεταβή εις τα Ιεροσόλυμα, και χοροστατών εις μίαν Εκκλησίαν εδώ γειτονικήν, ανεκοίνωσα, ότι θα ζητήσω να τον συναντήσω. Ήλθα εδώ (και) εξέδωκα ανακοινωθέν δια του Associated Press να συναντηθώμεν. Ο σταθμός του Βατικανού απήντησε, και την 5ην Ιανουαρίου του 1964 συνηντήθημεν εις τα Ιεροσόλυμα, την 9ην της νυκτός, εις την κατοικίαν του Πάπα. Κι όταν είδε ο ένας τον άλλο, αι χείρες μας ήνοιξαν αυτομάτως. Ο ένας ερρίφθη εις την αγκάλην του άλλου. Όταν μας ηρώτησαν πως εφιληθήκαμεν, αδελφοί, ύστερα από 900 χρόνια - Ερωτάς πως; Επήγαμε οι δυο μας χέρι με χέρι εις το δωμάτιόν του, και είχαμεν μίαν μυστικήν ομιλίαν οι δυο μας. Τι είπαμεν; Ποιός ξέρει τι λέγουν δυο ψυχές όταν ομιλούν! Ποιός ξέρει τι λέγουν δυο καρδίαι, όταν ανταλλάσσουν αισθήματα! Τι είπαμεν; Εκάμαμε κοινόν πρόγραμμα, με ισοτιμίαν απόλυτον, όχι με διαφοράν. Και έπειτα εκαλέσαμεν τας συνοδείας ημών, ανεγνώσαμεν ένα κομμάτι από το Ευαγγέλιον, και είπαμεν το «Πάτερ ημών» και προσεφώνησα εγώ πρώτος. Και είπαμεν ότι ήδη ευρισκόμεθα εις την οδόν εις Εμμαούς, και πηγαίνομεν να μας συναντήση ο Κύριος εν τω κοινώ αγίω Ποτηρίω. Ο Πάπας απαντών μου προσέφερε άγιον Ποτήριον. Δεν ήξευρεν ότι εγώ θα μιλούσα δι’ Άγιον Ποτήριον, ούτε ήξερα ότι θα μου προσέφερεν Άγιον Ποτήριον! Τι είναι; Συμβολισμός του μέλλοντος. Το ’65 εσηκώσαμεν το Σχίσμα, εις την Ρώμην και εδώ, με αντιπροσώπους μας εκεί και αντιπροσώπους εκείθεν εδώ. Και τον Ιούλιον του ’67 ήλθεν ο Πάπας εδώ. Ευκολώτερον να μετεκινείτο ένα βουνό από την Ιταλίαν, λ.χ. τα Απέννινα, και να έλθουν εδώ, παρά να έλθη ο Πάπας εδώ. Δια πρώτην φοράν εις την ιστορίαν. Ήλθον και άλλοτε Πάπαι, αλλά αιχμάλωτοι. Εγένοντο τελεταί εις τον πατριαρχικόν ναόν, τον υπεδέχθην επάνω εις το Γραφείον μου, το οποίον θα το δήτε, και εκεί είχαμεν άλλην ομιλίαν και συνεφωνήσαμεν να συναντηθώμεν μίαν ημέραν εκεί, όθεν εξέβημεν. Έως το 1054 είχαμε πολλάς διαφοράς. Και εις τούτο και εις το άλλο. Το φιλιόκβε. Η προσθήκη εις το 'Πιστεύω' έγινε τον 6ον αι. και το εδέχθημεν, επί 6 αιώνας. Και τόσας άλλας διαφοράς. Αλλά ηγαπώμεθα. Και όταν αγαπώνται οι άνθρωποι, διαφοραί δεν υπάρχουν. Αλλά το 1054 που επα
ύσαμεν να αγαπώμεθα, ήλθαν όλες οι διαφορές. Ηγαπώμεθα και είχομεν το ίδιον μυστήριον. Το ίδιον βάπτισμα, τα ίδια μυστήρια και ιδιαιτέρως το ίδιο Άγιον Ποτήριον. Τώρα που ξαναγυρίσαμεν εις το 54, διατί δεν ξαναγυρίζομεν και εις το Άγιον Ποτήριον; Υπάρχουν δυο δρόμοι: Ο Θεολογικός διάλογος. Και έχομεν τους θεολόγους εκατέρωθεν, οι οποίοι μελετούν το ζήτημα της επανόδου εις τα παλαιά. Και επειδή δεν έχω πολλές ελπίδες από τον θεολογικόν διάλογον - δεν έχω, να με συγχωρήσετε οι θεολόγοι, είσθε κάμποσοι θεολόγοι εδώ μέσα - δι’ αυτό εγώ προτιμώ τον διάλογο της αγάπης. Να αγαπηθούμε! Και τι γίνεται σήμερα; Πνεύμα μέγα αγάπης εξαπλώνεται υπέρ τους Χριστιανούς Ανατολής και Δύσεως. Ήδη αγαπώμεθα. Ο Πάπας το είπε: απέκτησα έναν αδελφόν και του λέγω σ’ αγαπώ! Το είπα και εγώ: Απέκτησα έναν αδελφό και του είπα σ’ αγαπώ! Πότε θα έλθη αυτό το πράγμα; Ο Κύριος, το ξέρει. Δεν το ξέρομε. Αλλά εκείνο το οποίο ξεύρω, είναι ότι θα έλθη. Πιστεύω, ότι θα έλθη. Διότι δεν είναι δυνατόν να μη έλθη, διότι ήδη έρχεται. Διότι ήδη εις την Αμερικήν μεταλαμβάνετε πολλούς από το Άγιον ποτήριον και καλά κάνετε! Και εγώ εδώ, όταν έρχωνται Καθολικοί η Προτεστάνται και ζητούν να μεταλάβουν, τους προσφέρω το Άγιον Ποτήριον! Και εις την Ρώμη το ίδιο γίνεται και εις την Αγγλίαν και εις την Γαλλίαν. Ήδη έρχεται μοναχό του. Αλλά δεν κάνει να έλθη από τους λαϊκούς και από τους ιερείς. Πρέπει να είναι σύμφωνος και η Ιεραρχία και η Θεολογία. Γι’ αυτό λοιπόν προσπαθούμε να έχωμεν και θεολόγους μαζί, δια να έλθη αυτό το μεγάλο γεγονός, του Παγχριστιανισμού. Και μαζί με αυτό το μεγάλο γεγονός, θα έλθη μίαν ημέραν το όνειρόν μας της Πανανθρωπότητος. Εγώ έζησα επτά πολέμους. Και είδα πολλάς καταστροφάς, πολύ αίμα, να χυθή. Και όλοι οι πόλεμοι είναι εμφύλιοι, αδελφικοί... Και η έλευσίς σας ενταύθα μου ενισχύει αυτήν την πίστιν, ότι η μεγάλη ημέρα και επιφανής του Κυρίου, η συνάντησις εις το ίδιον άγιον Ποτήριον θα έλθη...».
3. Αν θέλαμε να αναλύσουμε λεπτομερώς το κείμενο αυτό, θα χρειαζόταν πολύς χώρος. Θα μείνουμε γι’ αυτό σε κάποιες βασικές επισημάνσεις. Η ερμηνεία του σχίσματος του 1054 δεν αντέχει ασφαλώς σε σοβαρά κριτική και δείχνει άγνοια η παραποίηση της ιστορίας. Άλλωστε, ο μακαριστός Πατριάρχης, όπως φαίνεται και στο κείμενο, δεν... συμπαθούσε πολύ τους θεολόγους, τα δε δόγματα, όπως συχνά διεκήρυσσε, μπορούσαν να τεθούν στο «θησαυροφυλάκιο» η και το «μουσείο». Αφήνω τον αχαρακτήριστο συναισθηματισμό του κειμένου στα αναφερόμενα στην συνάντηση με τον Πάπα. Διερωτώμαι, μάλιστα, γιατί οι περί τον Αθηναγόρα κύκλοι καταδικάζουν ενίοτε τον οργανωσιακό ευσεβισμό... Από τα λόγια του Πατριάρχου γίνεται καταφανές, ότι υπήρξαν «συμφωνίες», για την κοινή περαιτέρω πορεία Κωνσταντινουπόλεως και Ρώμης. Οι συναισθηματισμοί, άλλωστε, αρκούσαν, για να καλύψουν τις πρώτες στιγμές της συναντήσεως. Ας μην αναπτύξη κανείς, επίσης, τα περί της προσθήκης στο Σύμβολο (φιλιόκβε). Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο, που και προ της ενάρξεώς του ο θεολογικός διάλογος η διάλογος της πίστεως, υποτάσσεται από τον Πατριάρχη στον διάλογο της αγάπης, των καλών δηλαδή σχέσεων και των συναισθηματισμών. Σ’ αυτή την μορφή «διαλόγου» ο Πατριάρχης θεμελιώνει και το «κοινόν Ποτήριον», την μυστηριακή διακοινωνία, η οποία κατά την ομολογία του είχε γίνει πια κατάσταση το 1971. Διερωτώμεθα, συνεπώς, γιατί εκπλησσόμεθα για την μετάδοση των Αχράντων Μυστηρίων σε Παπικούς στη Ραβέννα πρόσφατα η σε ναούς των Αθηνών, όπως απεκάλυψαν τα γράμματα, που δημοσίευσε πρόσφατα η εφημερίδα « Ορθόδοξος Τύπος». Λέγεται, βέβαια, ότι στην Ραβέννα έγινε στους παρόντες Ρωμαιοκαθολικούς σχετική υπόμνηση. Το ερώτημα είναι, γιατί οι ανάλογες υπομνήσεις ημών των ταπεινών Ιερέων «έπιαναν» στην Γερμανία, ενώ στην Ραβέννα δεν είχαν αποτελεσματικότητα! Άλλος όμως είναι ο λόγος. Μετά την συμφωνία του Balamand (1993), όλοι πιστεύουν στην Δύση ότι η ένωση είναι γεγονός και συνεπώς η μυστηριακή διακοινωνία (Interkommunio) απόλυτα φυσική.
Εξ άλλου, ο Παναγιώτατος, κατά τα δημοσιευθέντα στον Τύπο (βλ. εφημερίδα «Η Καθημερινή» της 16.6.02), συνέδεσε τη χριστιανική ενότητα με την πρόοδο της Ευρωπαϊκής ενότητος: «Η συνύπαρξη μέσα στον ίδιο τον πολιτικό-οικονομικό χώρο -είπε- ευρωπαϊκών λαών, που ανήκουν και στις δυο Εκκλησίες, θα συντελέση ασφαλώς στη μεγαλύτερη προσέγγισή τους και θα βοηθήση στην αποκατάσταση της ενότητας, που υπήρχε πριν από το Σχίσμα». Τόσο απλά! Οι κοσμικοί παράγοντες επιστρατεύονται, για να εξαφανίσουν τις εσωτερικές, καθαρά εκκλησιαστικές, προϋποθέσεις.
4. Το πνεύμα και η «γραμμή» του Αθηναγόρου έχει εγκλωβίσει τους πάντες, που, και να το θέλουν τώρα, δεν τολμούν να την παρακάμψουν η να την τροποποιήσουν έστω, λόγω της εν τω μεταξύ προχωρημένης αμβλύνσεως των κριτηρίων μας και της σύμφωνα με τα πολιτικά πρότυπα σχετικοποιήσεως και ιδεολογικοποιήσεως της Πίστεως, που έχει καταντήσει (από μας) σύνολο θεωρητικών αληθειών επιδεχομένων συμβιβασμούς και όχι ως η οριοθέτηση του γεγονότος της εν Χριστώ υπάρξεως. Από την μικρή έστω εμπειρία, που έχουμε στους διαχριστιανικούς διαλόγους, γνωρίζουμε την εφαρμοζομένη από τους Ετεροδόξους μέθοδο ήδη επί δεκαετίες: Καλλιέργεια προσωπικών σχέσεων και κλίματος (κοσμικής) φιλίας μεταξύ των θεολόγων, με όλα τα διαθέσιμα μέσα, αλλά και η παροχή οικονομικών ενισχύσεων (αρκετοί μητροπολίτες μας θεωρούν καύχηση να αναγράφουν στα Ιδρύματά τους την ευγνωμοσύνη τους προς το Π.Σ.Ε. η το Βατικανό, για την προσφερθείσα οικονομική βοήθεια) για την άμβλυνση και αποδυνάμωση κάθε διαθέσεως μαρτυρίας και ομολογίας. Αυτό γίνεται δεκαετίες τώρα. Πλήρης η κατίσχυση των κοσμικών και πολιτικών πρακτικών.
Στο πνεύμα αυτό κινείται και η Ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, χρησιμοποιείται δε και εδώ η ίδια πρόφαση: Διάλογο κάνουμε, ισχυρίζονται, δεν αλλάζουμε την πίστη μας! Και ναι μεν ο διάλογος ως «αγαπητική έξοδος» προς τον άλλο (όπως λέγουν στη γλώσσα τους οι οικουμενισταί) είναι ευλογημένος. Εδώ όμως από ετών ο διάλογος νοείται ως «αμοιβαία αναγνώριση» και όχι συνάντηση στην Αλήθεια, τον ένα Χριστό δηλαδή, όπως παραδίδεται στον λόγο και την πολιτεία των Αγίων μας. Αυτό όμως συνιστά «ουνιτισμόν». Η ουνιτίζουσα δε αυτή στάση είναι διευκολυντική στις συμπεριφορές μας, διότι η παραδοχή του μη Χριστιανισμού ως Χριστιανισμού (και του Παπισμού λ.χ. ως Εκκλησίας) γίνεται με το πρόσχημα και την ψευδαίσθηση, εκ μέρους μας, της συνεχείας της παραδόσεώς μας, αφού τυπικά και εξωτερικά δεν αρνούμεθα την πίστη και παράδοσή μας. Το πρόβλημα όμως είναι, αν με την αναγνώριση της χριστιανικότητος και ορθοδοξίας της οποιασδήποτε πλάνης σώζεται και η δική μας Αλήθεια. «Τις κοινωνία φωτί προς σκότος;» (Β´ Κορ. 6, 14).
Προβάλλεται μάλιστα ως δικαιολογία γι’ αυτή την συμπεριφορά (μας) η αγωνία, για την διάσωση του Χριστιανισμού στην Ευρώπη, αφού η αντιχριστιανική πολιτική των ισχυόντων στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξάνει επικίνδυνα και απειλητικά, στο δε σχεδιαζόμενο ευρωπαϊκό Σύνταγμα ουδεμία αναφορά γίνεται στην χριστιανική κληρονομία του ευρωπαϊκού χώρου. Και ως εδώ το πράγμα έχει καλώς. Το ερώτημα όμως είναι: συμμαχούντες με τον Παπισμό και στηρίζοντάς τον ως Εκκλησία, ποιο Χριστιανισμό σώζουμε; Θυσιάζουμε την Ορθοδοξία, για να σώσουμε τον Παπισμό; Μη γένοιτο! Τι να τον κάμη αυτόν τον «Χριστιανισμό» η Ευρώπη; Όλη η ιστορική (ιδεολογική, κοινωνική και πολιτική) κακοδαιμονία της Ευρώπης (και όχι μόνο!) δεν ριζώνει στην διαστροφή, που υπέστη ο Χριστιανισμός, με την ανάπτυξη και εδραίωση του παπικού οικοδομήματος; Αν δεν «πεθάνη» ο Παπισμός, με την εν Χριστώ μετάνοιά του και την επιστροφή του στην Εκκλησία του Χριστού, αν δεν γίνη δηλαδή ο Παπισμός Εκκλησία, θα προσφέρη νοθευμένο Χριστιανισμό στην Ευρώπη και στον κόσμο. Αντί να κηρύσσουμε στην πνευματικά ημιθανή Ευρώπη την Ορθοδοξία των Πατέρων μας, καταντούμε θλιβερά δεκανίκια του Παπισμού και του Κράτους του Βατικανού, επαναλαμβάνοντας το έγκλημα, που διέπραξαν οι «βυζαντινοί» Πατέρες μας το 1438. Και τότε μας είχαν καλέσει οι αντιπαπικοί ρωμαιοκαθολικοί στη Σύνοδο της Βασιλείας (1431-1437/38), αγωνιζόμενοι να αποτινάξουν τον καταθλιπτικό παπικό ζυγό. Εμείς προτιμήσαμε όμως να αποδεχθούμε την πρόσκληση του Πάπα Ευγενίου Δ´ (1431-1447), που με την σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας προσπαθούσε να σώση τη
ν εξουσία του. Και εμείς ταχθήκαμε στο πλευρό του Πάπα και στηρίξαμε τον Παπισμό και αλλοίμονο, αν δεν μας έσωζαν από την βέβαιη εκφράγκευσή μας ο άγιος Μάρκος και οι «ξεροκέφαλοι» μοναχοί και κληρικοί του «Βυζαντίου». Αντί, λοιπόν, να προβάλουμε στην Ευρώπη την Ορθοδοξία των Αγίων μας, ενισχύουμε με την στάση μας τον καταρρέοντα στη συνείδηση των Ευρωπαίων Παπισμό, αναγνωρίζοντάς τον ως Χριστιανισμό και Εκκλησία. Η βαβυλώνια αιχμαλωσία, στην οποία μας ωδήγησε η γραμμή Αθηναγόρου, είναι, φαίνεται, ανυπέρβλητη.
5. Ό,τι όμως συμβαίνει στο χώρο του διαχριστιανικού διαλόγου, ισχύει και για την διαθρησκειακή πολιτική μας. Και εδώ η «γραμμή» είναι δεδομένη από μακρού και καθοριστική. Στην παραπάνω ομιλία του προς τους ορθοδόξους Ιερείς του αποδήμου Ελληνισμού ο Πατριάρχης Αθηναγόρας εξέφρασε την πεποίθησή του, ότι «με την ενότητα των Εκκλησιών βαδίζομε και προς μίαν πανανθρωπότητα». Σαφέστερα διατυπώθηκε αυτό το 1972 (εφημερίδα «Το Βήμα», 22.8.1972) από τον πρ. Αμερικής κ. Ιακωβο, διατελέσαντα και συμπρόεδρο του Π.Σ.Ε.: «...Το Π.Σ.Ε. προχωρεί προς πραγματοποίησιν του σκοπού του δια του συγκερασμού πολιτισμού, θρησκειών και λαών». Σε συνέντευξή του δε στο περιοδικό «ΝΕΜΕΣΙΣ» (Νοέμβριος 1999) εκφράζει στην δημοσιογράφο κ. Μ. Πίνη την απογοήτευσή του, διότι ο σκοπός αυτός του Π.Σ.Ε. βραδύνει να επιτευχθή. Ο σκοπός της υπάρξεως του Π.Σ.Ε. δεν ήταν άλλος, τελικά, από την νεοποχική Πανθρησκεία, κάτι, που απεσαφηνίσθη πλέον με πληρότητα στην εποχή μας. Ερωτούμε τους υψιπέτες αγαπολόγους και λυρικούς ωραιολόγους (κατά παπα-Γιάννη Ρωμανίδη) συναδέλφους: Είναι αυτό «έξοδος αγάπης» προς τους άλλους η (αυτο)υποδούλωση της Ορθοδοξίας στην πολυπρόσωπη και πολυώνυμη πλάνη; Βέβαια δεν είναι η Ορθοδοξία των Πατέρων ημών που υποδουλώνεται, αλλά η ήδη υπόδουλη στα πάθη μας (συμφέροντα κ.λπ.) κακοδοξία μας, που υποκρίνεται την Ορθοδοξία.
Αλλά και εδώ ακολουθούμε πιστά την «γραμμή» της Β´ Βατικανής Συνόδου, που ακολουθούσε πιστά και ο Αθηναγόρας. Η Σύνοδος αυτή διεκήρυξε, ότι οι τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες (θρησκεύματα) πιστεύουν στον ίδιο Θεό, για να διευκολυνθή έτσι ο διάλογος και η πορεία προς την ενότητα και στον διαθρησκειακό χώρο. Θα μου συγχωρηθή να επαναλάβω κάτι, που έχω και σε άλλη περίπτωση αναφέρει. Όταν το 1969 πήγα στην (τότε Δυτική) Γερμανία και μάλιστα στην Βόννη, βρέθηκα σε ένα περιβάλλον, στο οποίο κυριαρχούσαν οι αποφάσεις και θέσεις της Β´ Βατικανής Συνόδου. Ο προτεσταντικός κόσμος (με λουθηρανούς συγχρωτιζόμουν), παρά την όποια αντίθεση με τον Παπισμό, συμμεριζόταν αυτό το άνοιγμα προς τα μεγάλα θρησκεύματα, διότι αυτό προωθούσε η υποφώσκουσα ήδη πανθρησκειακή κίνηση. Σε ένα σεμινάριο Πατρολογίας (το περιβάλλον ήταν λουθηρανικό) προέκυψε η συζήτηση περί της πίστεως των διαφόρων θρησκειών (θρησκευμάτων) στον ίδιο Θεό. Τότε, συνειδητοποιώντας την ελληνικότητά μου, έκαμα χρήση της σωκρατικής μεθόδου, «Πόσοι ήλιοι υπάρχουν στον κόσμο μας;» -ρώτησα. Με συγκαταβατικό χαμόγελο μου απήντησαν: «Φυσικά ένας». Όχι, συνέχισα. Διότι, πως είναι δυνατόν τον ίδιο ήλιο να μπορώ να τον ατενίζω κατάματα εδώ στην Γερμανία, ενώ στην Ελλάδα, αν τον κυττάξω, τυφλώνομαι;» Και κατέληξα: Ένας είναι ο ήλιος, αλλά διαφέρει από τον τρόπο και τις συνθήκες θεωρήσεώς του. Το ίδιο είναι και ο Θεός. Είναι ένας, αλλά κάθε θρησκεία, όπως και κάθε χριστιανική ομάδα, τον βλέπει με τον δικό της τρόπο. Οπότε, από τον τρόπο θεωρήσεως του Θεού (αυτό λέγεται θεολογία) προκύπτει σε κάθε περίπτωση άλλος Θεός για τον ένα η τον άλλο. Ορθοδοξία αγιοπατερική είναι η σύμπτωση της περί Θεού γνώσεώς μας με την αυτοαποκάλυψη του Θεού στην ιστορία. Η αντικειμενική «πίστις», η αυτοαποκάλυψη του Θεού εν τοις Αγίοις του («πιστευομένη πίστις») πρέπει να συμπίπτη με την δική μας θεώρηση και αποδοχή του Θεού («πιστεύουσα πίστις»). Σ’ αυτό κυρίως διαφέρει η Ορθοδοξία από την αίρεση και πλάνη.
6. Το 1986 στην Ασσίζη της Ιταλίας άρχισαν επίσημα οι διαθρησκειακές συναντήσεις και συμπροσευχές. Δεν είναι, συνεπώς, επιστημονικά θρησκειολογικά συνέδρια, αλλά συνάξεις ομολογίας της ενότητος, με βάση τον ένα Θεό, που λαμβάνουν χώρα περί τον Παπα, ως κέντρο αυτής της ενότητος και ηγέτη πνευματικό, στην πράξη, όλου του κόσμου. Γι’ αυτό ωνομάσθηκε στην Δύση ο Πάπας «πλανητάρχης Νο 2». Πρέπει να δηλωθή, ότι επί κεφαλής της πατριαρχικής μας αντιπροσωπείας το 1986 ήταν ο Σεβ. Μητροπολίτης Πισιδίας (σήμερα) κ. Μεθόδιος (Φούγιας), στη δε « Ασσίζη Β´» το 1994 ο Μακαρ. Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Αναστάσιος (Γιαννουλάτος). Νέα Παν(δια)θρησκειακή συνάντηση υπό τον Παπα έγινε εφέτος (2002), πάλι στην Ασσίζη, με τη συμμετοχή 250 προσώπων, εκπροσωπούντων 12 θρησκεύματα. Δεν έλειψαν, φυσικά, οι Ορθόδοξοι υπό τον ίδιο τον Οικουμενικό Πατριάρχη.
Όπως ορθά έχει παρατηρηθή, «οι διαθρησκειακοί διάλογοι μοιάζει να ανταποκρίνωνται πλήρως στην εκδοχή και στην πρακτική, με την οποία διαλέγονται σήμερα οι συνδικαλιστές, οι πολιτικοί, οι ιδεολογίες». (Χρ. Γιανναράς). Μετά δε την 11η Σεπτεμβρίου 2001 και ό,τι αυτή η ημερομηνία σημαίνει για τον κόσμο μας, φάνηκε καθαρά πλέον, ότι οι διάλογοι αυτοί γίνονται «κατ’ επιταγήν» και μάλιστα, για την υπεράσπιση και προπαγάνδιση της επίσημης και νόμιμης τρομοκρατίας, έναντι της ανεπίσημης και «ρέμπελης». Έτσι, η εποχή μας γελοιοποιεί και τους θρησκευτικούς διαλόγους, που συνεργάζονται για την αστυνόμευση του κόσμου κατά τα συμφέροντα και διαθέσεις των ισχυρών της Γης. Και μεις, υπακούοντας στις οδηγίες και στη «γραμμή», συμμετέχουμε και μεταβάλλουμε την Ορθοδοξία σε όργανο και ουραγό. Φιμώνουμε, έτσι, εμείς οι ίδιοι την Ορθοδοξία, που αντί να είναι «κρίση» και «έλεγχος» της ανομίας, μεταβάλλεται στα πρόσωπά μας σε υποστηρικτή και συντηρητή της. Και εδώ υπάρχει, φυσικά, εύκολη δικαιολογία: Για να μη χαρακτηρισθούμε αντιδραστικοί και για να ενισχυθή το ευρωπαϊκό (και νεοταξικό) πρόσωπό μας! Η αναζήτηση λοιπόν της ανεξιθρησκείας, όπου έχει ατονίσει η χαθή, ως «ουσιαστικού συστατικού των μονοθεϊστικών πιστεύω» (Α.Δ. Παπαγιαννίδης στο «Βήμα» της 9.6.02) θα ήταν ευλογημένη, αν δεν επρόκειτο για συναντήσεις «κατ’ επιταγήν». Η ετοιμαζόμενη αλλά αναβληθείσα και στην Αθήνα διαθρησκειακή συνάντηση (προηγήθηκε άλλη στην Κύπρο) θα αποδείξη κατά πόσον πρόκειται για «κατάθεση της μαρτυρίας μας» και ορθόδοξη πρόταση ως την μόνη λύση στα δεινά του κόσμου και όχι για ισοπέδωση της Ορθοδοξίας στην πανθρησκειακή, και γι’ αυτό συγκρητιστική, πολτοποίηση. Ήδη ο Προϊστάμενος του Γραφείου της Εκκλησίας μας στις Βρυξέλλες διεκήρυξε ότι η προσπάθειά μας είναι: «να προετοιμάσουμε τον κόσμο, να τον διαπαιδαγωγήσουμε, για να μην αντιδράση (δηλαδή, γι’ αυτούς τους διαλόγους), να σχηματίσουμε (δηλαδή να χειραγωγήσουμε -Γ.Δ.Μ.) τη συνείδηση του κόσμου». Άρα και εδώ ακολουθείται κάποια «γραμμή», την οποία όμως ποιος καθορίζει; Και όμως δεν γίνεται δεκτή η προειδοποίηση μίας πλειάδος Κληρικών, Ηγουμένων, Πνευματικών Πατέρων και γνωστών ορθοδόξων Θεολόγων, που εξετέθη στο υποβληθέν στον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο «Υπόμνημα περί Οικουμενισμού» και όπου διαβάζουμε: «Ο διαθρησκειακός Οικουμενισμός καλπάζει. Δεν μένει εις τα όρια ενός φιλοσοφικού η κοινωνικού διαλόγου (σημ. γράφοντος: άρα δεν απορρίπτεται ο διάλογος ως «αγαπητική έξοδος» κ.λπ.). Προχωρεί εις θεολογικόν επίπεδον, και προσπαθεί να εύρη κοινά σημεία πίστεως μεταξύ ορθοδόξων και ετεροδόξων. Δεν λαμβάνει υπ’ όψιν τας βασικάς διαφοράς. Διακηρύσσει ότι και εις τας λοιπάς θρησκείας και μάλιστα τας μονοθεϊστικάς, υπάρχει σωτηρία. Ούτως ανατρέπει την θεμελιώδη χριστιανικήν πίστιν, ότι "ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία"... Ο διαθρησκειακός συγκρητισμός σχετικοποιεί την ευαγγελικήν αλήθειαν. Προχωρεί ακόμη ούτος και εις το λατρευτικόν επίπεδον. Ορθόδοξοι Ιεράρχαι η και Πρωθιεράρχαι συμμετέχουν εις πανθρησκειακάς εκδηλώσεις ως της Ασσίζης η εις κοινάς συμπροσευχάς και δοξολογίας μεθ’ ετεροδόξων και ετεροθρήσκων, και δη Ιουδαίων και Μουσουλμάνων. Διερωτάται τις, ποίον Θεόν δοξολογούν;... Οι Άγιοι Απόστολοι εκήρυττον εις τας Συναγωγάς, αλλά Ιησούν Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον, διό και ηκολούθουν διωγμοί, φυλακίσεις, βασανιστήρια και θάνατοι...».
Εμείς, αντίθετα, ισοπεδώνοντας τον Χριστόν στην πράξη με τις όποιες θεότητες, τιμώμεθα και
επαινούμεθα, απολαμβάνοντες διακρίσεις και βραβεία. Και μόνο αυτό δείχνει, ότι «κάτι δεν πάει καλά» με μας. Ο κόσμος «το ίδιον φιλεί» (παράβ. Ιωάνν. 15, 19) και ταυτιζόμεθα με τις δυνάμεις του κόσμου, όταν αγαπώμεν «την δόξαν των ανθρώπων μάλλον ήπερ την δόξαν του Θεού» (Ιωάνν. 12, 43).
Στους διαθρησκειακούς διαλόγους συναντάμε την ίδια σπουδή, την ίδια νοοτροπία και τις ίδιες μεθόδους, που παρατηρούνται και στην διεξαγωγήν των διαχριστιανικών διαλόγων. Διότι πρόκειται τελικά, για την ίδια στοχοθεσία. Η αλληλοπεριχώρηση των δύο αυτών μορφών ενός και του αυτού στην ουσία διαλόγου, φάνηκε ήδη στην Καμπέρρα της Αυστραλίας (Ζ´ Γ. Συνέλευση Π.Σ.Ε.), όπου οι Χριστιανοί κάλεσαν σε συμπροσευχές ακόμη και ειδωλολάτρες. Δεν πρόκειται προφανώς για ανεξιθρησκεία και «αγαπητική έξοδο κ.λπ.», αλλά για σχετικοποίηση της πίστεως, όπως συνάγεται από τη δήλωση του υπευθύνου αυτών των διαλόγων, Σεβ. Μητροπολίτου Ελβετίας κ. Δαμασκηνού: « Η προσέγγιση αυτή, γράφει, κάνει ξαφνικά να αποκτήσουμε συνείδηση του γεγονότος, ότι κατά βάθος, μία Εκκλησία η ένα τέμενος... αποβλέπουν στην ίδια πνευματική καταξίωση του ανθρώπου». Δεν είναι αυτό αυτόματη διαγραφή της εν Χριστώ σωτηρίας και του έργου του Αγίου Πνεύματος; Αν υπάρχει «και εν άλλω τινί» δυνατότητα σωτηρίας, δηλαδή θεώσεως, τότε διατί η εν Χριστώ αποκάλυψη, ασάρκως στην Π. Διαθήκη, ενσάρκως στην Καινή Διαθήκη; Διατί η Σάρκωση, η Πεντηκοστή, η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού και κοινωνία Αγίων; Οι πράξεις μας συνιστούν απόρριψη του Χριστιανισμού, παρά την παραπλανητική ωραιολογία μας, που κανένα δεν μπορεί πια να απατήση.
7. Επειδή δε ο λόγος είναι πάντα για «γραμμή», μη λησμονούμε, ότι το 1970 στη Γενεύη, όπου το «μαντείον» κάθε αντιχριστιανικής-αντορθόδοξης διαπλοκής, στη δεύτερη διάσκεψη του αμερικανικού Ιδρύματος με τον τίτλο «Ναός της Κατανόησης, INC», δηλαδή ενός «Συνδέσμου των Ηνωμένων Θρησκειών», ο Γενικός Γραμματέας του Π.Σ.Ε. Eugene Blake κάλεσε τους ηγέτες όλων των θρησκειών (2 Απριλίου) και έλαβε χώρα μία υπερομολογιακή λειτουργία και προσευχή στον καθεδρικό ναό του Αγίου Πέτρου, κατά την οποία ο καθένας προσευχήθηκε στη δική του γλώσσα και σύμφωνα με το τυπικό της θρησκείας του. Η παρότρυνση δε, ήταν να συνυπάρξουν έτσι στη λατρεία του ίδιου Θεού. Πρόκειται όμως, για πιστή εφαρμογή της μασονικής μεθόδου της υπερβάσεως κάθε ιδεολογίας και πίστεως, για να επιτευχθή η ενότητα, και μάλιστα υπό τον άρχοντα του κόσμου τούτου. Κατά το υπάρχον διαφημιστικό υλικό των συνάξεων αυτών ήσαν παρόντες και ορθόδοξοι αντιπρόσωποι, ο δε Σεβ. Μητροπολίτης Σηλυβρίας κ. Αιμιλιανός του Οικουμενικού Πατριαρχείου, σχολάζων σήμερα εν Αιγίω, είναι μέλος της «Διεθνούς Επιτροπής του Ναού».
Και όμως όλα αυτά έχουν απαντηθή στο ιερό Ευαγγέλιον, που διαψεύδει τις προφάσεις μας. Όταν οι οικουμενιστές μας απορρίπτουν ως φανατικούς και φονταμενταλιστές, συναπορρίπτουν και τους Αγίους μας, των οποίων την στάση ταπεινώς μιμούμεθα. Αλλά και αυτόν τον Κύριον, ο Οποίος, μη θέλοντας να συνάξη οπαδούς, θυσιάζοντας την Αλήθεια, όταν ο λόγος Του εθεωρήθη «σκληρός» και πολλοί τον εγκατέλειψαν, εστράφη και στους έντρομους «δώδεκα» και τους ρώτησε: «Μη και υμείς θέλετε υπάγειν»; ( Ιωάνν. 6, 48 επ.). Αυτή είναι η δική μας «γραμμή», αγαπητοί αγαπολόγοι και ωραιολόγοι και όχι η «γραμμή» των συνθηκολογούντων με τους άρχοντες του κόσμου τούτου και μη γνησίων Ποιμένων μας.
8. Πρέπει όμως να θεωρήται βέβαιο ότι η αθέτηση της «γραμμής» των Ηγετών μας από το ορθόδοξο λήμμα, το «μικρόν ποίμνιον» (Λουκ. 12, 32) δηλαδή, δεν πρόκειται να γίνεται για πολύ χρόνο ανεκτή από τις δυνάμεις του Κόσμου, εντός και εκτός της Εκκλησίας (πρβλ. Πραξ. 20, 29 επ.). Η θεωρία της Προπαγάνδας διδάσκει, ότι η ακολουθουμένη σ’ αυτές τις περιπτώσεις μέθοδος είναι στην αρχή η γελοιοποίηση των αντιφρονούντων (ήδη όλους εμάς «γραφικούς» μας αποκαλούν) και η ηθική μείωση και ο ευτελισμός τους, για να ακολουθήση κατόπιν, αν αποφασισθή, η φυσική εκμηδένιση. Ήδη δε στοιχειοθετούνται οι αρχές του κατηγορητηρίου εναντίον των αντιδραστικών. Πολύ πρόσφατα το Αμερικανικό Κογκρέσσο απαγόρευσε κάθε χαρακτηρισμό των άλλων ιδεολογιών και κυρίως των θρησκευτικών ομάδων, ως αιρετικών κ.τ.ο. Κάπως απαλότερα σήμερα (μέσω του Τύπου και της φιλολογικής κριτικής) επικρίνεται ο Ορθόδοξος, που θα τολμήση βάσει της πίστεώς του να χαρακτηρίση τους οποιουσδήποτε «άλλους», με βάση το υπονοούμενο και μη κρυπτόμενο ότι όλες οι θρησκείες συνιστούν οδό θεογνωσίας με διαφορετικό τρόπο. Αυτά έχουν διακηρύξει γνωστοί εκκλησιαστικοί Ηγέτες.
Δεν είναι ευρύτερα γνωστό ασφαλώς, ότι πριν από καιρό οι συγγραφείς του βιβλίου των Θρησκευτικών της Α´ Λυκείου (Χ. Γκότσης, π. Γ. Μεταλληνός και Γ. Φίλιας) λάβαμε «εξώδικο» από τους «Μάρτυρες του Ιεχωβά» και τους «Σαηεντολόγους», για τα σχετικά κεφάλαια του βιβλίου, που βλέπουν τους χώρους αυτούς μέσα από την ορθόδοξη προοπτική, φυσικά. Η εξώδικος εστάλη στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Βέβαια, απαντήσαμε, αλλά την εξέλιξη την αγνοούμε. Είναι όμως περισσότερο γνωστή η περιπέτεια του κεφαλαίου του βιβλίου περί της Μασονίας. Επειδή δε έλαχε στον υπογραφόμενο ο κλήρος της συγγραφής του, έζησα με κάθε λεπτομέρεια κινήσεις και μεθόδους, αλλά και πιέσεις, που ασκήθηκαν, για την απάλειψη του κεφαλαίου, ώστε να το ανασυνθέσω τρεις φορές και στο τέλος να προτείνω να εκτεθή πρώτα η αυτομαρτυρία του Μασονισμού και παράλληλα η ορθόδοξη θεώρησή του. Το κωμικοτραγικό δε είναι, ότι τα κεφάλαια αυτά μας δόθηκαν από το Αναλυτικό Πρόγραμμα του Υπουργείου (Παιδαγωγικό Ινστιτούτο), το οποίο (Αναλυτικό Πρόγραμμα) καθόριζε και τις γραμμές που έπρεπε να ακολουθήσουμε. Οπότε το ερώτημα είναι: Ποιοι εξουσιάζουν τελικά αυτόν τον τόπο; Βέβαια εμείς το γνωρίζουμε πλέον με μεγάλη ακρίβεια, από την στάση όμως του Υπουργείου θα διευκρινισθή, αν αντέχουμε ως Έθνος ακόμη στις ασκούμενες πιέσεις.
Με τον μετασχηματισμό μας (εκούσια και μετ’ ενθουσιασμού) σε «νομαρχία» (όχι «επαρχία») της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η τελευταία ως εντολοδόχος και «υποδιεύθυνση» της Νέας Τάξεως και της Ηγεσίας της, όλο και περισσότερο επιδεικτικά και απροκάλυπτα εμφανίζεται να προσδιορίζη μέσω διαφόρων διαύλων τη ζωή και τις συμπεριφορές μας, μεταγγίζοντας γι’ αυτό με χίλια μέσα τις δικές της νοοτροπίες. Πρόσφατα το Τμήμα μας (Θεολογίας) έλαβε ένα έγγραφο (κατ’ ακρίβεια, ανυπόγραφο!), προερχόμενο από τους υπευθύνους του Πανεπιστημίου για τα ευρωπαϊκά προγράμματα, που ενώ μας επαινεί, για την επιτυχή ανταπόκρισή μας σε ένα προταθέν σε μας πρόγραμμα με τον τίτλο «Ορθοδοξία και Παγκοσμιοποίηση», εν τούτοις το Πρόγραμμά μας κρίθηκε «ανεπαρκές», διότι μεταξύ άλλων «διαπιστώθηκε ότι το πρόγραμμα εν γένει είναι ομολογιακής και εν πολλοίς εφηρμοσμένης φύσεως, χωρίς να εντάσσεται στο ευρύτερο πρόγραμμα της σπουδής των θρησκευτικών φαινομένων και της Θρησκείας ως πανανθρωπίνου φαινομένου και πραγματικότητας». Και αυτό, μολονότι η Θρησκειολογική προοπτική δεν απουσιάζει στο Πρόγραμμά μας (διδάσκει ειδικός καθηγητής). Αλλά ο σκοπός είναι να προβληθή ο «ομολογιακός» χαρακτήρας του Τμήματός μας και γενικότερα των Θεολογικών μας Σχολών. Αυτό σημαίνει, ότι σε λίγα χρόνια οι Θεολογικές μας Σχολές θα μεταβληθούν (αν επιβιώσουν στο Πανεπιστήμιο) σε θρησκειολογικές και γι’ αυτό γίνεται προσπάθεια (και ενδοεκκλησιαστικά) να περιέλθουν οι Θεολογικές Σχολές στην δικαιοδοσία της Διοικούσης Εκκλησίας. Όταν μιλώ, για την σοβιετοποίησή μας μέσα στην Ενωμένη Ευρώπη, αυτό εννοώ: Ό,τι έζησαν οι άλλοι Ορθόδοξοι στη σοβιετική-κομμουνιστική τους περίοδο, κινδυνεύουμε να ζήσουμε οι Έλληνες Ορθόδοξοι στην Ενωμένη Ευρώπη και τη Νέα Τάξη.
Αυτή η πορεία διαγράφεται. Η ελευθερία μας περιορίζεται επικίνδυνα και εντελλόμεθα να ενεργούμε και πορευόμεθα «τοις ’κείνων ρήμασι πειθόμενοι» και με βάση την χαραγμένη από δεκαετίες τώρα «γραμμή». Διαφορετικά, δεν θα έχουμε «ευρωπαϊκό πρόσωπο» και δεν θα χωράμε ως ελεύθεροι συν-εταίροι μέσα στην Ευρώπη. Είναι έτοιμη η Εκκλησιαστική μας Ηγεσία να αντισταθή, προτιμώντας τον «ονειδισμόν του Χριστού, των εν Ευρώπη θησαυρών» (παράβ. Εβρ. 11, 26), όταν πρόκειται, μάλιστα, και για πραγματικούς θησαυρούς ευρωπαϊκών κονδυλίων; Είναι πρόθυμη και έτοιμη η Εκκλησία μας, αν χρειασθή, να πρ
οκρίνη τις κατακόμβες; Εύχομαι να είναι! Αν και θα το δείξη γρήγορα. Αν όμως δεν είναι, τότε σημαίνει ότι αποκόπτεται από το ευσεβές πλήρωμα, που μένει πιστό στην παράδοση των Αγίων του, και το προδίδει. Συνηθίσαμε να μιλούμε για την υπακοή ως υψίστη αρετή του ασκουμένου ορθοδόξου. Και είναι αυτό πράγματι παγία πράξη των Αγίων μας. Αν όμως πάντα η «υπακοή» ίσχυε «εν οις εντολή Θεού ουκ εμποδίζεται», κατά τον Μέγα Βασίλειο (P.G. 31, 860), τώρα μόνο η ανυπακοή σώζει!
----------------
* Περιοδικό Παρακαταθήκη, Ιούλιος - Αύγουστος 2002
Δημοσιεύτηκε: Παρ Δεκ 01, 2006 9:17 am
από Ionas
kostas8888
Σημαντικός Αποστολέας
Πίστις και διδασκαλία
«Kαι μεις πιστεύουμε γι' αυτό και μιλάμε» (Β' Κορ. 4,13).
Τί λες; Άν δέν πιστεύης, δεν ομιλείς, αλλα μένεις άφωνος; ναί, λέγει. Χωρίς πίστη δέν μπορώ οΰτε το στόμα μου να ανοίξω, οΰτε να κινήσω την γλώσσα μου, οΰτε να ανοίξω τα χείλη· εγώ ό λογικός στέκομαι άφωνος χωρίς την διδασκαλία της πίστεως. Όπως, δηλαδή δένδρο χωρίς ρίζα δέν δίνει καρπό, έτσι, άν δέν προηγηθή ή βαθειά πίστις δέν μπορεί να προέλθη ό λόγος της διδασκαλίας. Γι' αυτό και λέγει σέ άλλο σημείο:
«Εάν ομολόγησες με το στόμα σου δτι ό Χριστός είναι Κύριος κα\ πιστέψης με την καρδιά σου δτι ό Θεός τον άνέσττισε εκ νεκρών, τότε θα σωθης. Διότι με την κάρδια ο άνθρωπος πιστεύει ό,τι τον όδηγεϊ σε δικαίωσι, με το στόμα δμως ομολογεί δ,τι τον όδτιγεϊ σέ σωτήρια» (Ρωμ. 10,9-10). Τί καλλίτερο θα μπορούσε να ύπαρξη από αυτό το δένδρο, άφοϋ όχι μόνο τα κλαδιά του, αλλά και αύτη ή ρίζα δίνει καρπό· ή ρίζα την δικαίωσι και εκείνα την σωτηρία;
Γι' αύτο λέγει· «πιστευομεν διό και λαλοϋμεν». Διότι όπως τά μέλη πού τρέμουν και είναι παραλυμένα από τά γηρατειά ή βακτηρία, τά στηρίζει μέ ασφάλεια και δεν τά αφήνει νά πέσουν, έτσι και την ψυχή μας πού κλονίζεται και ταλαντεύεται από αδύνατους λογισμούς, την συγκρατεί ή πίστις με μεγαλύτερη ασφάλεια από την βακτηρία.
Και άφοϋ την τόνωση με την δύναμι της δικής της ισχύος, την στηρίζει μέ ακρίβεια και δεν την αφήνει πότε νά άνατραπή. Δέν την αφήνει, διότι διορθώνει τους ασθενείς λογισμούς μέ την σταθερότητα της δικής της αρετής και απομακρύνει το σκοτάδι πού προέρχεται από αυτούς. Την ψυχή, πάλι, πού είναι σάν νά κάθεται σε σπίτι σκοτεινό από τον θόρυβο των λογισμών, την φωτίζει μέ το δικό της φως.
Γι' αυτό, όσοι δέν έχουν πίστι, δέν βρίσκονται σε καλύτερη κατάστασι από αυτούς πού ζουν στο σκοτάδι. Και όπως εκείνοι και σέ τοίχους χτυπούν και συγκρούονται μέ αυτούς πού συναντούν και πέφτουν σέ βάραθρα και γκρεμούς και δέν έχουν καμμιά ωφέλεια άπό τά μάτια, γιατί δέν υπάρχει το φως πού τους οδηγεί νά βλέπουν έτσι και αύτοι πού δέν έχουν πίστι, και μεταξύ τους συγκρούστηκαν και έπεσαν πάνω σέ τοίχους και τέλος καταγκρεμίστηκαν στο βάραθρο τής απώλειας.
Και μάρτυρες των λόγων αυτών είναι όσοι καυχώνται γιά την ελληνική τους σοφία, αύτοι πού καμαρώνουν για τη γενειάδα και τον τρίβωνα και τη βακτηρία. Διότι ύστερα άπό μακρούς και πολλούς αγώνες λόγων δέν είδαν τις πέτρες πού βρίσκονταν μπροστά στα μάτια τους· γιατί αν τις έβλεπαν σάν πέτρες, δέν θά νόμιζαν πώς είναι θεοί. Και μεταξύ τους συγκρούσθηκαν και ώδηγήθηκαν και έπεσαν σε αυτόν τον βαθύτατο γκρεμό της ασεβείας, όχι από άλλη αιτία, άλλα επειδή άνέθεσαν όλα τα δικά τους στους λογισμούς τους. Και αυτό για να δήλωση ό Παύλος έλεγε:
«Με τις σπείρεις τους παρεδόθηκαν σε μάταια πράγματα και σκοτίσθηκε ή ανόητη καρδιά τους. 'Ενώ έλεγαν ότι είναι σοφοί, έγιναν ανόητοι» (Ρωμ. 1,21-22).
"Υστερα αναφέροντας την άπόδειξι για το σκοτάδι και την ανοησία τους πρόσθεσε: «Αντάλλαξαν την λαμπρότητα τοϋ άφθαρτου
Θεοϋ με το ομοίωμα της μορφής φθαρτού άνθρωπου και πτηνών και ερπετών καϊ τετραπόδων» (Ρωμ. 1,23).
'Έννοια τοϋ ονόματος πίστις
Άλλα ποια πίστι εννοεί εδώ ό Παΰλος; Διότι το όνομα της πίστεως έχει διπλή σημασία.
Και πραγματικά, πίστις λέγεται ή δΰναμις με την όποια οι απόστολοι έκαναν τα θαύματα, γιά την οποία ό Χρίστος έλεγε: «Έάν έχετε πίστι όπως ό σπόρος τοϋ σιναπιον, θα πΐιτε στο βουνό αυτό 'Μετατοπιοον από έδω εκεΐ καϊ δεν θα σας είναι αδύνατο» (Ματθ. 17,20).
Και πάλι όταν δεν μπόρεσαν οι μαθηται του να ά-παλλά-ξουν τον σεληνιαζόμενο άπο τα δαιμόνια καϊ ήθελαν να μάθουν την αιτία, ό Ίησους υπαινίχθηκε αυτήν ακριβώς την έλλειψι της πίστεως όταν τους έλεγε: «Γιά την απιστία σας» (Ματθ. 17, 20). Και ό Παύλος έλεγε γι' αύτη: «Έάν εχω πίστι ώστε να μετακινώ καϊ ό-ρη» (Α' Κορ. 13,2). Καϊ όταν ό Πέτρος φοβόταν μήπως βυθισθή, όταν βάδιζε πεζή πάνω στην θάλασσα, πάλι γι' αυτό τον κατηγόρησε ό Χριστός, όταν είπε: «Όλιγόπιστέ! Γιατί δίστασες»; (Ματθ. 14,31).
Πίστις, λοιπόν, λέγεται ή ικανότητα να κάμνουν θαύματα και σημεία.
Λέγεται επίσης πίστις και ή δΰναμις που μας προετοιμάζει καΊ μας οδηγεί στη γνώσι τοΰ Θεού, και συμφωνά μέ την οποία ό καθένας μας ονομάζεται πιστός. Όπως όταν λέγη γράφοντας στους 'Ρωμαίους: «Ευχαριστώ τον Θεό μου δια Ίησοϋ Χρίστου, γιατί ή πίστις σας διαλαλεϊται σε όλο τον κόσμο» (Ρωμ. 1,8). Και στους Θεσσαλονικείς πάλι: «Από σας αντήχησε ό λόγος Θεον όχι μόνο στην Μακεδονία, άλλα καϊ στην Αχαΐα καϊ σε κάθε τόπο έγινε γνωστή ή πίστις σας προς τονΘεόν» (Α' Θεσ. 1,8). Λοιπόν, ποια πίστι εννοεί εδώ; Είναι φανερό Οτι εννοεί την πίστι της γνώσεως. Και το φανερώνουν τα έξης. «Πιστεΰομεν» λέγει, «δι' δ και λα-λούμεν». Τι πιστεΰομεν; «'Ότι αυτός πού άνέστησε τον Ίησοϋ, θά άναστηση κα\ μας δια τον Ιησοϋ» (Β' Κορ.
4,14).
Άλλα γιατί αύτη την ονομάζει «πνεύμα πίστεως» και την κατατάσσει στή χορεία τών χαρισμάτων; Διότι, εάν ή πίστις είναι χάρισμα και δώρο του Πνεύματος μόνο, και δχι δικό μας κατόρθωμα, τότε δεν θα τιμωρηθούν και δσοι δεν πιστεύουν, ούτε πάλι θα επαινεθούν όσοι πιστεύουν.
Πραγματικά, αύτος είναι ό χαρακτήρας τών χαρισμάτων, δεν έχει στεφάνους και αμοιβές. Διότι το δώρο δεν είναι κατόρθωμα αυτών πού το δέχθηκαν, αλλά είναι χάρισμα της φιλοφροσύνης αυτού πού το παρέχει. Γι' αυτό διέταξε τους μαθητές του νά μη χαίρωνται πού έκβάλλουν δαιμόνια, και αυτούς πού προφήτευσαν εξ ονόματος του και έκαναν πολλά κατορθώματα, τους έ-ξεδίωξε από την βασιλεία τών ουρανών, διότι δεν είχαν καμμία παρρησία πού νά στηρίζεται στά δικά τους κατορθώματα, αλλά ήθελαν νά σωθούν άπλα μόνο με τα χαρίσματα (Ματθ.7,21-23).
'Εάν, λοιπόν, και ή πίστις είναι κάτι τέτοιο, και μείς δέν εισφέραμε τίποτε, αλλά το πάν είναι καρπός της χάριτος τού Πνεύματος και εκείνη την έσπειρε στις ψυχές μας, και δέν πρόκειται γι' αυτό νά έχουμε κανένα μισθό, τότε πώς έλεγε: «Με την καρδιά πιστεύει ό άνθρωπος δ,τι οδηγεί στην δικαίωσι, με το στόμα δμως ομολογεί ο,τι οδηγεί σε σωτηρία;» (Ρωμ. 10,10). Διότι ή
πίστις είναι κατόρθωμα και της αρετής αυτού ό οποίος πίστεψε. Πώς, λοιπόν, αλλού υποδηλώνει το 'ίδιο λέγοντας: «Σ εκείνον δμως που δεν εργάζεται, πιστεύει δμως στον Θεό πού δικαιώνει τον άσεβη, λογαριάζεται η πί-στις τον προς δικαίωσι» (Ρωμ. 4,5) αν ανήκουν τα πάντα στη χάρι του άγιου Πνεύματος; Πώς στεφάνωσε μέ άπειρα εγκώμια τον Πατριάρχη Αβραάμ, διότι παρέβλεψε δλα τα παρόντα και πίστεψε στην ελπίδα, έκεΐ που δεν υπήρχε ελπίδα;
Δημοσιεύτηκε: Τρί Δεκ 05, 2006 11:41 am
από Ionas
YUNAN Έγραψε:
Στο παρακάτω site
http://www.oodegr.com/oode/oikoymen/synpros1.htm Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Ερευνας όπως αναφέρεται, βρήκα κάποιες επιστολές-απαντήσεις προς το site σε ερώτηση που τέθηκε προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως περί συμπροσευχών με αιρετικούς κλπ. με αφορμή μία διαθρεισκιακή συνάντηση που είχε γίνει στην Ασσίζη τον Ιανουάριο του 2002.
Χωρίς να γνωρίζω τον συγγραφέα των επιστολών θεώρησα ότι είναι ενδιαφέρουσες εφόσον προέρχονται από το περιβάλλον του Πατριαρχείου, και γιατί πρέπει να γνωρίζουμε όλες τις απόψεις....
Παρακαλώ ιδιαίτερα, διαβάστε τα παρακάτω με προσοχή και κυρίως χωρίς προκατάληψη.
Καταθέτω αποσπάσματά τους ευθύς αμέσως:
ΠΕΡΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
Ερώτησα πρό καιρού έναν εργάτη Ινδό ποιά είναι η θρησκεία του. Μού είπε: Χιντού. Μετά τόν είδα να μπαίνει στήν εκκλησία καί νά ανάβει κερί. Έπρεπε νά τόν διώξω; Εγώ ο ταπεινός πολύ συγκινήθηκα καί είπα μέσα μου: Θεέ μου βοήθησέ τον νά σε γνωρίσει. Συμπροσευχήθηκα μέ έναν ειδωλολάτρη; Η για έναν ειδωλολάτρη; Μήπως καί αυτό απαγορεύεται; Δέν νομίζω. Δεν έχει σημασία η ταυτόχρονη προσευχή στόν ίδιο τόπο, αλλά ο συμπνευματισμός, η σύναξις στόν ίδιο τόπο με τη θέληση προσευχής μέ ηνωμένες πνευματικά θελήσεις καί δυνάμεις ψυχικές. Τό "δύο η τρείς συνηγμένοι είς τό εμόν όνομα" του Κυρίου που ασφαλώς σημαίνει όχι ακριβώς στόν ίδιο τόπο αλλά στήν ίδια κατάσταση.
Π.χ. ο Γέρων Πορφύριος από τήν Ελλάδα καί ο Γέρων Σωφρόνιος από τήν Αγγλία << σ υ μ π ρ ο σ η ύ χ ο ν τ ο >> κατόπιν συνενοήσεως τήν ιδια ώρα ενώνοντας τήν προσευχή τους π ν ε υ μ α τ ι κ ά. Εγώ (ο δήθεν ορθόδοξος και δήθεν χριστιανός) πολύ αμφίβολο είναι αν μπορούσα νά << σ υ μ π ρ ο σ ε υ χ η θώ >> μαζύ τους, δηλαδή νά ενώσω τό πνεύμα μου (τό δυσκίνητο σάν χελώνα) μέ τό δικό τους (τό ευκίνητο σαν αστραπή) η τό δικό μου τό βαρύ καί κ α τ α κ ε ί μ ε ν ο στή γή μέ τό δικό τους τό αποφορτισμένο από τά γήινα καί ανυψωμένο στούς ούρανούς. (Σχήματα τοπικών σχέσεων ειναι οι όροι γή καί ουρανός. Αλλά φανερώνουν ότι μπορεί νά είμαστε μαζύ τοπικά αλλά χωριστά πνευματικά καί μπορεί νά είμαστε μακρυά τοπικά καί κοντά πνευματικά).
Ίσως θά έχετε ακούσει γιά κάποιους αποκρυφιστές που ορίζουν κοινή ωρα << ε π ι κ λ ή σεω ς >> παρόλο που βρίσκονται ο ένας εδώ καί ο άλλος στήν Ελβετία η στήν Αμερική κλπ. Αυτοί συμπροσεύχονται γιατί καλούν τό ίδιο πνεύμα παρά τήν τοπική τους απόσταση. Ενώ ο απόστολος Παύλος πού προσηύχετο καί εψαλλε στην φυλακή καί < <ηκροώντο δε αυτών οι δέσμιοι>> δεν συμπροσηύχετο μέ αυτούς παρά τό δέσιμό του στά ίδια δεσμά μ΄αυτούς.
Λοιπόν συμπέρασμα. Τό "αδιαλείπτως προσεύχεσθε" είναι εντολή τού Θεού που πρέπει νά τήν σεβόμεθα καί νά τήν εφαρμόζουμε. Είτε στή φυλακή είμεθα, είτε σέ παρέα μέ αιρετικούς είτε σε τραπέζι μέ ειδωλολάτρες είτε σε ναούς ειδώλων κλπ. πρέπει νά προσευχόμεθα καί νά μή φοβούμεθα μήπως μάς κατηγορήσουν ότι συμπροσευχόμεθα μέ αιρετικούς ή απίστους. Πολλοί άγιοι μάρτυρες προσευχήθηκαν μέσα σε ναούς ειδώλων καί τό αποτέλεσμα ήτο ότι γκρεμίστηκαν τά ειδωλα. Καί εμείς αν είμεθα πιστοί καί έχουμε πίστη σάν κόκκο σινάπεως καί όχι φοβία <<νομική>> (ταλμουδική, σαν τή φοβία τού Σαββάτου που κατείχε τούς γραμματείς καί Φαρισαίους) θά προσευχόμεθα καί μέσα στούς ναούς τών αιρετικών καί τό αποτέλεσμα θά είναι νά γκρεμίζωνται τά είδωλα τους. Δηλαδή τά διανοητικά είδωλα τά οποία αυτοί λατρεύουν αντί του Χριστού, όπως τό ημερολόγιο, ο μονοφυσιτισμός, τό αλάθητο του Πάπα κλπ. Αυτό μάς διδασκει ο άγιος Ιωάννης τής Κλίμακος όταν λέγει ότι οι δυνατοί μπορούν νά κάνουν όσα απαγορεύονται στούς αδυνάτους, δηλαδή να συντρώγουν μέ τούς αιρετικούς κλπ.
Εμείς οι αδύνατοι αντί να κατακρίνωμε τούς δυνατούς ας προσευχώμεθα νά μας ελεήσει ο καλός Θεός αποκαλύπτοντας σε μάς τό μεγαλείο τής αγάπης του γιά τά χαμένα πρόβατά του, που εμείς μέ απέχθεια ονομάζουμε αιρετικούς.
ΟΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
Οι ιεροί κανόνες πρέπει νά κατανοούνται σωστά. Αν δεν κατανοούνται σωστά τότε ισχύει αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος <<Τό γράμμα αποκτέννει , τό πνεύμα ζωοποιεί>>,.
Δηλαδή επί του προκειμένου , τό γράμμα τών ιερών κανόνων σκοτώνει καί τό πνεύμα αυτών δίνει ζωή. Ο μακαριστός Γέροντας Παίσιος είπε μιά φορά που τού έλεγα ότι τό Πηδάλιον (= τό βιβλίο μέ τούς ιερούς κανόνες) λέει ετσι καί έτσι: <<Μά ευλογημένε, τό πηδάλιο τό λένε πηδάλιο (=τιμόνι) γιά νά τό στρίβεις όπως χρειάζεται γιά νά οδηγείς τήν εκκλησία. Αν κρατάς ακούνητο τό πηδάλιο θά ρίξεις τό καράβι στά βράχια>>. Λοιπόν τό πηδάλιο πρέπει νά τό κατανοούμε σωστά. Καί όπως δέν μπορεί ο καθένας νά διαβάζει καί νά κατανοεί τούς νόμους τού κράτους, αλλά χρειάζονται σπουδές στίς νομικές Σχολές καί πολύ διάβασμα καί πείρα μεγάλη, έτσι δέν μπορεί καί ο καθένας νά διαβάζει μιά παράγραφο του πηδαλίου καί νά τήν κοπανάει στά κεφάλια τών απλοϊκών χριστιανών που μή ξέροντας τί λέει στό βάθος τό Πηδάλιο παρασύρονται καί κατηγορούν τούς αρχιερείς ότι παραβιάζουν τούς Ιερούς κανόνες.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
Νά μερικά παραδείγματα. Αν απαγορεύεται η συμπροσευχή μέ αιρετικούς, ασφαλώς θά απαγορεύεται πολύ περισσότερο με ειδωλολάτρες. Η πιό σπουδαία προσευχή γιά τήν ορθόδοξη εκκλησία είναι η θεία λειτουργία. Άρα δεν πρέπει νά εισέρχονται ειδωλολάτρες στό ναό τήν ώρα τής λειτουργίας γιά νά μή συμπροσεύχονται μέ τούς ορθοδόξους, οπότε καί οι ορθόδοξοι συμπροσεύχονται μ' αυτούς. Γιατί βέβαια συμπροσευχή δεν νοείται μόνο από τό ένα μέρος. Λογικό; Έτσι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Καί υπάρχουν σήμερα απλοϊκοί χριστιανοί καί ιερείς που βγάζουν από τήν εκκλησία τούς καθολικούς καί τούς προτεστάντες ακόμη καί όταν δέν γίνεται θεία λειτουργία. Πού δέν τούς επιτρέπουν νά προσκυνήσουν τά Αγια λείψανα. Πού τούς προσβάλλουν ως αιρετικούς κλπ. κλπ.
Κύτταξε όμως να δείς πώς σκέπτονται οι άγιοι. Οπως ξέρεις από τήν Ιστορία οι ρώσσοι ηγεμόνες στείλανε στήν Κωνσταντινούπολη καί αλλού αντιπροσώπους νά δούν ποιά ειναι η καλύτερη θρησκεία γιά νά τήν ακολουθήσουν. Ο αρχιεπίσκοπος της Κωνσταντινουπόλεως τούς έβαλε νά παρακαλουθήσουν τη θεία λειτουργία παρόλον που ήσαν ειδωλολάτρες. Καί τόσο θαύμασαν οι αντιπρόσωποι που γράψανε ότι δεν ήξερες αν ήσουν στη γή η στον ουρανό. Τό αποτέλεσμα ήτο νά βαπτισθή όλη η Ρωσσία καί νά σωθούν εκατομμύρια ψυχές.
Ποιός εφήρμοσε σωστότερα τό πνεύμα τού Πηδαλίου;
Άλλο παράδειγμα. Είναι γνωστός σε όλους ο ανθενωτικός Γενάδιος ο Σχολάριος , ο πρώτος Πατριάρχης μετά τήν πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, καθώς καί τά αισθήματά του εναντίον τού Πάπα καί τής παπωσύνης. Λοιπόν τόν ερώτησαν οι μοναχοί τού Σινά εάν πρέπει νά δίδουν είς τους παρακολουθούντας την θείαν λειτουργίαν εις τήν μονήν Λατίνους (Παπικούς) καί Αρμενίους (μονοφυσίτας), δηλαδη μέ τήν νοοτροπίαν τών παλαιοημερολογιτών <<αιρετικούς>> (καί πράγματι βεβαίως ακολουθούντας αιρετικάς διδασκαλίας)} τήν Παναγίαν πρός προσκύνησιν. Αυτό σημαίνει ότι δεν είχαν αμφιβολίαν ότι επετρέπετο να παρακαλουθούν αυτοί οι αιρετικοί τήν θείαν λειτουργίαν. Καί τί τούς απάντησε ο αντιπαπικός μέχρι τό κόκκαλο Πατριάρχης Γεννάδιος; Οχι μόνο να τούς δίδουν τήν Παναγίαν πρός προσκύνησιν, αλλά νά τούς δίδουν καί αντίδωρο. Μόνο τή θεία κοινωνία νά μή τούς δίδουν γιατί αυτό προϋποθέτει πλήρη κοινωνίαν πίστεως που δέν υπάρχει. Καί εξήγησε ότι αυτό ειναι σύμφωνο πρός τήν αρχαίαν τάξιν καί παράδοσιν τής Εκκλησίας τής Κωνσταντινουπόλεως.<< Οι αγιώτατοι Πατριάρχαι -γράφει- ότε ελειτούργουν εορτασίμως, ερχομένους καί Αρμενίους καί Λατίνους καί ισταμένους μετά πάσης ευλαβείας εις τήν λειτουργίαν, ουκ εδίωκον, αλλά καί απερχομένους μετά τών ορθοδόξων καί προσκυνούντας καί ασπαζομένους την πατριαρχικήν χείρα καί ευλόγουν καί εδίδουν αυτοίς τό αντίδωρον, ως γαρ μαθηταί του Χριστού ουκ εξέβαλον εξω τούς είς αυτούς ερχομένους>> (Γενναδίου Σχολαρίου, Άπαντα ευρισκόμενα τομ 4, σελ. 201). Ολοι αυτοί οι παλαιοί, οι οποίοι ήσαν ως γνωστόν τόσο αντίθετοι μέ τούς παπικούς, δεν ήξεραν τό Πηδάλιον καί τούς Ιερούς κανόνες; Δέν είναι δυνατόν.
Αλλο παράδειγμα: Ολοι γνωριζομε καί τιμάμε σάν αγιο τόν
άγιο Ιωάννη τής Κλίμακος, που έζησε τόν 6ον μ.Χ. αιώνα. Γράφει λοιπόν αυτός στόν λόγο του πρός τόν ποιμένα που είναι στό τέλος τής Κλίμακος (σέ μετάφραση της Ιεράς μονής Παρακλήτου) <<65>>. Δηλαδή ο Άγιος Ιωάννης παραμερίζει τούς ιερούς κανόνας όταν ο ορθόδοξος είναι δυνατός στήν πίστη καί δεν κινδυνεύει νά παρασυρθή από τούς αιρετικούς. Αυτό σημαίνει ότι διαβάζει πέρα από τό γράμμα του Ιερού κανόνος καί τό πνεύμα αυτού που λέει: Εμείς οι Πατέρες φοβούμεθα ότι οι απλοί χριστιανοί όταν συμπροσεύχονται, συντρώγουν, συνεκκλησιάζονται μέ αιρετικούς, ή πηγαίνουν στά σπίτια καί στίς εκκλησίες τών αιρετικών, κινδυνεύουν νά παρασυρθούν καί νά νομίσουν ότι η ορθοδοξία καί οι άλλες αιρετικές εκκλησίες είναι τό ίδιο.
Γι' αυτό ΑΠΑΓΟΡΕΎΟΥΜΕ ΤΙΣ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ. Όσα είναι γραμμένα μέ κεφαλαία γράμματα είναι αυτά που γράφει ο Ιερός Κανόνας. Όμως οι άγιοι διαβάζουν καί αυτά που δεν είναι γραμμένα στό Πηδάλιον, αλλά υπονοούνται (όπως τά άναφέρομε πιό πάνω μέ μικρά γράμματα) καί έτσι εφαρμόζουν τόν κανόνα σωστά, σάν τόν Κύριό μας που εθεράπευε τό Σάββατο, ενώ οι στενόκαρδοι Ιουδαίοι τού έλεγαν ότι απαγορεύει ο μωσαικός νόμος κάθε εργασία τό Σάββατο.
Τό συμπέρασμα είναι ότι οι ιεροί κανόνες που απαγορεύουν τήν συμπροσευχή ορθοδόξων μέ αιρετικούς, έχουν σκοπό νά προφυλάξουν τούς απλούς χριστιανούς από τό νά ταυτίσουν ορθοδοξία καί αίρεση. Όταν τέτοιος φόβος δεν υπάρχει η τοπική συνύπαρξη στό χώρο προσευχής ορθοδόξων καί αιρετικών δεν απαγορεύεται.
ΠΕΡΙ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ
Καί τώρα μιά διευκρίνηση γιά τόν όρο <<αιρετικός>>. Πρέπει νά διακρίνουμε μεταξύ πλάνης, ή αγνοίας καί αιρέσεως. Αίρεσις θά πεί επιλογή, προτίμησις. Δηλαδή συνειδητή προτίμησις μιάς απόψεως ως αληθινής παρόλον που έρχεται σε αντίθεση μέ τή διδασκαλία της ορθοδόξου εκκλησίας. Αγνοια καί πλάνη είναι κοντά μεταξύ τους καί σημαίνουν τήν παραδοχήν μιάς απόψεως ως αληθινής μέ τήν πεποίθηση ότι αυτό είναι τό αληθινό ενώ δεν ειναι (=πλάνη) ή ότι έτσι διδάσκει η ορθόδοξη εκκλησία ,ενώ δεν τό διδάσκει (άγνοια). Λοιπόν ο μακαρίτης καθηγητής τής θεολογικής Σχολής Ιωάννης Ρωμανίδης υποστήριξε ότι ωρισμένες απόψεις γραμμένες από τόν επίσης καθηγητή τής Θεολογικής Σχολής Π.Τρεμπέλα δέν ήσαν ορθόδοξες αλλά επηρεασμένες από αιρετικούς δυτικούς. Αυτό σημαίνει ότι ήτο αιρετικός ο Τρεμπέλας; Όχι βέβαια. Σημαίνει μόνον (αν είχε βέβαια δίκηο ο Ρωμανίδης) οτι ο Τρεμπέλας έκανε λάθος χωρίς νά θέλει νά απομακρυνθή από τήν ορθόδοξη πίστη. Λοιπόν τέτοιοι άνθρωποι που κάνουν λάθος είναι μυριάδες απλών καθολικών καί αρμενίων καί κοπτών καί.. καί... καί ορθοδόξων καί ... παλαιοημερολογιτών. Θα τούς χαρακτηρίσουμε όλους αυτούς αιρετικούς; Δεν είναι σωστό. Είναι απωλολότα πρόβατα τού Χριστού. Είναι αδελφοί μας, πρέπει νά τούς άγκαλιάσουμε, νά τούς δείξουμε καλωσύνη καί όχι νά τούς βγάζομε έξω από τήν εκκλησία, λέγοντάς τους ότι είναι αιρετικοί. Μερικοί ζηλωτές (πλανεμένοι από ζήλον μωρόν ( εγωϊσμόν) συμπεριφέρονται όπως αυτοί που ανήκουν στήν αίρεση των καθαρών, που τήν καταδικάζουν οι ιεροί κανόνες. Φοβούνται μήπως μολυνθούν από τούς αιρετικούς.
Γι' αυτό καί οι αρχιερείς μας που είναι δυνατοί, όπως λέει ο Άγιος Ιωάννης τής Κλίμακος καί δεν φοβούνται νά παρασυρθούν από τούς <<αιρετικούς>>, μιλάνε μαζύ τους, τούς επισκέπτονται, κάθονται στό τραπέζι μαζύ τους, κάνουν τήν προσευχή τους πρό τού φαγητού, τούς δέχονται ακόμη καί στην εκκλησία (χωρίς θεία κοινωνία). Ακόμη πηγαίνουν καί στίς δικές τους εκκλησίες στίς γιορτές τους για νά διατηρήσουν μιά σχέση επικοινωνίας που θά τούς βοηθήσει , όσους θέλουν, νά μάθουν καλύτερα τήν ορθόδοξη αλήθεια. Καί αυτά όλα είναι βεβαίως σύμφωνα μέ τούς ιερούς κανόνες, μέ τό σκοπό που θέλουν νά εξυπηρετήσουν δηλαδή. Όσοι δεν θέλουν δεν υποχρεώνονται νά πάνε. Καί όσοι δεν μπορούν νά συζητήσουν μαζύ τους καί νά τά βγάλουν πέρα ας τους αφήσουν. Ομως οσοι μπορούν πρέπει νά τούς βοηθήσουν, όπως λέει πάλι ο Άγιος Ιωάννης τής Κλίμακος, που φαίνεται σάν νά διορθώνει, αλλά στήν πραγματικότητα απλώς αποκαλύπτει τό πνεύμα (=ερμηνεύει) τόν Απόστολο Παύλο:<<Τούς απίστους ή τούς αιρετικούς που μας επιτίθενται μέ κακότητα, ας τούς αφήνουμε "μετά πρώτην καί δευτέραν νουθεσίαν". Στους επιθυμούντας όμως νά μάθουν τήν αλήθειαν " τό καλόν ποιούντες έως αιώνος μή έκκακώμεν" (=κάνοντας τό καλό μέχρι αιώνος νά μήν απελπιζόμεθα), Α λ λ α κ α ί στίς δυό π ε ρ ι π τ ω σ ε ι ς α ς ε ι ν α ι η συ μ π ε ρ ι φ ο ρ ά μ α ς α ν ά λ ο γ η π ρ ο ς τ η ν ψυχι κ ή μ α ς δ υ ν α μ η κ α ι α ν τ ο χ ή>>.
Βλέπεις πώς αυτά εξαρτώνται από τήν ψυχική μας δύναμη και αντοχή καί δέν πρέπει νά τά ερμηνεύομε όπως οι Ιουδαίοι τό Σάββατο;
Μέσα σέ ένα καράβι που βούλιαζε οι επιβάτες προσηύχοντο γιά νά σωθούν. Ο καθένας στό Θεό του. Θυμηθήτε τήν ιστορία του προφήτη Ιωνά. Συμπροσηύχοντο επειδή ησαν στόν ιδιο χώρο; Μιά τέτοια αντίληψη ειναι πολύ χονδροειδής. Ακόμη καί εκείνοι οι αρχαίοι δεν είχαν τήν αίσθηση ότι συμπροσηύχοντο. Γι' αυτό είπαν στόν Ιωνά, όταν τόν ξύπνησαν <<Παρακάλεσε καί σύ τό θεό σου>>. Τό αναφέρω για νά καταλήξω στό ότι η συμπροσευχή δεν ειναι θέμα τόπου , αλλά πνεύματος. Στόν ίδιο τόπο μπορεί ο ένας νά παρακαλεί τό αληθινό Θεό καί ο άλλος τόν ψεύτικο. Αυτό δεν ειναι συμπροσευχή. Καί δεν νομίζω ότι υπήρξε ορθόδοξος αρχιερεύς που πηγαίνει σέ συναντήσεις μέ <<αιρετικούς>>, ο οποίος νά προσευχήθηκε σέ άλλον Θεό παρά στήν Αγία Τριάδα, όπως τήν πιστεύει η ορθόδοξη εκκλησία.
Συγγνώμην γιά τή μακρηγορία. Αλλά νομίζω ταπεινά ότι έχει γίνει τόσος θόρυβος καί έχουν παρασύρει τόσους πολλούς που καί αυτά που σας έγραψα είναι λίγα για νά κατανοηθή στό βάθος του τό θέμα.