"Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού"
Δημοσιεύτηκε: Παρ Ιούλ 18, 2008 3:03 pm
ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΚΥΝΗΤΟΥ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Α΄
Με του Θεού τη χάρι, είμαι ένας χριστιανός.
Οι πράξεις μου, αλλοίμονο, με παρουσιάζουν ένα μεγάλο αμαρτωλό κι ως προς τη ζωή μου, είμαι ένας άνθρωπος χωρίς σπίτι, προέρχομαι από πολύ άσημη οικογένεια και γυρίζω περιπλανώμενος από μέρος σε μέρος.
Τα υπάρχοντά μου είναι, ένα σακκούλι στην πλάτη μου με λίγο ψωμί μέσα, και μια Αγία Γραφή μεσʼ στην τσέπη του σακκακιού μου.
Αυτά είναι όλη μου η περιουσία.
Κάποτε, ήταν το Σάββατο της 32ας εβδομάδος μετά την Πεντηκοστή, κʼ επήγα στην Εκκλησία να προσευχηθώ και νʼ ακούσω τη θεία Λειτουργία.
Άκουσα τον Απόστολο της ημέρας που ήταν παρμένος από την πρώτη επιστολή του Παύλου προς Θεσσαλονικείς και μούκαναν πολύ βαθειά εντύπωσι οι δύο λέξεις, «αδιαλείπτως προσεύχεσθε».
Οι λέξεις αυτές εμπήκαν και κατέλαβαν κυριολεκτικά το μυαλό μου, άρχισα δε να σκέπτωμαι πώς είναι δυνατόν να προσεύχεται κανείς χωρίς να σταματά ούτε στιγμή, αφού ο κάθε άνθρωπος πρέπει να κάνη και κάποια άλλη δουλεία για να ζήση;
Εδιάβασα και ο ίδιος εις το δικό μου Ευαγγέλιο το ρητό αυτό που είχα ακούσει, δηλαδή, τα λόγια που προτρέπανε, κάθε στιγμή και σε κάθε τόπο ,να σηκώνουμε τα χέρια μας εις τον ουρανό και να προσευχώμεθα.
Εσκέφθηκα και ξανασκέφθηκα πάνω σʼ αυτήν την προτροπή , χωρίς να μπορέσω να την καταλάβω.
«Τι πρέπει να κάνω;» «Πού πρέπει να βρω κάποιον να μου εξηγήση τις δύσκολες αυτές λέξεις;» διερωτώμουνα κι απεφάσισα να πάω νʼ ακούσω τους καλύτερους ιεροκήρυκες, μήπως ημπορέσουν αυτοί και μου ερμηνεύσουν το μυστήριο και ξεδιαλύνουν την έννοιά του εις το μυαλό μου…
…Για πολύ καιρό έπειτα ,περιπλανήθηκα σε πολλά μέρη. Εδιάβαζα πάντα την Αγία Γραφή που είχα και όπου πήγαινα ρωτούσα αν υπάρχη κανένας δάσκαλος θρησκευτικός, κανένας ιερωμένος ή μοναχός, έχοντας έτσι την ελπίδα ότι κάποτε θα βρω κάποιον να με φωτίση εις την απορία και την δυσκολία μου αυτή την ανυπέρβλητη.
Κάποια μέρα τέλος, μούπαν ότι σ΄ ένα χωριό κοντά εκεί που ήμουνα, βρισκόταν κάποιος που είχε αφιερωθή εις την σωτηρία της ψυχής του. Είχε κʼ ένα εκκλησάκι εκεί που έμενε, δεν απομακρυνόταν ποτέ από το μέρος που ζούσε, περνούσε δε τις ημέρες του με εγκράτεια, με μελέτη και με προσευχή.
Αλήθεια! φτερά έκανα κʼ επήγα και τον ευρήκα. «Τι θέλεις από μένα;» μʼ ερώτησε. «Άκουσα ότι είσθε ένας άνθρωπος αφιερωμένος εις τον Θεόν» του απάντησα. «αλλά σας παρακαλώ, για την αγάπη του Χριστού, εξηγήστε μου τα λόγια του Αποστόλου , «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Πέστε μου πώς είναι δυνατόν να προσεύχεται κανείς χωρίς ποτέ να σταματά; Πάρα πολύ θέλω να μάθω γιʼ αυτό , που δυστυχώς δεν ημπορώ μόνος μου να το καταλάβω».
Εσιώπησε για λίγο και με είδε κοντά-κοντά. Έπειτα είπε: «Αδιάλειπτη εσωτερική προσευχή είναι η αδυσώπητη επιθυμία της ψυχής του ανθρώπου για τον Θεό. Για να επιτύχη κανείς εις αυτήν την άσκησι, που γεμίζει την ψυχήν από παρηγοριά, πρέπει να προσεύχεται εις τον Θεόν περισσότερο, όλο και πιο θερμά. Η ίδια η προσευχή θα σου αποκαλύψη πώς θα κατορθωθή να γίνη ακατάπαυστη. Αλλά αυτό θα διαρκέση αρκετά». Αυτά λέγοντας, μούδωσε τροφή και χρήματα για το ταξίδι μου και μʼ άφησε να φύγω…
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: « ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΥ»
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΚΑΡΑΝΙΚΟΛΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ
ΈΚΔΟΣΗ ΤΡΙΤΗ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ «ΑΣΤΗΡ»
ΑΛ. Κ΄ Ε. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Α΄
Με του Θεού τη χάρι, είμαι ένας χριστιανός.
Οι πράξεις μου, αλλοίμονο, με παρουσιάζουν ένα μεγάλο αμαρτωλό κι ως προς τη ζωή μου, είμαι ένας άνθρωπος χωρίς σπίτι, προέρχομαι από πολύ άσημη οικογένεια και γυρίζω περιπλανώμενος από μέρος σε μέρος.
Τα υπάρχοντά μου είναι, ένα σακκούλι στην πλάτη μου με λίγο ψωμί μέσα, και μια Αγία Γραφή μεσʼ στην τσέπη του σακκακιού μου.
Αυτά είναι όλη μου η περιουσία.
Κάποτε, ήταν το Σάββατο της 32ας εβδομάδος μετά την Πεντηκοστή, κʼ επήγα στην Εκκλησία να προσευχηθώ και νʼ ακούσω τη θεία Λειτουργία.
Άκουσα τον Απόστολο της ημέρας που ήταν παρμένος από την πρώτη επιστολή του Παύλου προς Θεσσαλονικείς και μούκαναν πολύ βαθειά εντύπωσι οι δύο λέξεις, «αδιαλείπτως προσεύχεσθε».
Οι λέξεις αυτές εμπήκαν και κατέλαβαν κυριολεκτικά το μυαλό μου, άρχισα δε να σκέπτωμαι πώς είναι δυνατόν να προσεύχεται κανείς χωρίς να σταματά ούτε στιγμή, αφού ο κάθε άνθρωπος πρέπει να κάνη και κάποια άλλη δουλεία για να ζήση;
Εδιάβασα και ο ίδιος εις το δικό μου Ευαγγέλιο το ρητό αυτό που είχα ακούσει, δηλαδή, τα λόγια που προτρέπανε, κάθε στιγμή και σε κάθε τόπο ,να σηκώνουμε τα χέρια μας εις τον ουρανό και να προσευχώμεθα.
Εσκέφθηκα και ξανασκέφθηκα πάνω σʼ αυτήν την προτροπή , χωρίς να μπορέσω να την καταλάβω.
«Τι πρέπει να κάνω;» «Πού πρέπει να βρω κάποιον να μου εξηγήση τις δύσκολες αυτές λέξεις;» διερωτώμουνα κι απεφάσισα να πάω νʼ ακούσω τους καλύτερους ιεροκήρυκες, μήπως ημπορέσουν αυτοί και μου ερμηνεύσουν το μυστήριο και ξεδιαλύνουν την έννοιά του εις το μυαλό μου…
…Για πολύ καιρό έπειτα ,περιπλανήθηκα σε πολλά μέρη. Εδιάβαζα πάντα την Αγία Γραφή που είχα και όπου πήγαινα ρωτούσα αν υπάρχη κανένας δάσκαλος θρησκευτικός, κανένας ιερωμένος ή μοναχός, έχοντας έτσι την ελπίδα ότι κάποτε θα βρω κάποιον να με φωτίση εις την απορία και την δυσκολία μου αυτή την ανυπέρβλητη.
Κάποια μέρα τέλος, μούπαν ότι σ΄ ένα χωριό κοντά εκεί που ήμουνα, βρισκόταν κάποιος που είχε αφιερωθή εις την σωτηρία της ψυχής του. Είχε κʼ ένα εκκλησάκι εκεί που έμενε, δεν απομακρυνόταν ποτέ από το μέρος που ζούσε, περνούσε δε τις ημέρες του με εγκράτεια, με μελέτη και με προσευχή.
Αλήθεια! φτερά έκανα κʼ επήγα και τον ευρήκα. «Τι θέλεις από μένα;» μʼ ερώτησε. «Άκουσα ότι είσθε ένας άνθρωπος αφιερωμένος εις τον Θεόν» του απάντησα. «αλλά σας παρακαλώ, για την αγάπη του Χριστού, εξηγήστε μου τα λόγια του Αποστόλου , «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Πέστε μου πώς είναι δυνατόν να προσεύχεται κανείς χωρίς ποτέ να σταματά; Πάρα πολύ θέλω να μάθω γιʼ αυτό , που δυστυχώς δεν ημπορώ μόνος μου να το καταλάβω».
Εσιώπησε για λίγο και με είδε κοντά-κοντά. Έπειτα είπε: «Αδιάλειπτη εσωτερική προσευχή είναι η αδυσώπητη επιθυμία της ψυχής του ανθρώπου για τον Θεό. Για να επιτύχη κανείς εις αυτήν την άσκησι, που γεμίζει την ψυχήν από παρηγοριά, πρέπει να προσεύχεται εις τον Θεόν περισσότερο, όλο και πιο θερμά. Η ίδια η προσευχή θα σου αποκαλύψη πώς θα κατορθωθή να γίνη ακατάπαυστη. Αλλά αυτό θα διαρκέση αρκετά». Αυτά λέγοντας, μούδωσε τροφή και χρήματα για το ταξίδι μου και μʼ άφησε να φύγω…
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: « ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΥ»
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΚΑΡΑΝΙΚΟΛΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ
ΈΚΔΟΣΗ ΤΡΙΤΗ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ «ΑΣΤΗΡ»
ΑΛ. Κ΄ Ε. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ