Αγαπάμε πραγματικά και πιστεύουμε...;
Δημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 28, 2006 10:03 pm
Εξομολόγησις που οδηγεί τον έσω άνθρωπο σε ταπείνωση
Στρέφοντας τα μάτια μου προσεκτικά εις τον εαυτό μου και παρακολουθώντας την πορεία της εσωτερικής μου καταστάσεως, πιστοποιώ από την πείρα μου, ότι δεν αγαπώ το Θεό, ότι δεν έχω θρησκευτική πίστη και ότι είμαι γεμάτος από υπερηφάνεια και υλοφροσύνη. Όλα αυτά τα βρίσκω εις τον εαυτό μου από λεπτομερή εξέταση των συναισθημάτων και της συμπεριφοράς μου.
1. Δεν αγαπώ τον Θεό.
Αν αγαπούσα πραγματικά τον Θεό θα είχα συνεχώς την σκέψη μου εστραμμένη προς Αυτόν και θα ήμουν ευτυχισμένος. Κάθε σκέψις για τον Θεό θα μου έδινε χαρά και αγαλλίαση. Αντιθέτως όμως, πολύ συχνότερα και πολύ ευκολότερα σκέπτομαι διάφορα γήινα πράγματα, ενώ η απασχόλησις της σκέψεώς μου με τον Θεό καταντά εργασία επίπονη και ξερή. Εάν αγαπούσα τον Θεόν, η συνομιλία μου με Αυτόν, δια της προσευχής, θα ήτο η τροφή και η τρυφή μου και θα με ωδηγούσε σε αδιάσπαστη επικοινωνία με Αυτόν. Όμως, όλως αντίθετα, όχι μόνο δεν ευρίσκω ευχαρίστησι εις την προσευχή μου αλλά χρειάζεται κάθε φορά να καταβάλλω προσπάθεια για να προσευχηθώ.
Αγωνίζομαι κατά της απροθυμίας, νικώμαι από την αμαρτωλότητά μου και είμαι πάντα πρόθυμος να καταπατώ με κάθε ανόητη σκέψι και πράγμα, ακόμη και κατά την ώρα της προσευχής, γεγονότα που όπως είναι φυσικό μικραίνουν την προσευχή και απομακρύνουν την σκέψι από αυτήν. Ο καιρός μου περνά αχρησιμοποίητος ή μάλλον χρησιμοποιείται σε μάταιες απασχολήσεις, όταν δε απασχολούμαι με τον Θεό, όταν θέτω τον εαυτό μου κάτω από την παρουσία Του, τότε κάθε ώρα μου φαίνεται πως είναι ολόκληρος χρόνος.
Όταν ένας άνθρωπος αγαπά κάποιο πρόσωπο, το σκέπτεται όλη την ημέρα χωρίς διακοπή, διατηρεί συνεχώς την εικόνα του μέσα εις την καρδιά του, φροντίζει γι’αυτό και σε καμία περίπτωση το αγαπημένο του πρόσωπο δεν φεύγει από την σκέψι του. Εγώ όμως, ολόκληρη την ημέρα είναι ζήτημα αν ξεχωρίζω έστω και μία ώρα για να βυθιστώ σε εντρύφηση και θεία μελέτη, για να ζωογονήσω την καρδιά μου με την αγάπη μου προς Αυτόν, ενώ με ευκολία και ευχαρίστηση ξοδεύω τις είκοσι τρεις ώρες του ημερονυκτίου σαν μια θερμή προσφορά και θυσία εις τα είδωλα των διάφορων παθών.
Ολοένα συζητώ τιποτένια πράγματα και γεγονότα, τα οποία μολύνουν το πνεύμα, κι αυτό μου δίνει ευχαρίστησι. Εις τις σκέψις μου για τον Θεό είμαι ξηρός, απρόθυμος και αμελής. Και όταν ακόμη χωρίς να το θέλω, συμβαίνει να με παρακινούν σε πνευματική συζήτησι, κοιτάζω να μετατρέψω το θέμα σε κάτι άλλο, πιο ευχάριστο εις τις επιθυμίες μου. Είμαι τρομερά περίεργος για κάθε μοντέρνο, για τα πολιτικά και για χίλια δυο άλλα ζητήματα. Πολύ συχνά ζητώ την ικανοποίησι εις την αγάπη στις κοσμικές γνώσεις, εις την επιστήμη, εις την τέχνη, και όλο θέλω και περισσότερα αγαθά να αποκτήσω. Η μελέτη του Νόμου του Θεού, η γνώσις Αυτού και της Θρησκείας, δεν μου κάνουν πολλην εντύπωσιν, ούτε ικανοποιούν την πνευματική πείνα της ψυχής μου. Όλα αυτά τα παραδέχομαι ότι είναι όχι μόνο ανούσια απασχόλησις για ένα χριστιανό, αλλά επι πλέον και ανωφελής.
Εάν η αγάπη για τον Θεό είναι η τήρησις των εντολών Του, όπως ο Χριστός είπε «ει αγαπάτε με τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε», εγώ όχι μόνο δεν τηρώ τις εντολές Του, αλλά ούτε καμμιά προσπάθεια καταβάλλω να κατορθώσω την τηρησίν τους. Έτσι είναι απόλυτη αλήθεια, την οποία εύκολα συμπεραίνει κανείς, ότι δεν αγαπώ τον Θεόν. Επάνω σ’αυτό ο Μέγας Βασίλειος λέει: «Η απόδειξις ότι ο άνθρωπος δεν αγαπά τον Θεόν και τον Χριστόν, έγκειται εις το γεγονός ότι δεν τηρεί τας εντολάς του».
Στρέφοντας τα μάτια μου προσεκτικά εις τον εαυτό μου και παρακολουθώντας την πορεία της εσωτερικής μου καταστάσεως, πιστοποιώ από την πείρα μου, ότι δεν αγαπώ το Θεό, ότι δεν έχω θρησκευτική πίστη και ότι είμαι γεμάτος από υπερηφάνεια και υλοφροσύνη. Όλα αυτά τα βρίσκω εις τον εαυτό μου από λεπτομερή εξέταση των συναισθημάτων και της συμπεριφοράς μου.
1. Δεν αγαπώ τον Θεό.
Αν αγαπούσα πραγματικά τον Θεό θα είχα συνεχώς την σκέψη μου εστραμμένη προς Αυτόν και θα ήμουν ευτυχισμένος. Κάθε σκέψις για τον Θεό θα μου έδινε χαρά και αγαλλίαση. Αντιθέτως όμως, πολύ συχνότερα και πολύ ευκολότερα σκέπτομαι διάφορα γήινα πράγματα, ενώ η απασχόλησις της σκέψεώς μου με τον Θεό καταντά εργασία επίπονη και ξερή. Εάν αγαπούσα τον Θεόν, η συνομιλία μου με Αυτόν, δια της προσευχής, θα ήτο η τροφή και η τρυφή μου και θα με ωδηγούσε σε αδιάσπαστη επικοινωνία με Αυτόν. Όμως, όλως αντίθετα, όχι μόνο δεν ευρίσκω ευχαρίστησι εις την προσευχή μου αλλά χρειάζεται κάθε φορά να καταβάλλω προσπάθεια για να προσευχηθώ.
Αγωνίζομαι κατά της απροθυμίας, νικώμαι από την αμαρτωλότητά μου και είμαι πάντα πρόθυμος να καταπατώ με κάθε ανόητη σκέψι και πράγμα, ακόμη και κατά την ώρα της προσευχής, γεγονότα που όπως είναι φυσικό μικραίνουν την προσευχή και απομακρύνουν την σκέψι από αυτήν. Ο καιρός μου περνά αχρησιμοποίητος ή μάλλον χρησιμοποιείται σε μάταιες απασχολήσεις, όταν δε απασχολούμαι με τον Θεό, όταν θέτω τον εαυτό μου κάτω από την παρουσία Του, τότε κάθε ώρα μου φαίνεται πως είναι ολόκληρος χρόνος.
Όταν ένας άνθρωπος αγαπά κάποιο πρόσωπο, το σκέπτεται όλη την ημέρα χωρίς διακοπή, διατηρεί συνεχώς την εικόνα του μέσα εις την καρδιά του, φροντίζει γι’αυτό και σε καμία περίπτωση το αγαπημένο του πρόσωπο δεν φεύγει από την σκέψι του. Εγώ όμως, ολόκληρη την ημέρα είναι ζήτημα αν ξεχωρίζω έστω και μία ώρα για να βυθιστώ σε εντρύφηση και θεία μελέτη, για να ζωογονήσω την καρδιά μου με την αγάπη μου προς Αυτόν, ενώ με ευκολία και ευχαρίστηση ξοδεύω τις είκοσι τρεις ώρες του ημερονυκτίου σαν μια θερμή προσφορά και θυσία εις τα είδωλα των διάφορων παθών.
Ολοένα συζητώ τιποτένια πράγματα και γεγονότα, τα οποία μολύνουν το πνεύμα, κι αυτό μου δίνει ευχαρίστησι. Εις τις σκέψις μου για τον Θεό είμαι ξηρός, απρόθυμος και αμελής. Και όταν ακόμη χωρίς να το θέλω, συμβαίνει να με παρακινούν σε πνευματική συζήτησι, κοιτάζω να μετατρέψω το θέμα σε κάτι άλλο, πιο ευχάριστο εις τις επιθυμίες μου. Είμαι τρομερά περίεργος για κάθε μοντέρνο, για τα πολιτικά και για χίλια δυο άλλα ζητήματα. Πολύ συχνά ζητώ την ικανοποίησι εις την αγάπη στις κοσμικές γνώσεις, εις την επιστήμη, εις την τέχνη, και όλο θέλω και περισσότερα αγαθά να αποκτήσω. Η μελέτη του Νόμου του Θεού, η γνώσις Αυτού και της Θρησκείας, δεν μου κάνουν πολλην εντύπωσιν, ούτε ικανοποιούν την πνευματική πείνα της ψυχής μου. Όλα αυτά τα παραδέχομαι ότι είναι όχι μόνο ανούσια απασχόλησις για ένα χριστιανό, αλλά επι πλέον και ανωφελής.
Εάν η αγάπη για τον Θεό είναι η τήρησις των εντολών Του, όπως ο Χριστός είπε «ει αγαπάτε με τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε», εγώ όχι μόνο δεν τηρώ τις εντολές Του, αλλά ούτε καμμιά προσπάθεια καταβάλλω να κατορθώσω την τηρησίν τους. Έτσι είναι απόλυτη αλήθεια, την οποία εύκολα συμπεραίνει κανείς, ότι δεν αγαπώ τον Θεόν. Επάνω σ’αυτό ο Μέγας Βασίλειος λέει: «Η απόδειξις ότι ο άνθρωπος δεν αγαπά τον Θεόν και τον Χριστόν, έγκειται εις το γεγονός ότι δεν τηρεί τας εντολάς του».