Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ:
Ο "άγιος" των γραμμάτων
150 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
«Οσον δε παρέρχεται
ο καιρός και γνωρίζομεν
περισσότερον το έργον του,
τόσον η εκτίμησίς μας
μεγαλώνει και ο θαυμασμός
μας γίνεται πλέον ένθερμος»
Ο ιερέας Γεώργιος Ρήγας στην επιστολή του προς τον εκδότη Ηλ. Δικαίο έγραψε τότε για τα χριστιανικά τέλη του κυρ-Αλέξανδρου. Ζήτησε να προσέλθει ο ιερεύς της Σκιάθου παπα-Ανδρέας Μπούρας και οι αδελφές του ζήτησαν να πάει μαζί στο σπίτι και ο γιατρός. Και διηγείται ο π. Γεώργιος Ρήγας:
"Ο Παπαδιαμάντης προ πάντων ήτο Χριστιανός και χριστιανός ευσεβής. Μόλις λοιπόν είδε τον ιατρόν είπεν εις αυτόν: "Τι θέλεις συ εδώ;" "Ηρθα να σε δω" του λέγει ο ιατρός. "Να ησυχάσης" του λέγει ο ασθενής, "εγώ θα κάμω πρώτα τα εκκλησιαστικά και ύστερα να 'ρθής εσύ"... Μόνος του, ολίγας ώρας πριν αποθάνη, έστειλε να κληθή ο ιερεύς διά να κοινωνήση. "Ξεύρεις! Μήπως αργότερα δεν καταπίνω!" έλεγεν. Ητο η παραμονή του θανάτου του και τότε του απονεμήθηκε το παράσημο του Σταυρού του Σωτήρος. Την εσπέραν της 2ας Ιανουαρίου 1911, παραμονήν του θανάτου του, "ανάψτε ένα κηρί", είπε "φέρτε μου κι ένα εκκλησιαστικόν βιβλίον". Το κηρίο ηνάφθη, επρόκειτο δε να έλθη και το βιβλίον, αλλά πάλιν αποκαμών ο Παπαδιαμάντης είπεν: "Αφήστε το βιβλίο. Απόψε θα ειπώ όσα ενθυμούμαι απ' έξω". Και ήρχισε ψάλλων τρεμουλιαστά "την χείρα σου την αψαμένην..." (σ.σ. πρόκειται για τροπάριο από τις Ωρες της εορτής των Φώτων που επέκειτο).
Αυτό ήταν και το τελευταίο ψάλσιμο του Παπαδιαμάντη, ο οποίος την ιδίαν νύκτα, κατά την 2αν μεταμεσονύκτιον, όταν εξημέρωνεν η 3η Ιανουαρίου, παρέδωκεν την ψυχήν του εις χείρας του Πλάστου. Η Σκιάθος όλη έκλαυσε και κλαίει διά την απώλειαν του Παπαδιαμάντη...".
Όπως διηγήθηκε μετά ο εξάδελφός του Α. Μωραϊτίδης, του Αγίου Βασιλείου μετέλαβε για τελευταία φορά. Όταν βράδιασε καλά την ίδια μέρα, ανασηκώθηκε λίγο σαν ενθουσιασμένος από κάποια ανάμνηση.
Ακουγε σιωπηλός το τραγούδι του Αγίου Βασιλείου (σ.σ: μάλλον πρόκειται για τα κάλαντα) το οποίο τραγουδούσαν τα παιδιά στο αγαπημένο του καφενείο, στην παραλία.
"Τι ωραία που το 'πανε στου Λάμπρου" ψιθύρισε και πρόσθεσε: "να 'μουν κι εγώ κει δα!".
Για το πένθος τότε στη Σκιάθο σχολιάζει ο καθηγητής και γνωστός συγγραφέας κ. Π. Β. Πάσχος σε άρθρο του: "Σήμερον ημπορούμε να είπωμεν ότι όχι μόνον η Σκιάθος, αλλ' η Ορθόδοξος Ελλάς ολόκληρος εθρήνησε την κοίμησιν του Αλεξάνδρου. Οσον δε παρέρχεται ο καιρός και γνωρίζομεν περισσότερον το έργο του, τόσον η εκτίμησίς μας μεγαλώνει προς την υψηλήν τέχνη του και ο θαυμασμός μας προς το πρόσωπό του γίνεται πλέον ένθερμος" (σ.σ.: από την έκδοση της "Ευθύνης" "Μνημόσυνο του Αλεξ. Παπαδιαμάντη" για τα 70χρονα από την κοίμησή του).
Εκλεκτός ιερέας
Πατέρας του Αλέξανδρου ήταν ο ιερέας παπα-Αδαμάντιος Εμμανουήλ, από τον οποίο πήρε και το επίθετό του. Ήταν εκλεκτός ιερέας και πολλά οφείλει σ' αυτόν ο άγιος των γραμμάτων μας. Είχε γεννηθεί στο Κάστρο της Σκιάθου το 1817. Στις 11 Φεβρουαρίου 1840 παντρεύτηκε την Γκιουλώ (1822-1896), κόρη του άρχοντα Αλέξανδρου Μωραΐτη, και τον Απρίλιο του 1842 χειροτονήθηκε ιερέας από τον Επίσκοπο Σκιάθου και Σκοπέλου Ευγένιο Οικονόμου. Απέκτησαν οκτώ παιδιά, τρεις γιους, τους Εμμανουήλ, Αλέξανδρο και Γεώργιο, και πέντε θυγατέρες, τις Ουρανία (η μόνη από όλα τα παιδιά που νυμφεύθηκε), Χαρίκλεια, Σοφούλα, Κυρατσούλα και πάλι Κυρατσούλα...
Ο π. Αδαμάντιος απεβίωσε στις 2 Ιουνίου 1895, σε ηλικία 78 ετών. Τότε ο γιος του, ο κυρ-Αλέξανδρος, εργαζόταν στην εφημερίδα "Ακρόπολις" (σ.σ: πιστεύουμε ότι η ΕΣΗΕΑ θα τον θυμηθεί φέτος, αφού υπήρξε συνάδελφος εκλεκτός) και έγραψε για τον πατέρα του συγκινητική νεκρολογία, την οποία αναδημοσιεύει ο ιερέας της Σκιάθου π. Γεώργιος Αθ. Σταματάς στο πόνημά του "Ο Ιερός Μητροπολιτικός Ναός Τριών Ιεραρχών Σκιάθου". Έτσι αρχίζει το κείμενό του:
"Σεμνοτάτη, πολλών ακολουθούντων, εγένετο η κηδεία του εν Κυρίω μεταστάντος εν γήρατι καλώ αιδεσιμωτάτου οικονόμου της εκκλησίας Σκιάθου Παπα-Αδαμαντίου, ήτις εν τω προσώπω αυτού εστερήθη ενός εκ των σεμνοτέρων και μάλλον ευπαιδεύτων εφημερίων.
Εις γένος Λευιτικόν ανήκων, εκηδεύθη πλησίον των συγγενών του, ηγουμένων της Κουνιστρίας...".
Ο Παπαδιαμάντης αισθανόταν και για το λόγο αυτό έναν πολύ μεγάλο πνευματικο δεσμό με την Παναγία την Κουνιστρία. Δεν είναι πολύ γνωστό ότι με επιστασία και σημειώσεις του είχε εκδοθεί το 1903 η "Ιστορία της Ιεράς και Σεβασμίας Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου της Εικονιστρίας της εν τη νήσω Σκιάθω και της θαυμαστής ευρέσεως της αγίας αυτής εικόνος", την οποία είχε γράψει ο Σκιαθίτης Επιφάνιος Δημητριάδης "εις δόξαν της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας και εις ωφέλειαν των αναγιγνωσκόντων και σωτηρίαν Επιφανίου του αμαρτωλού".
Στη δεύτερη έκδοση του συγκεκριμένου μικρού βιβλίου, που έγινε το 1926 από το βιβλιοπωλείο του Ιωάννου Σιδέρη, ο εξάδελφος του Παπαδιαμάντη Αλέξανδρος Μωραϊτίδης προσέθεσε Παρακλητικό Κανόνα ο οποίος ψάλλεται κατά τη λιτανεία της εικόνας και Πανηγυρική Ακολουθία για την εύρευσή της. Από το λόγιο εφημέριο του Ι. Μητροπολιτικού Ναού των Τριών Ιεραρχών Σκιάθου π. Γεώργιο Σταματά πληροφορηθήκαμε ότι έχει τυπωθεί και η έβδομη έκδοση του εν λόγω μικρού βιβλίου.
Χαμένα αντίγραφα
Στον πρόλόγο του και απευθυνόμενος στους αναγνώστες του, ο Παπαδιαμάντης γράφει ότι το βιβλιάριο γράφτηκε στις αρχές του 1800 από τον Επιφάνιο Δημητριάδη και τα αντίγραφα του τετραδίου είχαν χαθεί επί πολλά χρόνια, έως ότου βρέθηκε ένα στο Αγιον Όρος, το 1873, το οποίο είχε γράψει με το χέρι του ο Προηγούμενος της Ι. Μονής Δοχειαρίου μακαρίτης παπα-Ευλόγιος Μυρώδης, που επίσης καταγόταν από τη Σκιάθο. Κι αφού εξιστορεί το πώς έφτασε στα χέρια του, επιλέγει ο άγιος των γραμμάτων μας: "Το μικρόν τούτο τεύχος διανέμεται εις τους φιλευσεβείς χριστιανούς αντί προαιρετικής τινος εισφοράς, μελλούσης να χρησιμεύση προς επισκευήν και ανακαίνισιν μέρους του Ναού της Παναγίας της Κουνιστρίας, ετοιμόρροπου όντος. Ερρωσθε. Εν Σκιάθω 1903, κατά Οκτώβριον. Α. Παπαδιαμάντης".
Όπως μας είπε ο π. Γεώργιος Σταματάς, ο ναός της Παναγίας της Εικονιστρίας σήμερα εσωτερικά χρήζει άμεσης συντήρησης, και ιδιαιτέρως οι τοιχογραφίες του ναού και το ξυλόγλυπτο τέμπλο, που είναι υπό κατάρρευση. Στην ιστορική μονή μένει πλέον μια γυναίκα ως φύλακας. Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Εικονιστρίας μεταφέρθηκε στον Ι. Ναό των Τριών Ιεραρχών το 1858, όπου φυλάσσεται έως σήμερα "αποτελώντας την καρδιά όλων των ευλαβών Σκιαθιτών, όπου κι αν βρίσκονται αυτοί", όπως γράφει στο βιβλίο του ο π. Γεώργιος.
(Από την εφημερίδα "Ελεύθερος Τύπος")
Του Γεωργίου Ν. Παπαθανασόπουλου
19/1/2001
Ο "άγιος" των γραμμάτων
150 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
«Οσον δε παρέρχεται
ο καιρός και γνωρίζομεν
περισσότερον το έργον του,
τόσον η εκτίμησίς μας
μεγαλώνει και ο θαυμασμός
μας γίνεται πλέον ένθερμος»
Ο ιερέας Γεώργιος Ρήγας στην επιστολή του προς τον εκδότη Ηλ. Δικαίο έγραψε τότε για τα χριστιανικά τέλη του κυρ-Αλέξανδρου. Ζήτησε να προσέλθει ο ιερεύς της Σκιάθου παπα-Ανδρέας Μπούρας και οι αδελφές του ζήτησαν να πάει μαζί στο σπίτι και ο γιατρός. Και διηγείται ο π. Γεώργιος Ρήγας:
"Ο Παπαδιαμάντης προ πάντων ήτο Χριστιανός και χριστιανός ευσεβής. Μόλις λοιπόν είδε τον ιατρόν είπεν εις αυτόν: "Τι θέλεις συ εδώ;" "Ηρθα να σε δω" του λέγει ο ιατρός. "Να ησυχάσης" του λέγει ο ασθενής, "εγώ θα κάμω πρώτα τα εκκλησιαστικά και ύστερα να 'ρθής εσύ"... Μόνος του, ολίγας ώρας πριν αποθάνη, έστειλε να κληθή ο ιερεύς διά να κοινωνήση. "Ξεύρεις! Μήπως αργότερα δεν καταπίνω!" έλεγεν. Ητο η παραμονή του θανάτου του και τότε του απονεμήθηκε το παράσημο του Σταυρού του Σωτήρος. Την εσπέραν της 2ας Ιανουαρίου 1911, παραμονήν του θανάτου του, "ανάψτε ένα κηρί", είπε "φέρτε μου κι ένα εκκλησιαστικόν βιβλίον". Το κηρίο ηνάφθη, επρόκειτο δε να έλθη και το βιβλίον, αλλά πάλιν αποκαμών ο Παπαδιαμάντης είπεν: "Αφήστε το βιβλίο. Απόψε θα ειπώ όσα ενθυμούμαι απ' έξω". Και ήρχισε ψάλλων τρεμουλιαστά "την χείρα σου την αψαμένην..." (σ.σ. πρόκειται για τροπάριο από τις Ωρες της εορτής των Φώτων που επέκειτο).
Αυτό ήταν και το τελευταίο ψάλσιμο του Παπαδιαμάντη, ο οποίος την ιδίαν νύκτα, κατά την 2αν μεταμεσονύκτιον, όταν εξημέρωνεν η 3η Ιανουαρίου, παρέδωκεν την ψυχήν του εις χείρας του Πλάστου. Η Σκιάθος όλη έκλαυσε και κλαίει διά την απώλειαν του Παπαδιαμάντη...".
Όπως διηγήθηκε μετά ο εξάδελφός του Α. Μωραϊτίδης, του Αγίου Βασιλείου μετέλαβε για τελευταία φορά. Όταν βράδιασε καλά την ίδια μέρα, ανασηκώθηκε λίγο σαν ενθουσιασμένος από κάποια ανάμνηση.
Ακουγε σιωπηλός το τραγούδι του Αγίου Βασιλείου (σ.σ: μάλλον πρόκειται για τα κάλαντα) το οποίο τραγουδούσαν τα παιδιά στο αγαπημένο του καφενείο, στην παραλία.
"Τι ωραία που το 'πανε στου Λάμπρου" ψιθύρισε και πρόσθεσε: "να 'μουν κι εγώ κει δα!".
Για το πένθος τότε στη Σκιάθο σχολιάζει ο καθηγητής και γνωστός συγγραφέας κ. Π. Β. Πάσχος σε άρθρο του: "Σήμερον ημπορούμε να είπωμεν ότι όχι μόνον η Σκιάθος, αλλ' η Ορθόδοξος Ελλάς ολόκληρος εθρήνησε την κοίμησιν του Αλεξάνδρου. Οσον δε παρέρχεται ο καιρός και γνωρίζομεν περισσότερον το έργο του, τόσον η εκτίμησίς μας μεγαλώνει προς την υψηλήν τέχνη του και ο θαυμασμός μας προς το πρόσωπό του γίνεται πλέον ένθερμος" (σ.σ.: από την έκδοση της "Ευθύνης" "Μνημόσυνο του Αλεξ. Παπαδιαμάντη" για τα 70χρονα από την κοίμησή του).
Εκλεκτός ιερέας
Πατέρας του Αλέξανδρου ήταν ο ιερέας παπα-Αδαμάντιος Εμμανουήλ, από τον οποίο πήρε και το επίθετό του. Ήταν εκλεκτός ιερέας και πολλά οφείλει σ' αυτόν ο άγιος των γραμμάτων μας. Είχε γεννηθεί στο Κάστρο της Σκιάθου το 1817. Στις 11 Φεβρουαρίου 1840 παντρεύτηκε την Γκιουλώ (1822-1896), κόρη του άρχοντα Αλέξανδρου Μωραΐτη, και τον Απρίλιο του 1842 χειροτονήθηκε ιερέας από τον Επίσκοπο Σκιάθου και Σκοπέλου Ευγένιο Οικονόμου. Απέκτησαν οκτώ παιδιά, τρεις γιους, τους Εμμανουήλ, Αλέξανδρο και Γεώργιο, και πέντε θυγατέρες, τις Ουρανία (η μόνη από όλα τα παιδιά που νυμφεύθηκε), Χαρίκλεια, Σοφούλα, Κυρατσούλα και πάλι Κυρατσούλα...
Ο π. Αδαμάντιος απεβίωσε στις 2 Ιουνίου 1895, σε ηλικία 78 ετών. Τότε ο γιος του, ο κυρ-Αλέξανδρος, εργαζόταν στην εφημερίδα "Ακρόπολις" (σ.σ: πιστεύουμε ότι η ΕΣΗΕΑ θα τον θυμηθεί φέτος, αφού υπήρξε συνάδελφος εκλεκτός) και έγραψε για τον πατέρα του συγκινητική νεκρολογία, την οποία αναδημοσιεύει ο ιερέας της Σκιάθου π. Γεώργιος Αθ. Σταματάς στο πόνημά του "Ο Ιερός Μητροπολιτικός Ναός Τριών Ιεραρχών Σκιάθου". Έτσι αρχίζει το κείμενό του:
"Σεμνοτάτη, πολλών ακολουθούντων, εγένετο η κηδεία του εν Κυρίω μεταστάντος εν γήρατι καλώ αιδεσιμωτάτου οικονόμου της εκκλησίας Σκιάθου Παπα-Αδαμαντίου, ήτις εν τω προσώπω αυτού εστερήθη ενός εκ των σεμνοτέρων και μάλλον ευπαιδεύτων εφημερίων.
Εις γένος Λευιτικόν ανήκων, εκηδεύθη πλησίον των συγγενών του, ηγουμένων της Κουνιστρίας...".
Ο Παπαδιαμάντης αισθανόταν και για το λόγο αυτό έναν πολύ μεγάλο πνευματικο δεσμό με την Παναγία την Κουνιστρία. Δεν είναι πολύ γνωστό ότι με επιστασία και σημειώσεις του είχε εκδοθεί το 1903 η "Ιστορία της Ιεράς και Σεβασμίας Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου της Εικονιστρίας της εν τη νήσω Σκιάθω και της θαυμαστής ευρέσεως της αγίας αυτής εικόνος", την οποία είχε γράψει ο Σκιαθίτης Επιφάνιος Δημητριάδης "εις δόξαν της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας και εις ωφέλειαν των αναγιγνωσκόντων και σωτηρίαν Επιφανίου του αμαρτωλού".
Στη δεύτερη έκδοση του συγκεκριμένου μικρού βιβλίου, που έγινε το 1926 από το βιβλιοπωλείο του Ιωάννου Σιδέρη, ο εξάδελφος του Παπαδιαμάντη Αλέξανδρος Μωραϊτίδης προσέθεσε Παρακλητικό Κανόνα ο οποίος ψάλλεται κατά τη λιτανεία της εικόνας και Πανηγυρική Ακολουθία για την εύρευσή της. Από το λόγιο εφημέριο του Ι. Μητροπολιτικού Ναού των Τριών Ιεραρχών Σκιάθου π. Γεώργιο Σταματά πληροφορηθήκαμε ότι έχει τυπωθεί και η έβδομη έκδοση του εν λόγω μικρού βιβλίου.
Χαμένα αντίγραφα
Στον πρόλόγο του και απευθυνόμενος στους αναγνώστες του, ο Παπαδιαμάντης γράφει ότι το βιβλιάριο γράφτηκε στις αρχές του 1800 από τον Επιφάνιο Δημητριάδη και τα αντίγραφα του τετραδίου είχαν χαθεί επί πολλά χρόνια, έως ότου βρέθηκε ένα στο Αγιον Όρος, το 1873, το οποίο είχε γράψει με το χέρι του ο Προηγούμενος της Ι. Μονής Δοχειαρίου μακαρίτης παπα-Ευλόγιος Μυρώδης, που επίσης καταγόταν από τη Σκιάθο. Κι αφού εξιστορεί το πώς έφτασε στα χέρια του, επιλέγει ο άγιος των γραμμάτων μας: "Το μικρόν τούτο τεύχος διανέμεται εις τους φιλευσεβείς χριστιανούς αντί προαιρετικής τινος εισφοράς, μελλούσης να χρησιμεύση προς επισκευήν και ανακαίνισιν μέρους του Ναού της Παναγίας της Κουνιστρίας, ετοιμόρροπου όντος. Ερρωσθε. Εν Σκιάθω 1903, κατά Οκτώβριον. Α. Παπαδιαμάντης".
Όπως μας είπε ο π. Γεώργιος Σταματάς, ο ναός της Παναγίας της Εικονιστρίας σήμερα εσωτερικά χρήζει άμεσης συντήρησης, και ιδιαιτέρως οι τοιχογραφίες του ναού και το ξυλόγλυπτο τέμπλο, που είναι υπό κατάρρευση. Στην ιστορική μονή μένει πλέον μια γυναίκα ως φύλακας. Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Εικονιστρίας μεταφέρθηκε στον Ι. Ναό των Τριών Ιεραρχών το 1858, όπου φυλάσσεται έως σήμερα "αποτελώντας την καρδιά όλων των ευλαβών Σκιαθιτών, όπου κι αν βρίσκονται αυτοί", όπως γράφει στο βιβλίο του ο π. Γεώργιος.
(Από την εφημερίδα "Ελεύθερος Τύπος")
Του Γεωργίου Ν. Παπαθανασόπουλου
19/1/2001
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ: ΤΟ ΥΦΟΣ ΓΡΑΦΗΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ - ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ
Το έργο του Aλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ενός εκ των κορυφαίων εκπροσώπων των Ελληνικών Γραμμάτων, είναι πανθομολογουμένως έργο μεγίστης μορφωτικής και παιδαγωγικής αξίας. Αυτήν την παιδευτική αξία, εμείς οι παιδαγωγοί, είμαστε σε θέση να την εκτιμήσουμε στις πραγματικές της διαστάσεις και να την προβάλλουμε κατόπι με την ανάλογη στάση μας στους μαθητές μας. Η επαφή τόσο ημών των μεγαλυτέρων όσο και των παιδιών μας με το έργο του Παπαδιαμάντη, ήταν και θα είναι πάντοτε μία πρώτης τάξεως μορφωτική εμπειρία. Αυτό είναι και το κίνητρο που με οδήγησε στο μικρό αυτό σημείωμα.
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι από τους πιο γνήσιους εκφραστές της Γλωσσικής και Θρησκευτικής μας Παράδοσης. Κι όλοι οι παιδαγωγοί γνωρίζουμε καλά πως το σέβας προς τη Γλωσσική μας Παράδοση και η σπουδή της, όπως επίσης και το σέβας προς τη Θρησκευτική μας Παράδοση και η σπουδή της, ήταν, είναι και θα είναι τα αγκωνάρια της Παιδείας μας. Ο καλός παιδαγωγός, γνωρίζει την αξία των παραπάνω, γιατί είναι εκείνος ο οποίος πρωτίστως σέβεται και σπουδάζει την Παράδοση του τόπου του και επάνω σε αυτή στηρίζει την προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη τόσο τη δική του όσο και των μαθητών του.
Με αφετηρία τα παραπάνω, επιχειρούμε με το μικρό τούτο κείμενό μας, μια σύντομη εισαγωγική προσέγγιση στον Παπαδιαμάντη. Οι πηγές για τη σύνταξή του, βρίσκονται στη σχετική πλούσια βιβλιογραφία και κατʼ εξοχήν στο έργο του καλύτερου μελετητή του, του Δ.Ν. Τριανταφυλλόπουλου αλλά και στην προσωπική μας εκτίμηση από την ανάγνωση των έργων του.
Ο Παπαδιαμάντης θέλει κατά το δυνατόν γνήσια, λαγαρή, ορθόδοξη, εκκλησιολογική και εκκλησιαστική προσέγγιση. Στα έργα του, έχει ως πρωταγωνιστές, απλούς, περιθωριακούς, «κακούς» και «αμαρτωλούς» ανθρώπους. Δε χτυπάει όμως ποτέ τον φορέα του κακού, δηλαδή το πρόσωπο αλλά την κακότητα, το αμάρτημα, το λάθος. Αγαπά στοργικά όλους τους ήρωές του. Κι όλοι, αν όχι οι περισσότεροι ήρωές του, έχουν ένα κρίσιμο κοινό χαρακτηριστικό: επαναστατούν ενάντια στο Θεό.
Ο Παπαδιαμάντης είναι πρωτίστως άνθρωπος της Εκκλησίας. Το έργο του ευωδιάζει εκκλησιά. Γι αυτόν ο εκκλησιασμός είναι, όπως λέει ο Ν. Γαβριήλ Πεντζίκης: «κατάθεση του πεπτωκότος οργανισμού στην εκκλησία». Παρότι καταπονημένος από τη σκληρή δουλειά του δημοσιογράφου: κειμενογράφος, κριτικός, μεταφραστής κ. λ π., εντούτοις επήγαινε και στις αγρύπνιες κι εκεί αναπαυόταν το σώμα του.
Ο Παπαδιαμάντης ήταν ο αισθητικός της Ορθοδοξίας. Αισθησιακά ζούσε, έγραφε, πίστευε. Κατʼ αίσθησιν πιστός. Γνήσιος. Δεν διανοητικοποίησε ποτέ την πίστη. Την έβγαζε όπως το παιδί το μικρό το γέλιο του. Αυθόρμητα, ειλικρινά, ταπεινά. Ισχύει γι αυτόν αυτό που είπε ο Γιώργος Σεφέρης: Ο Παπαδιαμάντης έκανε το δόγμα (την χριστιανική πίστη) φύση, όπου το Ορθοδόξως ζην είναι το φυσικώς ζην.
Όταν έψελνε - κι έψελνε λιτά, φυσικά - έθελγε τους πάντες. Μια φορά τον άκουσε ένα κοριτσάκι εννιά χρονών που έψελνε το «Αναστάσεως ημέρα», έλαμψαν τα ματάκια του και χαμογελούσε. Το είδε μετά το παιδί ο Παπαδιαμάντης και το ρώτησε τι του άρεσε. «Α΄ κυρ Αλέξανδρε», απάντησε το κοριτσάκι, «μου αρέσανε πολύ τα τραγούδια του Χριστού».
Η φωνή του ως ψάλτη, όπως τη θυμούνται αυτοί που τον άκουγαν, έβγαινε ήρεμα, αβίαστα, με γλυκύτητα και πραότητα. Ήταν πράος ο Ιησούς και η δοξολογία του πρέπει να γίνεται με πραότητα κι όχι με τεριρέμ τεριρέμ.
Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΚΑΙ Η
“EMPATHY”ΣΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ
Σε όλα τα έργα του ο Παπαδιαμάντης οδηγεί στα όρια τους τους ήρωές του και «δείχνει» τη μεγαλύτερη δυνατή ενσυναίσθηση στη σκέψη τους, στην κρίση τους, στις αποφάσεις τους και στις πράξεις τους. Εκτός από τη «Φόνισσα» που θα μπορούσε να ήταν το πλέον αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της «empathy» του Παπαδιαμάντη προς την ηρωΐδα του, η παραπάνω στάση του είναι διάχυτη σε όλα τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εν προκειμένω και « Ο Γάμος του Καραχμέτη». Σʼ αυτό το διήγημα η Σεραϊνώ, η Κουμπίνα, δεν αποχτούσε παιδί κι ο Κουμπής ο άντρας της, προεστώς του χωριού που το επιθυμούσε διακαώς, επήγε και παντρεύτηκε τη Λελούδα. Κι όταν ο Κουμπής είπε στη Σεραϊνώ να μην είναι πλέον στο ίδιο σπίτι με τη νέα του γυναίκα , αυτή του είπε: «όχι θα μείνω εδώ, για να μεγαλώσω τα παιδιά της Λουλούδως».
Δηλαδή, παρά τη βίαιη προσβολή που υπέστη - διγαμία , μοιχεία - όχι μόνο δεν έφυγε, δε ζήτησε διαζύγιο, αλλά ξεπέρασε ακόμα και το Ευαγγέλιο που λέει να μην χωρίζουν τα ανδρόγυνα, παρά μόνο στη μοιχεία. Empathy λοιπόν υπερτάτου βαθμού στη Σεραϊνώ, στη Λουλούδω, μια empathy που συμπυκνώνει όλο το ρεαλισμό και την τραγικότητα για τη θέση της ελληνίδας στην αγροτική κοινωνία του 19ου αιώνα, empathy και στον άνδρα της, στα παιδιά που «δεν του έκανε» και που θα του «έκανε κάποια άλλη».
Για να θυμηθούμε τον έξοχο Παπαδιαμάντειο λόγο, το ύφος/ήθος του ανδρός, παραθέτω κι ένα ελάχιστο δείγμα γραφής από το τέλος του παραπάνω διηγήματος.: «…… Η Σεραΐνα επέζησε δέκα ή δώδεκα έτη, όσα ήρκουν δια νʼ αναθρέψει τα τέκνα του Κουμπή. Ανεπαύθη κʼ ετάφη έξωθεν του ναΐσκου του Αγίου Δημητρίου………
Όταν επήγαν μετά τρία έτη να σκάψουν για την ανακομιδή των λειψάνων της, λεπτόν θεσπέσιον άρωμα ως βασιλικού, μόσχου και ρόδου άμα, ανήλθεν εις τους μυκτήρας του ιερέως, του σκάπτοντος εργάτου, της Λελούδας και δύο άλλων παρισταμένων γυναικών.
Τα κόκαλά της είχον ευωδιάσει.»
Τα ευλογημένα Ελληνικά του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ας είναι για μας τους παιδαγωγούς του 2006 τροχειοδεικτικά για το πώς μπορούν να μορφωθούν τα σημερινά ελληνόπουλα και για το ποιο μπορεί να είναι τελικά το ουσιαστικό περιεχόμενο μιας γνήσιας Ελληνικής Παιδείας.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΝΙΚ. ΖΗΚΟΣ
ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ
Το έργο του Aλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ενός εκ των κορυφαίων εκπροσώπων των Ελληνικών Γραμμάτων, είναι πανθομολογουμένως έργο μεγίστης μορφωτικής και παιδαγωγικής αξίας. Αυτήν την παιδευτική αξία, εμείς οι παιδαγωγοί, είμαστε σε θέση να την εκτιμήσουμε στις πραγματικές της διαστάσεις και να την προβάλλουμε κατόπι με την ανάλογη στάση μας στους μαθητές μας. Η επαφή τόσο ημών των μεγαλυτέρων όσο και των παιδιών μας με το έργο του Παπαδιαμάντη, ήταν και θα είναι πάντοτε μία πρώτης τάξεως μορφωτική εμπειρία. Αυτό είναι και το κίνητρο που με οδήγησε στο μικρό αυτό σημείωμα.
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι από τους πιο γνήσιους εκφραστές της Γλωσσικής και Θρησκευτικής μας Παράδοσης. Κι όλοι οι παιδαγωγοί γνωρίζουμε καλά πως το σέβας προς τη Γλωσσική μας Παράδοση και η σπουδή της, όπως επίσης και το σέβας προς τη Θρησκευτική μας Παράδοση και η σπουδή της, ήταν, είναι και θα είναι τα αγκωνάρια της Παιδείας μας. Ο καλός παιδαγωγός, γνωρίζει την αξία των παραπάνω, γιατί είναι εκείνος ο οποίος πρωτίστως σέβεται και σπουδάζει την Παράδοση του τόπου του και επάνω σε αυτή στηρίζει την προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη τόσο τη δική του όσο και των μαθητών του.
Με αφετηρία τα παραπάνω, επιχειρούμε με το μικρό τούτο κείμενό μας, μια σύντομη εισαγωγική προσέγγιση στον Παπαδιαμάντη. Οι πηγές για τη σύνταξή του, βρίσκονται στη σχετική πλούσια βιβλιογραφία και κατʼ εξοχήν στο έργο του καλύτερου μελετητή του, του Δ.Ν. Τριανταφυλλόπουλου αλλά και στην προσωπική μας εκτίμηση από την ανάγνωση των έργων του.
Ο Παπαδιαμάντης θέλει κατά το δυνατόν γνήσια, λαγαρή, ορθόδοξη, εκκλησιολογική και εκκλησιαστική προσέγγιση. Στα έργα του, έχει ως πρωταγωνιστές, απλούς, περιθωριακούς, «κακούς» και «αμαρτωλούς» ανθρώπους. Δε χτυπάει όμως ποτέ τον φορέα του κακού, δηλαδή το πρόσωπο αλλά την κακότητα, το αμάρτημα, το λάθος. Αγαπά στοργικά όλους τους ήρωές του. Κι όλοι, αν όχι οι περισσότεροι ήρωές του, έχουν ένα κρίσιμο κοινό χαρακτηριστικό: επαναστατούν ενάντια στο Θεό.
Ο Παπαδιαμάντης είναι πρωτίστως άνθρωπος της Εκκλησίας. Το έργο του ευωδιάζει εκκλησιά. Γι αυτόν ο εκκλησιασμός είναι, όπως λέει ο Ν. Γαβριήλ Πεντζίκης: «κατάθεση του πεπτωκότος οργανισμού στην εκκλησία». Παρότι καταπονημένος από τη σκληρή δουλειά του δημοσιογράφου: κειμενογράφος, κριτικός, μεταφραστής κ. λ π., εντούτοις επήγαινε και στις αγρύπνιες κι εκεί αναπαυόταν το σώμα του.
Ο Παπαδιαμάντης ήταν ο αισθητικός της Ορθοδοξίας. Αισθησιακά ζούσε, έγραφε, πίστευε. Κατʼ αίσθησιν πιστός. Γνήσιος. Δεν διανοητικοποίησε ποτέ την πίστη. Την έβγαζε όπως το παιδί το μικρό το γέλιο του. Αυθόρμητα, ειλικρινά, ταπεινά. Ισχύει γι αυτόν αυτό που είπε ο Γιώργος Σεφέρης: Ο Παπαδιαμάντης έκανε το δόγμα (την χριστιανική πίστη) φύση, όπου το Ορθοδόξως ζην είναι το φυσικώς ζην.
Όταν έψελνε - κι έψελνε λιτά, φυσικά - έθελγε τους πάντες. Μια φορά τον άκουσε ένα κοριτσάκι εννιά χρονών που έψελνε το «Αναστάσεως ημέρα», έλαμψαν τα ματάκια του και χαμογελούσε. Το είδε μετά το παιδί ο Παπαδιαμάντης και το ρώτησε τι του άρεσε. «Α΄ κυρ Αλέξανδρε», απάντησε το κοριτσάκι, «μου αρέσανε πολύ τα τραγούδια του Χριστού».
Η φωνή του ως ψάλτη, όπως τη θυμούνται αυτοί που τον άκουγαν, έβγαινε ήρεμα, αβίαστα, με γλυκύτητα και πραότητα. Ήταν πράος ο Ιησούς και η δοξολογία του πρέπει να γίνεται με πραότητα κι όχι με τεριρέμ τεριρέμ.
Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΚΑΙ Η
“EMPATHY”ΣΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ
Σε όλα τα έργα του ο Παπαδιαμάντης οδηγεί στα όρια τους τους ήρωές του και «δείχνει» τη μεγαλύτερη δυνατή ενσυναίσθηση στη σκέψη τους, στην κρίση τους, στις αποφάσεις τους και στις πράξεις τους. Εκτός από τη «Φόνισσα» που θα μπορούσε να ήταν το πλέον αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της «empathy» του Παπαδιαμάντη προς την ηρωΐδα του, η παραπάνω στάση του είναι διάχυτη σε όλα τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εν προκειμένω και « Ο Γάμος του Καραχμέτη». Σʼ αυτό το διήγημα η Σεραϊνώ, η Κουμπίνα, δεν αποχτούσε παιδί κι ο Κουμπής ο άντρας της, προεστώς του χωριού που το επιθυμούσε διακαώς, επήγε και παντρεύτηκε τη Λελούδα. Κι όταν ο Κουμπής είπε στη Σεραϊνώ να μην είναι πλέον στο ίδιο σπίτι με τη νέα του γυναίκα , αυτή του είπε: «όχι θα μείνω εδώ, για να μεγαλώσω τα παιδιά της Λουλούδως».
Δηλαδή, παρά τη βίαιη προσβολή που υπέστη - διγαμία , μοιχεία - όχι μόνο δεν έφυγε, δε ζήτησε διαζύγιο, αλλά ξεπέρασε ακόμα και το Ευαγγέλιο που λέει να μην χωρίζουν τα ανδρόγυνα, παρά μόνο στη μοιχεία. Empathy λοιπόν υπερτάτου βαθμού στη Σεραϊνώ, στη Λουλούδω, μια empathy που συμπυκνώνει όλο το ρεαλισμό και την τραγικότητα για τη θέση της ελληνίδας στην αγροτική κοινωνία του 19ου αιώνα, empathy και στον άνδρα της, στα παιδιά που «δεν του έκανε» και που θα του «έκανε κάποια άλλη».
Για να θυμηθούμε τον έξοχο Παπαδιαμάντειο λόγο, το ύφος/ήθος του ανδρός, παραθέτω κι ένα ελάχιστο δείγμα γραφής από το τέλος του παραπάνω διηγήματος.: «…… Η Σεραΐνα επέζησε δέκα ή δώδεκα έτη, όσα ήρκουν δια νʼ αναθρέψει τα τέκνα του Κουμπή. Ανεπαύθη κʼ ετάφη έξωθεν του ναΐσκου του Αγίου Δημητρίου………
Όταν επήγαν μετά τρία έτη να σκάψουν για την ανακομιδή των λειψάνων της, λεπτόν θεσπέσιον άρωμα ως βασιλικού, μόσχου και ρόδου άμα, ανήλθεν εις τους μυκτήρας του ιερέως, του σκάπτοντος εργάτου, της Λελούδας και δύο άλλων παρισταμένων γυναικών.
Τα κόκαλά της είχον ευωδιάσει.»
Τα ευλογημένα Ελληνικά του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ας είναι για μας τους παιδαγωγούς του 2006 τροχειοδεικτικά για το πώς μπορούν να μορφωθούν τα σημερινά ελληνόπουλα και για το ποιο μπορεί να είναι τελικά το ουσιαστικό περιεχόμενο μιας γνήσιας Ελληνικής Παιδείας.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΝΙΚ. ΖΗΚΟΣ
ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
ΤΟ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
Την Μεγάλη Παρασκευή ο υμνωδός, εκστατικός προ του μεγαλείου της θυσίας του Θεανθρώπου, αναφωνεί: «Ποῖα ἄσματα μέλψω τῇ σῇ ἐξόδῳ, οἰκτίρμον;» Η ποίηση και η μουσική της Μεγάλης Εβδομάδος είναι σίγουρα η κορύφωση της Ορθόδοξης Υμνογραφίας, που προσφέρει στον άνθρωπο την δυνατότητα βιώσεως της σιωπής, τη δυνατότητα βιώσεως του μυστηρίου της ανακεφαλαίωσης της σωτηρίας ανθρώπου και κόσμου, μέσα από τη λατρεία. Το «σήμερον» της θείας λατρείας, «σήμερον ὁ Χριστός παραγίνεται ἐν τῇ οἰκία τοῦ φαρισαίου», «σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου», «τήν σήμερον μυστικῶς ὁ μέγας Μωϋσῆς προδιετυποῦτο», αυτή η αμεσότητα, η παροντοποίηση των σωτηριωδών γεγονότων που συνδέονται με τα Πάθη του Χριστού, πραγματοποιείται με τα δρώμενα που προβλέπονται από το Τυπικό της Εκκλησίας - λιτάνευση της εικόνας του Νυμφίου, του Σταυρού, του Επιταφίου - αλλά κυρίως με το βασικότερο μέσον της εκκλησιαστικής μας λατρείας, τον λόγο του ύμνου, και το μουσικό ένδυμά του. Ο θεολογικός και πατερικός λόγος, γίνεται ποιητικός, γίνεται φωνή της Εκκλησίας, περιβεβλημένος, μάλιστα, το ελκυστικό ένδυμα της μελωδίας.
Η μελωδία υπάρχει για τον Λόγο, και όχι ως αυθυπόστατο καλλιτεχνικό μέσο. Σκοπός της δεν είναι η τέρψη ή η συναισθηματική διέγερση - τη Μεγάλη Εβδομάδα ιδιαίτερα ελλοχεύει ο κίνδυνος του συναισθηματισμού - αλλά η υποβοήθηση του λόγου να διεισδύσει στα βάθη της υπάρξεως, δημιουργώντας διάθεση προσευχητική, κατάνυξη και αυτομεμψία. Δεν είναι μουσική ακροάματος, αλλά λειτουργική. Διακονεί το μυστήριο του ένσαρκου Λόγου, επενδύοντας τον θεολογικό λόγο, για να μπορεί το σώμα της Εκκλησίας να «πλέκει» στον Θεό Λόγο «ἐκ λόγων μελωδίαν». Γι' αυτό και δεν βρήκαν στην Ορθόδοξη Λατρεία ποτέ θέση τα μουσικά όργανα. Στην Εκκλησία, «όργανο» γλυκύφθογγο του Αγίου Πνεύματος γίνεται ο πιστός, με την καθαρή καρδιά του. «Αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ψαλτήριον γενόμενος», όπως λέει ο Μέγας Αθανάσιος. Αλλά ούτε και άλλες νεωτερίζουσες μορφές αποδόσεως των ύμνων έχουν θέση στην Ορθόδοξη Λατρεία.
Ο κυρ-Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, εραστής της γνήσιας Βυζαντινής μουσικής, προβαίνει σε διάφορα έργα του (άρθρα, διηγήματα, «αποσπάσματα σκέψεων») στην διατύπωση καίριων παρατηρήσεων για τα μέλος της Μ. Εβδομάδος.
Στα 1893 έγραψε σε αθηναϊκή εφημερίδα για το περιώνυμο τροπάριο της Κασσιανής: "Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή…».
«…Ὅσῳ λαμπρόν καί ὑψηλόν ἀπό ἄποψιν ποιήσεως, τοσοῦτῳ περιπαθές κ' ἐν σεμνότητι εὔστροφον ὑπό ἔποψιν μέλους. Μέλος δ' ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τό Βυζαντινόν, διότι ἡ ποίησις καί ὁ ρυθμός αὐτός τοῦ τροπαρίου, ὡς καί ὅλων τῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ἔχει τονισθεῖ ὑπό ἀρχαιοτάτου μουσικοσυνθέτου, συνδυάσαντος τόν ρυθμόν τῶν στίχων μέ τοῦ μέλους τήν ἀφελῆ χάριν. Δέν χωρεῖ λοιπόν εἰς ταῦτα οὐδείς νεωτερισμός, οὐδεμία καινοτομία τετραφωνική ἤ πολυφωνία, ὡς τήν σήμερον ἀποπειρῶνται τοῦτο καινοτόμοι τινές. Δέν εἶνε δυνατόν νά τονίσῃ τις σήμερον αὐτό καλλίτερον ἤ ὁ ποιητής τοῦ τροπαρίου ὁ καί μελοποιός τυγχάνων. Ὥστε κατά τάς ἡμέρας τουλάχιστον ταύτας ἄφετε τήν μονοφωνίαν τῆς Βυζαντινῆς καί μή μιγνύετε ἐν αὐτῇ ξενισμούς, οἵτινες δέν εἶνε ἄλλο παρά αὐτόχρημα βεβήλωσις τοῦ ἀγνοῦ θρησκευτικοῦ Βυζαντινοῦ μέλους…»
Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι ίσως η σημαντικότερη περίοδος του Λειτουργικού έτους. Τα σωτηριώδη γεγονότα είναι φρικτά. Οι ύμνοι της Εκκλησίας οδηγούν τους πιστούς σε κατάνυξη και συντριβή. Γι' αυτό το μέλος πρέπει να είναι σεμνοπρεπές, λιτό, αλλά ταυτόχρονα και δυναμικό, ώστε να δεσπόζει μέσα στη λατρεία. Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλά μέλη της Μεγάλης Εβδομάδος φέρουν, στα μουσικά χειρόγραφα, την ένδειξη «μέλος ἀρχαῖον». Κι αυτό το μέλος μας πάει πολύ πίσω και μας συνδέει με ήχους κι εποχές βυζαντινές και, γιατί όχι, ίσως και πρωτοχριστιανικές, καθώς πολλά στοιχεία της αρχαίας Εκκλησίας διασώζονται μέχρι σήμερα στην Μεγάλη Εβδομάδα, όπως π.χ. τα αντίφωνα της Μεγάλης Παρασκευής.
Στηριζόμενος ο Σκιαθίτης στην εκκλησιαστική και μουσική μας παράδοση υποστηρίζει ότι σε κάθε αρχαία και σεμνή μουσική «τό μέλος ἀνάσσει, ὁ δὲ ρυθμός ὑπουργεῖ». Ο Παπαδιαμάντης περιγράφει με ένθεο ζήλο την μοναδικότητα της Ακολουθίας της Μεγάλης Παρασκευής:
«…Ἀλλά μετά προσοχῆς κατόπιν παρακολουθήσατε τούς ἀπαραμίλλους τῶν μελῳδῶν ὕμνους ψαλλομένους ἐξόχως κατανυκτικά, οἵτινες καί ὡς ποίησις καί ὡς μέλος θά παραμείνωσιν ἐσαεί ἀθάνατα μνημεῖα τῆς Βυζαντίδος μούσης. Ἡ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἀκολουθία εἶνε ἡ μόνη ἥτις περιλαμβάνει τόσην ποικιλίαν τροπαρίων ἀρμονικῶς καί μετά σπανίας χάριτος ἐναλλασσομένων τῶν ὀκτὼ ἤχων, οἵτινες ὅλοι ἀπόψε ψάλλουσιν ἐκθάμβως καί ἐπηρμένως ὑπέρ τῆς Βυζαντινῆς μουσικῆς τόν πειστικώτερον τῶν ρητορικῶν λόγων. Τά λεγόμενα Ἀντίφωνα σεμνοπρεπῆ καί κατανύττοντα, ἀναφερόμενα δέ εἰς τά Πάθη τοῦ Σωτῆρος καθιστῶσι μελωδικωτάτην καί λίαν ἐπαγωγόν τήν ἀκολουθίαν ταύτην, δεξιώτατα ποικίλλοντα εἰς ρυθμούς καί ἤχους καί μεταπίπτοντα ἐν μαγευτικῇ ἀντιθέσει ἀπό τοῦ χρωματικοῦ εἰς τό διατονικόν.
Μετά τό τέλος τοῦ ἐξοχωτέρου τῶν τροπαρίων «Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου» ψάλλονται εἰς φαιδρόν ἦχον δ' οἱ Μακαρισμοί, διότι ἐν τούτοις μεγάλην χαράν αἰσθανόμενος ὁ μελωδός χαίρει ὅτι διά τῶν τοῦ Χριστοῦ παθημάτων ἐσώθη ὁ ἄνθρωπος καί μετ' εὐφροσύνης ἀνακράζει: «Ἐσταυρώθης δι' ἐμέ, ἵνα ἐμοί πηγάσης τήν ἄφεσιν, ἐλογχεύθης τήν πλευράν, ἵνα κρουνούς ἀφέσεως ἀναβλύσῃς μοι».
Οι ακολουθίες της Εκκλησίας μας, διακρίνονται για την έξαρση την κατανυκτική, αλλά και για την σεμνή μεγαλοπρέπειά τους. Οι ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδος είναι γλυκείς, χωρίς να διέπονται από οποιονδήποτε συναισθηματισμό, είναι αβίαστοι ρυθμού και μέλους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν απαιτούν την δέουσα προσοχή από τους ψάλτες, είναι περιπαθείς, χωρίς βέβαια να εξάπτουν τα γήινα πάθη, αλλά να διεγείρουν προς πόθον του Πάθους του Χ
ριστού, είναι ποιητικότατοι, αλλά πάνω απ' όλα είναι θεόπνευστοι.
Ο Παπαδιαμάντης χαρακτηρίζει τους ύμνους του Επιταφίου ως «παθητικά ἄσματα». Ακριβώς διότι βιώνει τον λόγο του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου: «ὁ ἐμός ἔρως ἐσταύρωται». Και μαζί με τον άνθρωπο πάσχει και η φύσις «ἐν Σταυρῷ καθορῶσα τόν Κύριον». Για τον Παπαδιαμάντη την ώρα του Επιταφίου «καί ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καί μορμύρουσα παρά τόν αἰγιαλόν ἐπαναλάμβανε “οἴμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!”»
Εξαιρετικά σημαντικές είναι και οι παρατηρήσεις του Παπαδιαμάντη για τον τρόπο της εμμελούς απαγγελίας των αναγνωσμάτων από τους ιερείς και τους ψάλτες. Στο θέμα αυτό σήμερα παρατηρείται μεγάλη ακαταστασία και σύγχυση λόγω άγνοιας ή επιδειξιομανίας. Ο Παπαδιαμάντης είναι πεπεισμένος ότι διά του λογαοιδικού τρόπου της εκκλησιαστικής μουσικής «κατέστησαν γνωριμώτερα εἰς τάς ἀκοάς καί τά λόγια τῶν θείων Εὐαγγελίων, ὡς καί τοῦ Ἀποστόλου. Ὁ λογαοιδικὸς οὗτος τρόπος τῆς ἀπαγγελίας, εἶναι ἀρχαιότατος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, καὶ εἶναι γνησίως Ἑλληνικός, ὅπως φαίνεται καὶ εἰς τὰ παλαιὰ δράματα.
Ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἀπαγγελίας, διὰ τῆς παρατάσεως ὅλων μὲν τῶν συλλαβῶν, ἀλλὰ μάλιστα τῆς καταλήξεως ἑκάστης περιόδου ἢ ἑκάστου κώλου, σημαίνει καί μιμεῖται τὸ κήρυγμα, ἤτοι τὴν φωνὴν τοῦ κήρυκος, καὶ ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, “κηρύξατε τὸ Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει”.
Ἐθίζεται δὲ ν' ἀπαγγέληται ὁ μέν Ἀπόστολος μετά τινος ποικιλίας τόνων καί φθόγγων, τὸ δὲ Εὐαγγέλιον ἁπλούστερον καὶ ὅλως ἀπερίττως».
Ήδη από την εποχή του Παπαδιαμάντη εμφανίσθηκαν κάποιοι «καινοτόμοι» ιερείς, οι οποίοι «κατήργησαν αὐθαιρέτως τόν λογαοιδικὸν τρόπον καὶ ἀπαγγέλλουσιν τὰς περικοπὰς τῶν θείων ρημάτων δι' ἁπλῆς ἀναγνώσεως. Εἰς τοὺς τοιούτους ἱερεῖς πρέπει ν' ἀπαγορευθῇ ἁρμοδίως ἡ καινοτομία αὕτη».
Για τον Παπαδιαμάντη πρωτοτυπία στις τέχνες της Εκκλησιαστικής παραδόσεως, στις λειτουργικές τέχνες, σημαίνει να μένει κανείς πιστός στους πρώτους τύπους της τέχνης αυτής. Η Εκκλησία για τον Παπαδιαμάντη έχει ένα παραδεδεγμένο τύπο, τον οποίον κανείς δεν μπορεί να παραβεί «ἀποινεί», αφού «ρητῶς ἀπαγορεύεται πᾶσα καινοτομία εἴτε εἰς τὴν ἀρχιτεκτονικὴν καὶ γραφικὴν καὶ τὴν λοιπὴν τῶν ναῶν διακόσμησιν, εἴτε εἰς τὴν μουσικὴν καὶ τὴν ἄλλην λατρείαν».
Ο λόγος του κυρ-Αλέξανδρου, κατά την αρχή της Μ. Εβδομάδος, είναι πατερικός και προτρεπτικός. Και σήμερα επίκαιρος και ουσιαστικός: «…Ἀς ἀρθῶμεν ἀπό τῆς σήμερον ὑπό τῶν θείων τοῦ Νυμφίου μολπῶν ὑπέρ τό ὑλιστικόν πεδίον, ἐφ' οὗ τόν λοιπόν βιοῦμεν χρόνον, καί κατανυσσόμενοι καί ἑνοῦντες τήν φωνήν τῆς ψυχῆς μας εἰς τούς λυρικούς τῆς Ἐκκλησίας ὕμνους τού κατακηλοῦντας ἡμᾶς διά τῆς γλυκυτάτης βυζαντινῆς μούσας των, ἄς ἐνωτισθῶμεν τήν μελαγχολικήν κ' ἐμπνέουσαν ἀκολουθίαν τοῦ Νυμφίου, ἐπιλαθόμενοι τοῦ γηΐνου κόσμου καί μετά τοῦ Θεοῦ συναδελφούμενοι.
Εἰσέλθωμεν εἰς τούς ναούς καί ἴδωμεν ἄλλον κόσμον, κόσμον Οὐράνιον. Ἑνωθῶμεν τοὐλάχιστον πνευματικῶς ἐκεῖ εἰς τάς Ἐκκλησίας, γινόμενοι ὅλοι ἀδελφοί, ὅλοι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ Ἐσταυρωμένου. Ἐκεῖ πρό τοῦ θυσιαστηρίου ἄς σιγήσουν τά πάθη, καί ἄς ὁμιλήσῃ ἡ καρδία, καί ἄς ἀκουσθῇ ἡ φωνή τῆς συνειδήσεως…».
Βιβλιογραφία
1. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Άπαντα, επιμ. - κριτική έκδοση Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, Αθήνα 1988, τ Ε΄.
2. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης [Τὸ λάβαρον] ανέκδοτες παπαδιαμαντικές σελίδες από το Αρχείο Απόστολου Γ. Παπαδιαμάντη - επιμέλεια Φώτης Δημητρακόπουλος, Αθήνα 1989.
3. Ανέστη Γ. Κεσελόπουλου, Η Λειτουργική Παράδοση στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Θεσσαλονίκη 1994.
4. Η αδιάπτωτη μαγεία, Παπαδιαμάντης 1991 - ένα αφιέρωμα (Συλλογικός Τόμος), Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα 1992.
i-m-patron.gr
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
Την Μεγάλη Παρασκευή ο υμνωδός, εκστατικός προ του μεγαλείου της θυσίας του Θεανθρώπου, αναφωνεί: «Ποῖα ἄσματα μέλψω τῇ σῇ ἐξόδῳ, οἰκτίρμον;» Η ποίηση και η μουσική της Μεγάλης Εβδομάδος είναι σίγουρα η κορύφωση της Ορθόδοξης Υμνογραφίας, που προσφέρει στον άνθρωπο την δυνατότητα βιώσεως της σιωπής, τη δυνατότητα βιώσεως του μυστηρίου της ανακεφαλαίωσης της σωτηρίας ανθρώπου και κόσμου, μέσα από τη λατρεία. Το «σήμερον» της θείας λατρείας, «σήμερον ὁ Χριστός παραγίνεται ἐν τῇ οἰκία τοῦ φαρισαίου», «σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου», «τήν σήμερον μυστικῶς ὁ μέγας Μωϋσῆς προδιετυποῦτο», αυτή η αμεσότητα, η παροντοποίηση των σωτηριωδών γεγονότων που συνδέονται με τα Πάθη του Χριστού, πραγματοποιείται με τα δρώμενα που προβλέπονται από το Τυπικό της Εκκλησίας - λιτάνευση της εικόνας του Νυμφίου, του Σταυρού, του Επιταφίου - αλλά κυρίως με το βασικότερο μέσον της εκκλησιαστικής μας λατρείας, τον λόγο του ύμνου, και το μουσικό ένδυμά του. Ο θεολογικός και πατερικός λόγος, γίνεται ποιητικός, γίνεται φωνή της Εκκλησίας, περιβεβλημένος, μάλιστα, το ελκυστικό ένδυμα της μελωδίας.
Η μελωδία υπάρχει για τον Λόγο, και όχι ως αυθυπόστατο καλλιτεχνικό μέσο. Σκοπός της δεν είναι η τέρψη ή η συναισθηματική διέγερση - τη Μεγάλη Εβδομάδα ιδιαίτερα ελλοχεύει ο κίνδυνος του συναισθηματισμού - αλλά η υποβοήθηση του λόγου να διεισδύσει στα βάθη της υπάρξεως, δημιουργώντας διάθεση προσευχητική, κατάνυξη και αυτομεμψία. Δεν είναι μουσική ακροάματος, αλλά λειτουργική. Διακονεί το μυστήριο του ένσαρκου Λόγου, επενδύοντας τον θεολογικό λόγο, για να μπορεί το σώμα της Εκκλησίας να «πλέκει» στον Θεό Λόγο «ἐκ λόγων μελωδίαν». Γι' αυτό και δεν βρήκαν στην Ορθόδοξη Λατρεία ποτέ θέση τα μουσικά όργανα. Στην Εκκλησία, «όργανο» γλυκύφθογγο του Αγίου Πνεύματος γίνεται ο πιστός, με την καθαρή καρδιά του. «Αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ψαλτήριον γενόμενος», όπως λέει ο Μέγας Αθανάσιος. Αλλά ούτε και άλλες νεωτερίζουσες μορφές αποδόσεως των ύμνων έχουν θέση στην Ορθόδοξη Λατρεία.
Ο κυρ-Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, εραστής της γνήσιας Βυζαντινής μουσικής, προβαίνει σε διάφορα έργα του (άρθρα, διηγήματα, «αποσπάσματα σκέψεων») στην διατύπωση καίριων παρατηρήσεων για τα μέλος της Μ. Εβδομάδος.
Στα 1893 έγραψε σε αθηναϊκή εφημερίδα για το περιώνυμο τροπάριο της Κασσιανής: "Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή…».
«…Ὅσῳ λαμπρόν καί ὑψηλόν ἀπό ἄποψιν ποιήσεως, τοσοῦτῳ περιπαθές κ' ἐν σεμνότητι εὔστροφον ὑπό ἔποψιν μέλους. Μέλος δ' ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τό Βυζαντινόν, διότι ἡ ποίησις καί ὁ ρυθμός αὐτός τοῦ τροπαρίου, ὡς καί ὅλων τῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ἔχει τονισθεῖ ὑπό ἀρχαιοτάτου μουσικοσυνθέτου, συνδυάσαντος τόν ρυθμόν τῶν στίχων μέ τοῦ μέλους τήν ἀφελῆ χάριν. Δέν χωρεῖ λοιπόν εἰς ταῦτα οὐδείς νεωτερισμός, οὐδεμία καινοτομία τετραφωνική ἤ πολυφωνία, ὡς τήν σήμερον ἀποπειρῶνται τοῦτο καινοτόμοι τινές. Δέν εἶνε δυνατόν νά τονίσῃ τις σήμερον αὐτό καλλίτερον ἤ ὁ ποιητής τοῦ τροπαρίου ὁ καί μελοποιός τυγχάνων. Ὥστε κατά τάς ἡμέρας τουλάχιστον ταύτας ἄφετε τήν μονοφωνίαν τῆς Βυζαντινῆς καί μή μιγνύετε ἐν αὐτῇ ξενισμούς, οἵτινες δέν εἶνε ἄλλο παρά αὐτόχρημα βεβήλωσις τοῦ ἀγνοῦ θρησκευτικοῦ Βυζαντινοῦ μέλους…»
Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι ίσως η σημαντικότερη περίοδος του Λειτουργικού έτους. Τα σωτηριώδη γεγονότα είναι φρικτά. Οι ύμνοι της Εκκλησίας οδηγούν τους πιστούς σε κατάνυξη και συντριβή. Γι' αυτό το μέλος πρέπει να είναι σεμνοπρεπές, λιτό, αλλά ταυτόχρονα και δυναμικό, ώστε να δεσπόζει μέσα στη λατρεία. Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλά μέλη της Μεγάλης Εβδομάδος φέρουν, στα μουσικά χειρόγραφα, την ένδειξη «μέλος ἀρχαῖον». Κι αυτό το μέλος μας πάει πολύ πίσω και μας συνδέει με ήχους κι εποχές βυζαντινές και, γιατί όχι, ίσως και πρωτοχριστιανικές, καθώς πολλά στοιχεία της αρχαίας Εκκλησίας διασώζονται μέχρι σήμερα στην Μεγάλη Εβδομάδα, όπως π.χ. τα αντίφωνα της Μεγάλης Παρασκευής.
Στηριζόμενος ο Σκιαθίτης στην εκκλησιαστική και μουσική μας παράδοση υποστηρίζει ότι σε κάθε αρχαία και σεμνή μουσική «τό μέλος ἀνάσσει, ὁ δὲ ρυθμός ὑπουργεῖ». Ο Παπαδιαμάντης περιγράφει με ένθεο ζήλο την μοναδικότητα της Ακολουθίας της Μεγάλης Παρασκευής:
«…Ἀλλά μετά προσοχῆς κατόπιν παρακολουθήσατε τούς ἀπαραμίλλους τῶν μελῳδῶν ὕμνους ψαλλομένους ἐξόχως κατανυκτικά, οἵτινες καί ὡς ποίησις καί ὡς μέλος θά παραμείνωσιν ἐσαεί ἀθάνατα μνημεῖα τῆς Βυζαντίδος μούσης. Ἡ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἀκολουθία εἶνε ἡ μόνη ἥτις περιλαμβάνει τόσην ποικιλίαν τροπαρίων ἀρμονικῶς καί μετά σπανίας χάριτος ἐναλλασσομένων τῶν ὀκτὼ ἤχων, οἵτινες ὅλοι ἀπόψε ψάλλουσιν ἐκθάμβως καί ἐπηρμένως ὑπέρ τῆς Βυζαντινῆς μουσικῆς τόν πειστικώτερον τῶν ρητορικῶν λόγων. Τά λεγόμενα Ἀντίφωνα σεμνοπρεπῆ καί κατανύττοντα, ἀναφερόμενα δέ εἰς τά Πάθη τοῦ Σωτῆρος καθιστῶσι μελωδικωτάτην καί λίαν ἐπαγωγόν τήν ἀκολουθίαν ταύτην, δεξιώτατα ποικίλλοντα εἰς ρυθμούς καί ἤχους καί μεταπίπτοντα ἐν μαγευτικῇ ἀντιθέσει ἀπό τοῦ χρωματικοῦ εἰς τό διατονικόν.
Μετά τό τέλος τοῦ ἐξοχωτέρου τῶν τροπαρίων «Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου» ψάλλονται εἰς φαιδρόν ἦχον δ' οἱ Μακαρισμοί, διότι ἐν τούτοις μεγάλην χαράν αἰσθανόμενος ὁ μελωδός χαίρει ὅτι διά τῶν τοῦ Χριστοῦ παθημάτων ἐσώθη ὁ ἄνθρωπος καί μετ' εὐφροσύνης ἀνακράζει: «Ἐσταυρώθης δι' ἐμέ, ἵνα ἐμοί πηγάσης τήν ἄφεσιν, ἐλογχεύθης τήν πλευράν, ἵνα κρουνούς ἀφέσεως ἀναβλύσῃς μοι».
Οι ακολουθίες της Εκκλησίας μας, διακρίνονται για την έξαρση την κατανυκτική, αλλά και για την σεμνή μεγαλοπρέπειά τους. Οι ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδος είναι γλυκείς, χωρίς να διέπονται από οποιονδήποτε συναισθηματισμό, είναι αβίαστοι ρυθμού και μέλους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν απαιτούν την δέουσα προσοχή από τους ψάλτες, είναι περιπαθείς, χωρίς βέβαια να εξάπτουν τα γήινα πάθη, αλλά να διεγείρουν προς πόθον του Πάθους του Χ
ριστού, είναι ποιητικότατοι, αλλά πάνω απ' όλα είναι θεόπνευστοι.
Ο Παπαδιαμάντης χαρακτηρίζει τους ύμνους του Επιταφίου ως «παθητικά ἄσματα». Ακριβώς διότι βιώνει τον λόγο του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου: «ὁ ἐμός ἔρως ἐσταύρωται». Και μαζί με τον άνθρωπο πάσχει και η φύσις «ἐν Σταυρῷ καθορῶσα τόν Κύριον». Για τον Παπαδιαμάντη την ώρα του Επιταφίου «καί ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καί μορμύρουσα παρά τόν αἰγιαλόν ἐπαναλάμβανε “οἴμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!”»
Εξαιρετικά σημαντικές είναι και οι παρατηρήσεις του Παπαδιαμάντη για τον τρόπο της εμμελούς απαγγελίας των αναγνωσμάτων από τους ιερείς και τους ψάλτες. Στο θέμα αυτό σήμερα παρατηρείται μεγάλη ακαταστασία και σύγχυση λόγω άγνοιας ή επιδειξιομανίας. Ο Παπαδιαμάντης είναι πεπεισμένος ότι διά του λογαοιδικού τρόπου της εκκλησιαστικής μουσικής «κατέστησαν γνωριμώτερα εἰς τάς ἀκοάς καί τά λόγια τῶν θείων Εὐαγγελίων, ὡς καί τοῦ Ἀποστόλου. Ὁ λογαοιδικὸς οὗτος τρόπος τῆς ἀπαγγελίας, εἶναι ἀρχαιότατος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, καὶ εἶναι γνησίως Ἑλληνικός, ὅπως φαίνεται καὶ εἰς τὰ παλαιὰ δράματα.
Ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἀπαγγελίας, διὰ τῆς παρατάσεως ὅλων μὲν τῶν συλλαβῶν, ἀλλὰ μάλιστα τῆς καταλήξεως ἑκάστης περιόδου ἢ ἑκάστου κώλου, σημαίνει καί μιμεῖται τὸ κήρυγμα, ἤτοι τὴν φωνὴν τοῦ κήρυκος, καὶ ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, “κηρύξατε τὸ Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει”.
Ἐθίζεται δὲ ν' ἀπαγγέληται ὁ μέν Ἀπόστολος μετά τινος ποικιλίας τόνων καί φθόγγων, τὸ δὲ Εὐαγγέλιον ἁπλούστερον καὶ ὅλως ἀπερίττως».
Ήδη από την εποχή του Παπαδιαμάντη εμφανίσθηκαν κάποιοι «καινοτόμοι» ιερείς, οι οποίοι «κατήργησαν αὐθαιρέτως τόν λογαοιδικὸν τρόπον καὶ ἀπαγγέλλουσιν τὰς περικοπὰς τῶν θείων ρημάτων δι' ἁπλῆς ἀναγνώσεως. Εἰς τοὺς τοιούτους ἱερεῖς πρέπει ν' ἀπαγορευθῇ ἁρμοδίως ἡ καινοτομία αὕτη».
Για τον Παπαδιαμάντη πρωτοτυπία στις τέχνες της Εκκλησιαστικής παραδόσεως, στις λειτουργικές τέχνες, σημαίνει να μένει κανείς πιστός στους πρώτους τύπους της τέχνης αυτής. Η Εκκλησία για τον Παπαδιαμάντη έχει ένα παραδεδεγμένο τύπο, τον οποίον κανείς δεν μπορεί να παραβεί «ἀποινεί», αφού «ρητῶς ἀπαγορεύεται πᾶσα καινοτομία εἴτε εἰς τὴν ἀρχιτεκτονικὴν καὶ γραφικὴν καὶ τὴν λοιπὴν τῶν ναῶν διακόσμησιν, εἴτε εἰς τὴν μουσικὴν καὶ τὴν ἄλλην λατρείαν».
Ο λόγος του κυρ-Αλέξανδρου, κατά την αρχή της Μ. Εβδομάδος, είναι πατερικός και προτρεπτικός. Και σήμερα επίκαιρος και ουσιαστικός: «…Ἀς ἀρθῶμεν ἀπό τῆς σήμερον ὑπό τῶν θείων τοῦ Νυμφίου μολπῶν ὑπέρ τό ὑλιστικόν πεδίον, ἐφ' οὗ τόν λοιπόν βιοῦμεν χρόνον, καί κατανυσσόμενοι καί ἑνοῦντες τήν φωνήν τῆς ψυχῆς μας εἰς τούς λυρικούς τῆς Ἐκκλησίας ὕμνους τού κατακηλοῦντας ἡμᾶς διά τῆς γλυκυτάτης βυζαντινῆς μούσας των, ἄς ἐνωτισθῶμεν τήν μελαγχολικήν κ' ἐμπνέουσαν ἀκολουθίαν τοῦ Νυμφίου, ἐπιλαθόμενοι τοῦ γηΐνου κόσμου καί μετά τοῦ Θεοῦ συναδελφούμενοι.
Εἰσέλθωμεν εἰς τούς ναούς καί ἴδωμεν ἄλλον κόσμον, κόσμον Οὐράνιον. Ἑνωθῶμεν τοὐλάχιστον πνευματικῶς ἐκεῖ εἰς τάς Ἐκκλησίας, γινόμενοι ὅλοι ἀδελφοί, ὅλοι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ Ἐσταυρωμένου. Ἐκεῖ πρό τοῦ θυσιαστηρίου ἄς σιγήσουν τά πάθη, καί ἄς ὁμιλήσῃ ἡ καρδία, καί ἄς ἀκουσθῇ ἡ φωνή τῆς συνειδήσεως…».
Βιβλιογραφία
1. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Άπαντα, επιμ. - κριτική έκδοση Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, Αθήνα 1988, τ Ε΄.
2. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης [Τὸ λάβαρον] ανέκδοτες παπαδιαμαντικές σελίδες από το Αρχείο Απόστολου Γ. Παπαδιαμάντη - επιμέλεια Φώτης Δημητρακόπουλος, Αθήνα 1989.
3. Ανέστη Γ. Κεσελόπουλου, Η Λειτουργική Παράδοση στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Θεσσαλονίκη 1994.
4. Η αδιάπτωτη μαγεία, Παπαδιαμάντης 1991 - ένα αφιέρωμα (Συλλογικός Τόμος), Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα 1992.
i-m-patron.gr
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
Στην Παναγία τήν Κουνίστρα
Εις όλην την Χριστιανοσύνη
μια είναι μόνη Παναγία αγνή,
κόρη παιδίσκη, Άσμα των Άσμάτων,
χωρίς Χριστόν, θείο παιδί, στά χέρια,
και τρεφομένη με αγγέλων άρτον!..
Εσύ' σαι η μόνη Παναγία Κουνίστρα,
που εφανερώθης στης Σκιάθου το νησί,
εις δένδρον πεύκου επάνω καθημένη,
κ' αιωρουμένη εις τερπνήν αιώραν,
όπως αι κορασίδες συνηθίζουν...
Εφανερώθης, κι όλος ο λαός
μετά θυμιαμάτων και λαμπάδων
εν θεία λιτανεία σε παρέπεμψε -
κ' εσήκωσεν ωραίον λευκόν ναόν,
που με πιατάκια ελληνικά σου στόλισε!..
Κι όλος ο ήλιος έλαμπεν εις τον ναόν σου,
και φως τον πλημμυρούσε μαργαρώδες,
όλα τ' άστέρια εφεγγοβολούσαν,
και η σελήνη εχάιδευε γλυκά
τα απλά της εκκλησίας σου καντιλάκια !..
Κ' είδες, η Κόρη, του λαού την πίστιν,
είδες και την πτωχείαν κ' ευσπλαχνίσθης,
όπως το πάλαι είχε σπλαχνισθή ο Υιός σου
τους προγόνους του ίδιου του λαού,
ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα...
Κι άρχισες να γιατρεύης τους αρρώστους
και να γιατρεύης τους δαιμονισμένους -
που ήρχετο ώρα κ' εις τους τοίχους εχτυπώντο
με φοβερόν συγκλονισμόν -
κι άρχισες, θεία, να θαυματουργής!..
Κ' η χάρη σου ξαπλώθηχε ως τα πέρατα
του ειρηνικού νησιού της Σκιάθου -
ω Παναγιά μου, κόρη πάναγνη, καλή!
...Κ' ίσως να φτάση κι ως εμένα και ν' απλώση
γαλήνη στην ψυχή μου, την αμαρτωλή...
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Εις όλην την Χριστιανοσύνη
μια είναι μόνη Παναγία αγνή,
κόρη παιδίσκη, Άσμα των Άσμάτων,
χωρίς Χριστόν, θείο παιδί, στά χέρια,
και τρεφομένη με αγγέλων άρτον!..
Εσύ' σαι η μόνη Παναγία Κουνίστρα,
που εφανερώθης στης Σκιάθου το νησί,
εις δένδρον πεύκου επάνω καθημένη,
κ' αιωρουμένη εις τερπνήν αιώραν,
όπως αι κορασίδες συνηθίζουν...
Εφανερώθης, κι όλος ο λαός
μετά θυμιαμάτων και λαμπάδων
εν θεία λιτανεία σε παρέπεμψε -
κ' εσήκωσεν ωραίον λευκόν ναόν,
που με πιατάκια ελληνικά σου στόλισε!..
Κι όλος ο ήλιος έλαμπεν εις τον ναόν σου,
και φως τον πλημμυρούσε μαργαρώδες,
όλα τ' άστέρια εφεγγοβολούσαν,
και η σελήνη εχάιδευε γλυκά
τα απλά της εκκλησίας σου καντιλάκια !..
Κ' είδες, η Κόρη, του λαού την πίστιν,
είδες και την πτωχείαν κ' ευσπλαχνίσθης,
όπως το πάλαι είχε σπλαχνισθή ο Υιός σου
τους προγόνους του ίδιου του λαού,
ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα...
Κι άρχισες να γιατρεύης τους αρρώστους
και να γιατρεύης τους δαιμονισμένους -
που ήρχετο ώρα κ' εις τους τοίχους εχτυπώντο
με φοβερόν συγκλονισμόν -
κι άρχισες, θεία, να θαυματουργής!..
Κ' η χάρη σου ξαπλώθηχε ως τα πέρατα
του ειρηνικού νησιού της Σκιάθου -
ω Παναγιά μου, κόρη πάναγνη, καλή!
...Κ' ίσως να φτάση κι ως εμένα και ν' απλώση
γαλήνη στην ψυχή μου, την αμαρτωλή...
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
Περί την μεσημβρίαν, μετά την Βʼ Ανάστασιν, οι χωρικοί το έστρωσαν υπό τας πλατάνους, παρά την δροσεράν πηγήν.
Ως τάπητας είχον την χλόην και τα χαμολούλουδα, ως τράπεζαν πτέριδας και κλάδους σχοίνων.
Η δροσερά αύρα εκίνει μετά θρου τους κλώνας των δένδρων, και ο Φταμηνίτης με την λύραν του αντέδιδε φθόγγους λιγυρούς.
Η ωραία Ξανθή, η σύζυγος του Φταμηνίτου, εκάθητο μεταξύ της μητρός της Μελάχρως και της θεια-Κρατήρας, της πενθεράς της, φροντίζουσα να έχη εν μέρει τας παρειάς κεκαλυμμένας με την μανδήλαν, και να βλέπη μάλλον προς τον κορμόν της γιγαντιαίας πλατάνου, όπως μη την κοιτάζωσιν οι άνδρες, και ζηλεύη ο σύζυγός της.
Η αδελφή της, το Αθώ, δεκαπεντούτις κόρη άγαμος, άφροντις, ωραία και αυτή, ποσάκις δεν την επείραζε λέγουσα: «Αρή, τι τον ήθελες, αρή; Δεν τον έπαιρνα, να μου χαρίζανε τον ουρανό με τʼ άστρα... Καλύτερα να γινόμουν καλόγρια!»
Το βέβαιον ήτο ότι ο Φταμηνίτης δεν διέπρεπεν ούτʼ επί κάλλει ούτε επί μεγέθει σώματος, αλλʼ ανεπλήρου τας ελλείψεις ταύτας διʼ ευστροφίας σώματος και πνεύματος και διά φαιδρότητος και ευθυμίας.
Ο παπα-Κυριάκος προήδρευε του συμποσίου, έχων απέναντί του την παπαδιά, βραχύσωμον, στρογγυλοπρόσωπον, μελαγχροινήν, αγαθωτάτην, ήτις εν αθωότητι εξεκόλαπτε σχεδόν κατʼ έτος έν παπαδόπουλον, χωρίς να την μέλη ούτε διά παλληκαροβότανα, ούτε διά στριφοβότανα, περί α τυρβάζουσιν άλλαι γυναίκες.
Δεξιόθεν του ιερέως εκάθητο ο μπαρμπα-Μηλιός, προεστώς άμα και πρόθυμος θεράπων της κοινότητος, ηξεύρων να ψήνη ως ουδείς άλλος το αρνί, λιανίζων μεθοδικώτατα διʼ όλους, και τρώγων άμα και προπίνων.
Εις τας προπόσεις μάλιστα δεν είχεν εφάμιλλον. Μετά την σύντομον και τυπικήν του ιερέως πρόποσιν, εγερθείς ο μπαρμπα-Μηλιός, κρατών την τσότραν την επταόκαδον, ήρχισε να χαιρετίζη τους πάντας και ένα έκαστον ως εξής:
-Χριστός Ανέστη! αληθινός ο Κύριος! Ζη και βασιλεύει εις πάντας τους αιώνας!
Είτα μετά το προοίμιον, εισήλθεν εις την ουσίαν:
-Γεια μας! καλή γεια! διάφορο! καλή καρδιά! Παπά μʼ, να χαίρεσαι το πετραχήλι σʼ! Παπαδιά, να χαίρεσαι τον παπά σʼ και τα παιδάκια σʼ! Ξάδερφε Θοδωρή! να ζήσης, να τς χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτη! όπως έτρεξες με το λάδʼ να τρέξης και με το κλήμα! Συμπεθέρα Κρατήρα! Να χαίρεσαι, μʼ έναν καλόν γαμπρό! Ανιψιέ Γιώργη! Τίμια στέφανα! στο γάμο σας να χαρούμε! Κουμπάρα Κυπαρισσού! με μια καλή νύφη, να ζήσης, να χαρής! εβίβα όλοι! Τέ-περ-τε. Πάντα χαρούμενοι! Στην υγειά σας! Σμπεθέρα Ξαθή! Καλή λευθεριά! Στην υγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα με το καλό!
Και ανάλογος προς το πρόσωπον υπήρξεν η πόσις.
Αλλά και ο Φταμηνίτης ηθέλησε να προπίη, κατʼ άλλον όμως στενώτερον τρόπον· ηθέλησε να βρη την γυναίκά του, και ηνάγκασεν αυτήν νʼ απαντήση εις την πρόποσιν:
-Μπρομ!
-Πιε κι δο μʼ!
-Με κρασί!
-Καλώς τʼν αγάπη μʼ τη χρυσή!
Και πιών αυτός, μετεβίβασε την τσότραν εις την ωραίαν Ξανθήν, ήτις έβρεξε τα χείλη.
Είτα ήρχισαν τα άσματα. Εν πρώτοις το Χριστός ανέστη, ύστερον τα θύραθεν. Ο μπαρμπα-Μηλιός θελήσας να ψάλη και αυτός το Χριστός Ανέστη, το εγύριζε πότε εις τον αμανέ και πότε εις το κλέφτικο.
Αλλʼ ο ιδιορρυθμότερος πάντων των ψαλτών ήτο ο μπαρμπα-Κίτσος, γηραιός χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιός ταχτικός, λησμονημένος από της βαυαρικής εποχής εν τη νήσω. Αμφέβαλλε και αυτός αν τον είχαν περασμένον εις τα μητρώα, πότε του έστελναν μισθόν, πότε όχι. Εφόρει χιτώνα με ανοικτάς χειρίδας, βραχείαν περισκελίδα μέχρι του γόνατος και τουζλούκια. Ο δήμαρχος του τόπου (διότι υπήρχε φευ! και δήμαρχος) τον είχε στείλει να κάμη Πάσχα εις τα Καλύβια, διά να φυλάξη δήθεν την τάξιν, καίτοι ουδεμιάς φυλάξεως ήτο ανάγκη. Το βέβαιον είναι ότι τον έστειλε να καλοπεράση πλησίον των ανοιχτοκάρδων εξωμεριτών, οίτινες του ήρεσκον του μπαρμπα-Κίτσου, ας τους έλεγον και «τσουπλακιές» ή «χαλκοδέρες». Εάν έμενεν εν τη πόλει, ο δήμαρχος θα ήτο υπόχρεως να τον φιλεύση τον μπαρμπα-Κίτσον, καθώς τον είχαν κακομάθει οι προκάτοχοί του, έλεγε, - να τον φιλεύση κουλούραν και αυγά. Τι έθιμα!...
Ο μπαρμπα-Κίτσος, αφού ησπάσθη τρις ή τετράκις την τσότραν, ήρχισε να ψάλλη το Χριστός ανέστη κατʼ ιδιάζοντα αυτώ τρόπον, ως εξής:
Κʼστο -μπρε- Κʼστος ανέστη
εκ νεκρών θανάτων,
θάνατον μπατήσας,
κʼ έντοις-έντοις μνήμασι,
ζωήν παμμακάριστε!
Και όμως, μεθʼ όλην την ιδιορρυθμίαν ταύτην, ουδείς ποτε έψαλεν ιερόν άσμα μετά πλείονος χριστιανικού αισθήματος και ενθουσιασμού, εξαιρουμένου ίσως του γνωστού εν Αθήναις γηραιού και σεβασμίου Κρητός, του ψάλλοντος το Άλαλα τα χείλη των ασεβών με την εξής προσθήκην: «Άλαλα τα χείλη των ασεβών των μη προσκυνούντων, οι κερατάδες! την εικόνα σου την σεπτήν...».
Αληθείς ορθόδοξοι Έλληνες!
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Εξοχική Λαμπρή
[απόσπασμα]
Ως τάπητας είχον την χλόην και τα χαμολούλουδα, ως τράπεζαν πτέριδας και κλάδους σχοίνων.
Η δροσερά αύρα εκίνει μετά θρου τους κλώνας των δένδρων, και ο Φταμηνίτης με την λύραν του αντέδιδε φθόγγους λιγυρούς.
Η ωραία Ξανθή, η σύζυγος του Φταμηνίτου, εκάθητο μεταξύ της μητρός της Μελάχρως και της θεια-Κρατήρας, της πενθεράς της, φροντίζουσα να έχη εν μέρει τας παρειάς κεκαλυμμένας με την μανδήλαν, και να βλέπη μάλλον προς τον κορμόν της γιγαντιαίας πλατάνου, όπως μη την κοιτάζωσιν οι άνδρες, και ζηλεύη ο σύζυγός της.
Η αδελφή της, το Αθώ, δεκαπεντούτις κόρη άγαμος, άφροντις, ωραία και αυτή, ποσάκις δεν την επείραζε λέγουσα: «Αρή, τι τον ήθελες, αρή; Δεν τον έπαιρνα, να μου χαρίζανε τον ουρανό με τʼ άστρα... Καλύτερα να γινόμουν καλόγρια!»
Το βέβαιον ήτο ότι ο Φταμηνίτης δεν διέπρεπεν ούτʼ επί κάλλει ούτε επί μεγέθει σώματος, αλλʼ ανεπλήρου τας ελλείψεις ταύτας διʼ ευστροφίας σώματος και πνεύματος και διά φαιδρότητος και ευθυμίας.
Ο παπα-Κυριάκος προήδρευε του συμποσίου, έχων απέναντί του την παπαδιά, βραχύσωμον, στρογγυλοπρόσωπον, μελαγχροινήν, αγαθωτάτην, ήτις εν αθωότητι εξεκόλαπτε σχεδόν κατʼ έτος έν παπαδόπουλον, χωρίς να την μέλη ούτε διά παλληκαροβότανα, ούτε διά στριφοβότανα, περί α τυρβάζουσιν άλλαι γυναίκες.
Δεξιόθεν του ιερέως εκάθητο ο μπαρμπα-Μηλιός, προεστώς άμα και πρόθυμος θεράπων της κοινότητος, ηξεύρων να ψήνη ως ουδείς άλλος το αρνί, λιανίζων μεθοδικώτατα διʼ όλους, και τρώγων άμα και προπίνων.
Εις τας προπόσεις μάλιστα δεν είχεν εφάμιλλον. Μετά την σύντομον και τυπικήν του ιερέως πρόποσιν, εγερθείς ο μπαρμπα-Μηλιός, κρατών την τσότραν την επταόκαδον, ήρχισε να χαιρετίζη τους πάντας και ένα έκαστον ως εξής:
-Χριστός Ανέστη! αληθινός ο Κύριος! Ζη και βασιλεύει εις πάντας τους αιώνας!
Είτα μετά το προοίμιον, εισήλθεν εις την ουσίαν:
-Γεια μας! καλή γεια! διάφορο! καλή καρδιά! Παπά μʼ, να χαίρεσαι το πετραχήλι σʼ! Παπαδιά, να χαίρεσαι τον παπά σʼ και τα παιδάκια σʼ! Ξάδερφε Θοδωρή! να ζήσης, να τς χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτη! όπως έτρεξες με το λάδʼ να τρέξης και με το κλήμα! Συμπεθέρα Κρατήρα! Να χαίρεσαι, μʼ έναν καλόν γαμπρό! Ανιψιέ Γιώργη! Τίμια στέφανα! στο γάμο σας να χαρούμε! Κουμπάρα Κυπαρισσού! με μια καλή νύφη, να ζήσης, να χαρής! εβίβα όλοι! Τέ-περ-τε. Πάντα χαρούμενοι! Στην υγειά σας! Σμπεθέρα Ξαθή! Καλή λευθεριά! Στην υγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα με το καλό!
Και ανάλογος προς το πρόσωπον υπήρξεν η πόσις.
Αλλά και ο Φταμηνίτης ηθέλησε να προπίη, κατʼ άλλον όμως στενώτερον τρόπον· ηθέλησε να βρη την γυναίκά του, και ηνάγκασεν αυτήν νʼ απαντήση εις την πρόποσιν:
-Μπρομ!
-Πιε κι δο μʼ!
-Με κρασί!
-Καλώς τʼν αγάπη μʼ τη χρυσή!
Και πιών αυτός, μετεβίβασε την τσότραν εις την ωραίαν Ξανθήν, ήτις έβρεξε τα χείλη.
Είτα ήρχισαν τα άσματα. Εν πρώτοις το Χριστός ανέστη, ύστερον τα θύραθεν. Ο μπαρμπα-Μηλιός θελήσας να ψάλη και αυτός το Χριστός Ανέστη, το εγύριζε πότε εις τον αμανέ και πότε εις το κλέφτικο.
Αλλʼ ο ιδιορρυθμότερος πάντων των ψαλτών ήτο ο μπαρμπα-Κίτσος, γηραιός χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιός ταχτικός, λησμονημένος από της βαυαρικής εποχής εν τη νήσω. Αμφέβαλλε και αυτός αν τον είχαν περασμένον εις τα μητρώα, πότε του έστελναν μισθόν, πότε όχι. Εφόρει χιτώνα με ανοικτάς χειρίδας, βραχείαν περισκελίδα μέχρι του γόνατος και τουζλούκια. Ο δήμαρχος του τόπου (διότι υπήρχε φευ! και δήμαρχος) τον είχε στείλει να κάμη Πάσχα εις τα Καλύβια, διά να φυλάξη δήθεν την τάξιν, καίτοι ουδεμιάς φυλάξεως ήτο ανάγκη. Το βέβαιον είναι ότι τον έστειλε να καλοπεράση πλησίον των ανοιχτοκάρδων εξωμεριτών, οίτινες του ήρεσκον του μπαρμπα-Κίτσου, ας τους έλεγον και «τσουπλακιές» ή «χαλκοδέρες». Εάν έμενεν εν τη πόλει, ο δήμαρχος θα ήτο υπόχρεως να τον φιλεύση τον μπαρμπα-Κίτσον, καθώς τον είχαν κακομάθει οι προκάτοχοί του, έλεγε, - να τον φιλεύση κουλούραν και αυγά. Τι έθιμα!...
Ο μπαρμπα-Κίτσος, αφού ησπάσθη τρις ή τετράκις την τσότραν, ήρχισε να ψάλλη το Χριστός ανέστη κατʼ ιδιάζοντα αυτώ τρόπον, ως εξής:
Κʼστο -μπρε- Κʼστος ανέστη
εκ νεκρών θανάτων,
θάνατον μπατήσας,
κʼ έντοις-έντοις μνήμασι,
ζωήν παμμακάριστε!
Και όμως, μεθʼ όλην την ιδιορρυθμίαν ταύτην, ουδείς ποτε έψαλεν ιερόν άσμα μετά πλείονος χριστιανικού αισθήματος και ενθουσιασμού, εξαιρουμένου ίσως του γνωστού εν Αθήναις γηραιού και σεβασμίου Κρητός, του ψάλλοντος το Άλαλα τα χείλη των ασεβών με την εξής προσθήκην: «Άλαλα τα χείλη των ασεβών των μη προσκυνούντων, οι κερατάδες! την εικόνα σου την σεπτήν...».
Αληθείς ορθόδοξοι Έλληνες!
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Εξοχική Λαμπρή
[απόσπασμα]
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
«Άγγλος ή Γερμανός ή Γάλλος δύναται να είναι κοσμοπολίτης ή αναρχικός ή άθεος ή οτιδήποτε. Έκαμε το πατριωτικό του χρέος και έκτισε μεγάλη πατρίδα. Τώρα είναι ελεύθερος να επαγγέλλεται, χάριν της πολυτέλειας, την απιστία και την απαισιοδοξία.
Αλλά Έλλην την σήμερον, όστις θέλει να κάμει δημόσια τον άθεο ή τον κοσμοπολίτη, ομοιάζει με νάνον ανορθούμενον επʼ άκρων ονύχων και τανυόμενον να φτάσει εις ύψος και φανεί και αυτός γίγας. Το Ελληνικόν έθνος το δούλον, αλλʼ ουδέν ήττον και το ελεύθερον έχει και θα έχει διαπαντός ανάγκη της Θρησκείας του...».
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Λαμπριάτικος Ψάλτης»
Αλλά Έλλην την σήμερον, όστις θέλει να κάμει δημόσια τον άθεο ή τον κοσμοπολίτη, ομοιάζει με νάνον ανορθούμενον επʼ άκρων ονύχων και τανυόμενον να φτάσει εις ύψος και φανεί και αυτός γίγας. Το Ελληνικόν έθνος το δούλον, αλλʼ ουδέν ήττον και το ελεύθερον έχει και θα έχει διαπαντός ανάγκη της Θρησκείας του...».
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Λαμπριάτικος Ψάλτης»
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό

«Να παύσει η συστηματική περιφρόνησις της Θρησκείας εκ μέρους πολιτικών ανδρών, επιστημόνων, λογίων, δημοσιογράφων και άλλων. Η λεγομένη ανωτέρα τάξις να συμμορφωθεί με τα έθιμα της χώρας, αν θέλει να εγκλιματισθεί εδώ. Να γίνει προστάτις των πατρίων και όχι διώκτρια. Να ασπασθεί και να εγκολπωθεί τας εθνικάς παραδόσεις»
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
«Ιερείς των πόλεων και Ιερείς των χωρίων», Διήγημα
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ἤ ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
http://wwwtaxiarhes.blogspot.com/2007/0 ... st_19.html
http://wwwtaxiarhes.blogspot.com/2007/0 ... st_19.html
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό

Η Μυρτιώτισσα για τον Παπαδιαμάντη
Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι μόνο ο μεγαλύτερος διηγηματογράφος της εποχής του, αλλά και όλων των εποχών. Μ' ελάχιστα τεχνικά μέσα ανέβασε το έργο του στην απόλυτη τελειότητα. Είναι ο πιο απλός, ο πιό ταπεινός, ο πιο ανθρώπινα ειλικρινής συγγραφέας που έβγαλε ο τόπος μας.Στο έργο του μιλεί αποκλειστικά και μόνο για τους « ανθρώπους του », γι' αυτούς που τους αισθάνεται τέλεια δικούς του, και μας μιλεί γι' αυτούς όπως ποτέ κανένας πατέρας δε μίλησε για τα παιδιά του. Είναι άπειρη η στοργή που τους έχει. Εξω όμως απ' αυτόν τον κόσμο των ταπεινών, τίποτ' άλλο σχεδόν δεν τον ενδιαφέρει, θάλεγε κανείς πώς δεν πρόσεξε τίποτ' άλλο, πώς δεν έριξε ούτε καν μια ματιά στις άλλες τάξεις των ανθρώπων.Η προσοχή του κι όλη του η αγάπη συγκεντρώθηκε στο νησί του. Το τοποθέτησε στο πρώτο πλάνο της ζωής, και το έργο του αντλεί απ' αυτό τη λαμπρότητα του. Απ' τη φτώχεια του νησιώτη πλουτίζεται, απ' την αγία του υπομονή στη δυστυχία και στο θάνατο στεριώνεται, απ' την αγνότητα της Σκιαθίτισσας κοπέλλας εξαυλώνεται, και φτάνει εκεί όπου λίγοι κατάφεραν να φτάσουν.
Γνώρισα τον Παπαδιαμάντη από κοντά μόνο τον τελευταίο χρόνο που βρισκόταν στην Αθήνα. Κάποιος φίλος τον έφερε στο σπίτι μας ένα βράδυ, μα κι' ο ίδιος απορούσε πώς τον κατάφερε, αυτόν τον απόμονο, τον απρόσιτο άνθρωπο, να πάει σε σπίτι ξένο και σ' ανθρώπους έξω απ' τη δική του «οικογένεια ».Ωστόσο τον κατάφερε, κι' από τότε, ίσως γιατί μας βρήκε απλούς και κάπως της αρεσκείας του, ερχότανε πότε-πότε κατά τις εννιά το βράδυ. Καθότανε πάντα παράμερα με σταυρωμένα στο στήθος τα χέρια, με σκυμμένο το κεφάλι, και μου έδινε την εντύπωση σα ναλεγε από μέσα του μια προσευχή.Σπάνια μιλούσε. Εγώ τον θαύμαζα καί τον αγαπούσα πολύ από τότε, δύσκολα όμως κατάφερνα ν' ανοίξω κουβέντα μαζί του.
Eνα βράδυ μου είπε ξαφνικά:-Εμαθα πώς τιμάτε δια της προστασίας σας τη «Φόνισσα».Τον κύτταξα κατάπληκτη. Αν δεν τον ήξερα τόσο απλό και ταπεινόν άνθρωπο, θάλεγα πώς με κοροϊδεύε. - Εχει ανάγκη αυτό το αριστούργημα από προστασία, και μάλιστα δική μου ; του απάντησα.Ενα πικρό χαμόγελο φώτισε για μια στιγμή το πρόσωπό του, κι' αμέσως έσβυσε.Εν' άλλο βράδυ, βροχερό και κρύο, του δώσαμε ένα φλυτζάνι τσάι για να ζεσταθεί, μα δεν το δέχτηκε. Τόσπρωξε με κάποιαν απέχθεια, και μας είπε απλά: « Δεν το συνηθίζω». Ισως γιατί είναι φράγκικο πιοτό, σκέφθηκα, και τ' άλλο βράδυ του ετοιμάσαμε ζεστή φασκομηλιά. Με πόση ευχαρίστηση, θυμάμαι, τη ρούφηξε μονομιάς
Ηταν σιωπηλός, όταν όμως θίγαμε κάτι πού τον ένδιέφερε ή πού τ' αγαπούσε, μιλούσε συνεχώς για κάμποση ώρα, με μια φωνή σιγανή, ψιθυριστή θά λεγα, πού μου φαινότανε σα να ρχόταν από πολύ μακριά.Σύχναζε τότε στο Μοναστηράκι, γιατί εκεί κοντά ήταν ένα μικρό εκκλησάκι όπου πήγαινε κι' έψελνε ταχτικά. - Μπορείτε και γράφετε στο καφενείο; τον ρώτησα.Σήκωσε τότε το κεφάλι του κι' άρχισε να μας μιλεί για το περίφημο εκείνο καφενείο του Μοναστηρακιού, πλέκοντας το εγκώμιο του καφετζή με θέρμη, σα να ήταν καμιά προσωπικότητα ξεχωριστή.- Μου δίνει καμιά φορά χαρτί και γράφω. Είναι άνθρωπος του θεού.Ωστε αυτό ήταν ! Ας ειν' ευλογημένος στον αιώνα ο αγαθός εκείνος καφετζής! Ισως χωρίς αυτόν πολλά απ' τα γοητευτικά του ανιστορίσματα δε θάβλεπαν το φως ...Κατά τις δέκα σηκωνόταν να φύγει. Νύσταζε. Μεγάλη κούραση τον κρατούσε πάντα. Εσφιγγε λίγο το σκοινί πού έζωνε τη μέση του, μας έδινε το χέρι, καί με ύφος μαθητή πού ντρέπεται για κάποια αταξία, μας έλεγε: - Καλή σας νύχτα, καί να μου συγχωρείτε τάς ελλείψεις μου.
Οταν ήταν να φύγει για τη Σκιάθο, ήρθε μόνος του αυτή τη φορά, για να μας αποχαιρετήσει. Η φωνή του είχε έναν αλλιώτικο τόνο, ήταν θερμή και πολύ συγκινημένη.Μας κάλεσε να πάμε στο νησί του, όπου θα μας φιλοξενούσε στο σπιτάκι του. Σεις οι γυναίκες θα κοιμάστε σε ρουχα φτωχικά μεν, πλην πολύ καθαρά. Εμείς οι άντρες μπορούμε να κοιμηθούμε στο ύπαιθρον, υπό τα δέντρα.Επειτα άρχισε να μας μιλεί για κάποια του ανίψια, παιδιά του αδερφού του, νομίζω, για τα οποία δεν μπόρεσε ποτέ να κάνει τίποτα. Μιλούσε σα νάθελε ν' απολογηθεί και σύγχρονα να ξαλαφρωθεί από ένα βάρος που του πίεζε την καρδιά. - Χρέος μου ήταν να τα προστατέψω, αλλά δεν είχα την δύναμιν. Δεν μπόρεσα να τους χρησιμεύσω εις τίποτε, όπως επιθυμούσα. Ας είναι... Τι να τα λέμε τώρ' αυτά; θλιβερά πράγματα...Τον κύτταζα. Τα μάτια του ήταν βουρκωμένα, και δυο δάκρυα είχαν αρχίσει να κυλούν στο χλωμομελάχροινο πρόσωπό του. Εφυγε. ΄Υστερ' από λίγους μήνες, προτού προφτάσουμε νά τόν ξαναϊδούμε στο νησί του, μας ήρθε το μήνυμα του απολυτρωτικού του θανάτου...
ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ ( Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1941)
http://xoirovoskos.blogspot.com/2005/04 ... st_04.html
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης εκφραστής της ορθοδόξου εκκλησιαστικής παραδόσεως
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΥ
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2001
Όπως σάς είχαμε υποσχεθή, δημοσιεύουμε σήμερα τμήμα της εισήγησης του Σεβ. Μητροπολίτη μας κ. Ιεροθέου στο διήμερο Συνέδριο που διοργάνωσε η Ιερά Σύνοδος για τα 150 χρόνια από την γέννηση και 90 από τον θάνατο του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, στην Αίθουσα της Παλαιάς Βουλής στην Αθήνα.
Από μικρός μεγάλωσα σε ένα σπίτι, όπου ο πατέρας μου διάβαζε φιλοκαλικά βιβλία. Στο ράφι του μεγάλου δωματίου κοντά στο εικονοστάσι είχε την Κλίμακα του αγ. Ιωάννου του Σιναΐτου, που την διάβαζε καθημερινά, και τα Κυριακοδρόμια του Νικηφόρου Θεοτόκη, που διάβαζε κάθε Κυριακή. Ταυτόχρονα μας μετέφερε ιστορίες από το Γεροντικό και άλλα ασκητικά βιβλία, μας ανέφερε τις συμβουλές που του έδινε κάποιος κοσμοκαλόγηρος στον τύπο του Παπαδιαμάντη, ο φίλος του ο Μάρκος, καθώς επίσης μας διηγείτο και ιστορίες και παραδόσεις από τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό και τον άγιο νεομάρτυρα Γεώργιο.
Ήταν, λοιπόν, φυσικό να μελετούμε και εμείς τα κείμενα αυτά και να συνδεόμαστε με την παράδοση που εξέφραζαν. Στην συνέχεια, πολύ νωρίς βρήκα τα κείμενα του Παπαδιαμάντη, γιατί, ας μου επιτρέψετε την έκφραση, “κολλούσαν” σε όλη αυτή την υποδομή που είχα από το σπίτι μου. Διάβαζα για τον Παπαδιαμάντη και μου δημιουργήθηκε η επιθυμία να τον μελετώ τακτικά. Δεν διάβαζα άλλους λογοτέχνες και συγγραφείς, γιατί, για την εποχή εκείνη, ήταν για μένα πολυτέλεια η αγορά βιβλίων. Μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση οι λεκτικές εικόνες και οι φράσεις του Παπαδιαμάντη που λειτουργούσαν σαν εικονικές παραστάσεις, χωρίς να προκαλούν την φαντασία, γιατί ήταν εικόνες της καθημερινής ζωής, που αναφέρονταν σε πρόσωπα τα οποία συναντούσα και στο δικό μου περιβάλλον, στο σπίτι μου, στην γειτονιά μου, στα ηπειρωτικά χωριά κ.λ.π.
Θα ήθελα να μου συγχωρέσετε αυτήν την προσωπική εισαγωγή, αλλά δεν εύρισκα κάτι άλλο για πρόλογο, προσπαθώντας να εκθέσω την αγάπη μου προς τον Παπαδιαμάντη, αλλά και την παράδοση που βρήκα τότε στο περιβάλλον που γεννήθηκα, που σήμερα άρχισε να χάνεται. Νομίζω ότι ο Παπαδιαμάντης διαβάζεται ελκυστικά σε ένα τέτοιο περιβάλλον, που το διαμόρφωσε η Κλίμακα του Ιωάννη, οι ατόφιες και παραστατικές μορφές των ανθρώπων της εποχής εκείνης, το παπαδιαμαντικό εκκλησίασμα των κυριακάτικων συνάξεων. Όταν τον βγάλης από το περιβάλλον αυτό, τότε διαβάζεται περισσότερο ρομαντικά. Αγνοεί κανείς το παρελθόν που χάθηκε.
Στην συνέχεια θα αναφερθώ σε μερικά σημεία από τα έργα του Παπαδιαμάντη, που τον παρουσιάζουν εκφραστή της ορθοδόξου εκκλησιαστικής παραδόσεως, αφού, όπως φαίνεται καθαρά στα έργα του, η θεολογία ήταν εφαρμοσμένη και το εκκλησιαστικό ήθος ήταν βιωμένο στα πρόσωπα των έργων του, και μέσα από αυτήν την περιγραφή, εξέθετε την εσωτερική του κατάσταση, το καρδιακό του βίωμα. Διαβάζοντας κείμενα του Παπαδιαμάντη, αισθάνομαι ότι λειτουργούν ψυχοθεραπευτικά, γαληνεύουν την ψυχή, υγραίνουν τα μάτια, εμπνέουν για έναν κόσμο κεκοσμημένο.
1. Αναγκαία διευκρίνιση
Κατʼ αρχάς είναι ανάγκη να διευκρινισθή ότι δεν μπορεί κανείς να συγκρίνη τα έργα του Παπαδιαμάντη με τα έργα των Πατέρων, με τα φιλοκαλικά κείμενα και τα συναξάρια. Γιατί τα φιλοκαλικά κείμενα αποβλέπουν στην αδρανοποίηση του φανταστικού της ψυχής, επειδή καθοδηγούν σε μια αφάνταστη και ανίδεη προσευχή, στο ανίδεο και αφάνταστο του νού. Είναι γνωστή η ρήση ότι “νούς φανταζόμενος είναι ανίκανος δια την θεολογίαν”. Βεβαίως βρίσκει κανείς μέσα σε πατερικά κείμενα στοιχεία, στα οποία παρουσιάζεται η ομορφιά της κτίσεως, ιδίως ο λόγος του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στην Καινή Κυριακή, το Πάσχα, στον οποίο ο άγιος παρουσιάζει την ομορφιά της φύσεως κατά την άνοιξη. Όμως τα φιλοκαλικά κείμενα έχουν άλλη αποστολή.
Επίσης, πρέπει να υπογραμμισθή δεόντως ότι οι Πατέρες γράφουν ανάλογα με την διακονία που έχουν μέσα στην Εκκλησία. Ένας ασκητής, που έχει την επίβλεψη και την ποιμαντική διακονία να προετοιμάζη τους ανθρώπους για την ανάβαση στο Θαβώρ και το Όρος Σινά, κινείται σε άλλα επίπεδα και γράφει ανάλογα με την ποιμαντική διακονία που εξασκεί. Ένας άλλος Πατήρ, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος που καθοδηγεί έναν λαό που βρίσκεται σε μια κατάσταση πορείας αποφυγής από τα πάθη, χρησιμοποιεί έναν διαφορετικό λόγο, χωρίς να αφίσταται της αποκαλυπτικής αλήθειας.
Ο Παπαδιαμάντης, όπως φαίνεται σε όλα τα έργα του, δεν ήταν Πνευματικός πατέρας και καθοδηγητής, ούτε εξασκούσε ποιμαντική σε ανθρώπους που έπρεπε να καθαρίσουν το παθητικό και το λογιστικό της ψυχής, ούτε ήταν δάσκαλος και Ιεροκήρυκας. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε επηρεασθή από την Ορθόδοξη Παράδοση, όπως εκφραζόταν στις κοινότητες της Σκιάθου, τις οποίες μπορούμε να ονομάσουμε θεραπευτικές. Στα κείμενά του, λοιπόν, περιέγραφε μια κοινωνία που διαπνεόταν από τους δερματίνους χιτώνες της φθοράς και της θνητότητας, μια κοινωνία που ζούσε μέσα στην παράδοση της Εκκλησίας και εξασκούσε την υπομονή, την καρτερία, διακατεχόταν από την πίστη στον Θεό και ζούσε μέσα στην λατρευτική ζωή της Εκκλησίας.
Ο Παπαδιαμάντης ήταν “ο μεγάλος ζωγράφος των ταπεινών”, κατά τον Κωστή Παλαμά. Πρόκειται για ένα κλίμα και μια ατμόσφαιρα που καθαρίζει την καρδιά του ανθρώπου και υπάρχουν στοιχεία νοεράς προσευχής, αφού πρόκειται για προσευχή που προέρχεται από έναν βαθύ πόνο. Και προτιμώ αυτήν την κοινωνία από μερικές άλλες κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από πουριτανικές ιδέες με φαντασιώσεις υψηλής πνευματικής ζωής.
Τα έργα του Παπαδιαμάντη πιθανόν να μη ωφελούν τους μοναχούς, που αποβλέπουν σε κάτι άλλο. Άλλωστε, ούτε ο Παπαδιαμάντης είχε την επιθυμία να καθοδηγή μοναχούς με υψηλές πνευματικές καταστάσεις. Άλλος ήταν ο προορισμός του. Ζώντας μέσα στον κόσμο και επιδιώκοντας “νά βγάλη το ψωμί του”, έγραψε τις αναμνήσεις του και τον πόνο του, χωρίς να κάνη θρησκευτικό κήρυγμα, αλλά μάλλον έγραφε εξομολογητικά και ανθρώπινα, συγκρίνοντας εν πολλοίς τον κόσμο του ουρανίου πολιτεύματος με τον κόσμο της εξορίας.
Ο Παπαδιαμάντης έζησε στην ζωή του με πόνο, που θεραπεύει την καρδιά, με βαθυτάτη αυτομεμψία και μάλιστα είχε την τόλμη να την γράφη, έζησε με υψηλό αίσθημα δικαιοσύνης, με έντονη ξενιτεία, που αυξανόταν με τις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας μέσα σε μια ιερατική οικογένεια και μια λατρευτική και θεραπευτική κοινότητα. Ο αείμνηστος Φιλόθεος Ζερβάκος θα γράψη για τον Παπαδιαμάντη: “Εγύρισα όλας τας Μονάς της Ελλάδος, του Αγίου Όρους, της Παλαιστίνης, του Σινά. Ευρήκα καλογήρους, ιερομονάχους, μοναχούς, αλλά πτωχούς και ακτήμονας ωσάν τον Παπαδιαμάντην πάνυ ολίγους...”.
Αν συγκρίνη κανείς την ζωή του Παπαδιαμάντη με την πλειονότητα των μοναχών της εποχής μας οι οποίοι ζουν με συνεχείς επαιτείες και κατασκευάζουν πολυτελή Μοναστήρια, όπου διαβιώνουν με κοσμική άνεση, τότε αντιλαμβάνεται την αξία του Παπαδιαμάντη. Έζησε, λοιπόν, με πόνο, αλλά και όταν ήλθε η ώρα να φύγη από τον κόσμο αυτόν, πέθανε με εξομολόγηση, με την μετάληψη των Τιμίων Δώρων, με προσευχή και μετάνοια, ψάλλοντας με πόνο το δοξαστικό της Παραμονής των Θεοφανείων, “τήν χείρά σου την αψαμένην την ακήρατον Κορυφήν του Δεσπότου, μεθʼ ής και δακτύλω αυτόν ημίν καθυπέδειξας, έπαρον υπέρ ημών προς αυτόν, Βαπτιστά, ως παρρησίαν έχων πολλήν”. Το ορθόδοξο τέλος του ήταν ένδειξη της ζωής του και της αποδοχής της υπάρξεώς του από τον Θεό. Δεν σάς αποκρύπτω ότι νοσταλγώ να έχω το ίδιο τέλος που είχε ο Παπαδιαμάντης και ελπίζω στο έλεος και την φιλανθρωπία του Θεού ότι θα μου το χαρίση.
2. Ο Θεός του Παπαδιαμάντη
Ο Θεός του Παπαδιαμάντη είναι ο Θεός των Πατέρων και ιδιαιτέρως των Φιλοκαλικών Πατέρων με την εμπειρική γνώση του Θεού και φυσικά με την μεγάλη φιλοθεΐα και φιλανθρωπία. Δεν είναι ο Θεός του Θωμά του Ακινάτη και του Άνσελμου Καντερβουρίας.
Ο Θεός του Θωμά του Ακινάτη είναι ένας θεός απρόσιτος, σκληρός, που υποχρεώνει τον άνθρωπο στην αποδοχή της ύπαρξής του. Στην “Σούμα Θεολόγικα”, ο Θωμάς ο Ακινάτης, μετά τα επιχειρήματα περί της υπάρξεως του Θεού, φθάνει σε αναγκαστικές δεσμεύσεις:
“Ανάγκη λοιπόν να παραδεχθώμεν πρώτην τινα ποιητικήν αιτίαν, ήν πάντες ονομάζουσι Θεόν”. Και αλλού: “Συνεπώς πρέπει να υπάρχη όν νοούν, υφʼ ου πάντα τα φυσικά όντα κυβερνώνται και κατευθύνονται προς τον εαυτών σκοπόν· το δʼ όν τούτο ονομάζομεν Θεόν”. Και αλλού: “Δεν δυνάμεθα να διακριβώσωμεν πώς ο Θεός είνε, αλλά μάλλον πώς δεν είνε”.
Ο Θεός ακόμη του Άνσελμου Καντερβουρίας είναι θεός φεουδάρχης ο οποίος κυριαρχείται από τρεις αρχές, ήτοι ότι είναι η υψίστη δικαιοσύνη, η υψίστη τιμή και ότι είναι θεός τάξεως, αφού έβαλε σε όλη την κτίση την τάξη. Οπότε κάθε αμαρτία είναι προσβολή της τιμής και της δικαιοσύνης του Θεού, αλλά και παράβαση της τάξεως που υπάρχει σε όλη την δημιουργία. Γιʼ αυτό και ο αμαρτωλός άνθρωπος πρέπει να τιμωρηθή, ή πρέπει να εξιλεώση την δικαιοσύνη του Θεού και να αποκαταστήση την τρωθείσα τιμή Του.
Ο Νίκος Καζαντζάκης, επηρεασμένος από αυτήν την δυτική θεολογική προβληματική, είχε υπʼ όψη του έναν τέτοιο δυνάστη θεό. Σε μια αλληλογραφία που είχε με κάποιον ελληνοαμερικανό Ιερέα Παπαστεφάνου φαίνεται αυτός ο επηρεασμός του. Γράφει κάπου:
“Ο θεός μου είναι όλο λάσπη, αίματα, επιθυμίες κι οράματα. Δεν είναι ο αγνός, άσπιλος, παντοδύναμος, πάνσοφος, δίκαιος, πανάγαθος. Δεν είναι φώς. Με αγώνα, με κάματο μετουσιώνει τη νύχτα μέσα στα σωθικά του και την κάνει φώς. Ανηφορίζει αγκομαχώντας τον ανήφορο της αρετής. Φωνάζει βοήθεια. Δε μας σώζει. Εμείς τόνε σώζομε. Salvatores Dei! Τί θα πει τόνε σώζομε; Σώζομε μέσα απʼ την εφήμερη πήλινη ύπαρξή μας την πνοή την αιώνια, μετουσιώνουμε τη σάρκα, τον αέρα, το νερό και τα κάνομε πνέμα”.
Και σε μια από τις τελευταίες επιστολές του (25-4-54) γράφει:
“Τρία τα μεγάλα θεολογικά στάδια που πέρασα:
- Θεέ μου, εσύ θα με σώσης·
- Θεέ μου, εγώ θα σε σώσω·
- Μαζί θα συνεργαστούμε μαζί θα σωθούμε, Θεέ μου”.
Ο Θεός όμως του Παπαδιαμάντη είναι ο Θεός της αποκαλυπτικής αλήθειας. Ο Παπαδιαμάντης γνώρισε τον Θεό από νηπτικούς πατέρας, που ονομάζονταν κολλυβάδες, τόσο στο Άγιον Όρος όσο και στην Σκιάθο. Είναι Θεός αγάπης, που συμπονεί τον άνθρωπο, που τον αγαπά, που αγαπά πιο πολύ τους αμαρτωλούς που συναισθάνονται την πνευματική τους φτώχεια. Αυτό φαίνεται καθαρά σε όλο το έργο του. Ο Θεός, όπως έλεγε ο όσιος Σιλουανός, είναι ταπείνωση και πραότητα που συγχωρεί τους αμαρτωλούς.
Γράφοντας ο Παπαδιαμάντης για το καθαρτήριο πυρ της “Παπικής Ρώμης” σχολιάζει:
“Ημείς Καθαρτήριον δεν ηξεύρομεν, πιστεύομεν όμως ότι ο Θεός εν τω απείρω Αυτού ελέει πολλάς πολλών αμαρτίας θα συγχωρήση δεχόμενος τας μυστικάς θυσίας και τας εν αυταίς γινομένας ευλαβώς μνείας των κεκοιμημένων. Περί Καθαρτηρίου δε και άλλων τοιούτων δεν πολυπραγμονούμεν. Οι Δυτικοί θεολόγοι είναι δεινοί εις το να περιγράφωσιν επί το φανταστικώτερον και τας Κολάσεις και τα Καθαρτήρια. Ημείς γνωρίζομεν μόνον ότι αι ψυχαί των ορθοδόξων χριστιανών, όσοι ημάρτησαν ως άνθρωποι, είναι εις το άπειρον έλεος του Θεού”.
Ακόμη σε όλα τα έργα του φαίνεται διάχυτη αυτή η ευσπλαχνία του Θεού προς τον άνθρωπο. Την Χριστίνα, την δασκάλα, που ζούσε χωρίς στεφάνι, την βλέπει με συμπάθεια, γιʼ αυτό στο τέλος του διηγήματός του γράφει γιʼ αυτήν: “Αλλʼ Εκείνος, όστις ανέστη “ένεκα της ταλαιπωρίας των πτωχών και του στεναγμού των πενήτων”, όστις εδέχθη της αμαρτωλής τα μύρα και τα δάκρυα και του ληστού το Μνήσθητί μου, θα δεχθή και αυτής της πτωχής την μετάνοιαν, και θα της δώση χώρον και τόπον χλοερόν, και άνεσιν και αναψυχήν εις την βασιλείαν Του την αιωνίαν”.
Τον “μπαρμπα-Γιαννιό τον Έρωντα”, που πέθανε μπροστά στην πόρτα της Πολυλογούς που αγαπούσε, και σκεπάστηκε από το χιόνι, τον αφήνει στο έλεος και την αγάπη του Θεού. Γράφει: “Και ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κʼ εκοιμήθη υπό την χιόνα, δια να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου”. Την Φραγκογιαννού, που καταδιωκόμενη από δύο άνδρες για το έγκλημα που έκανε και στην προσπάθειά της να ανεβή τον βράχο του αγίου Σώστη, πνίγηκε, γράφει: “Η γραία Χαδούλα εύρε τον θάνατον εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης”.
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΥ
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2001
Όπως σάς είχαμε υποσχεθή, δημοσιεύουμε σήμερα τμήμα της εισήγησης του Σεβ. Μητροπολίτη μας κ. Ιεροθέου στο διήμερο Συνέδριο που διοργάνωσε η Ιερά Σύνοδος για τα 150 χρόνια από την γέννηση και 90 από τον θάνατο του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, στην Αίθουσα της Παλαιάς Βουλής στην Αθήνα.
Από μικρός μεγάλωσα σε ένα σπίτι, όπου ο πατέρας μου διάβαζε φιλοκαλικά βιβλία. Στο ράφι του μεγάλου δωματίου κοντά στο εικονοστάσι είχε την Κλίμακα του αγ. Ιωάννου του Σιναΐτου, που την διάβαζε καθημερινά, και τα Κυριακοδρόμια του Νικηφόρου Θεοτόκη, που διάβαζε κάθε Κυριακή. Ταυτόχρονα μας μετέφερε ιστορίες από το Γεροντικό και άλλα ασκητικά βιβλία, μας ανέφερε τις συμβουλές που του έδινε κάποιος κοσμοκαλόγηρος στον τύπο του Παπαδιαμάντη, ο φίλος του ο Μάρκος, καθώς επίσης μας διηγείτο και ιστορίες και παραδόσεις από τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό και τον άγιο νεομάρτυρα Γεώργιο.
Ήταν, λοιπόν, φυσικό να μελετούμε και εμείς τα κείμενα αυτά και να συνδεόμαστε με την παράδοση που εξέφραζαν. Στην συνέχεια, πολύ νωρίς βρήκα τα κείμενα του Παπαδιαμάντη, γιατί, ας μου επιτρέψετε την έκφραση, “κολλούσαν” σε όλη αυτή την υποδομή που είχα από το σπίτι μου. Διάβαζα για τον Παπαδιαμάντη και μου δημιουργήθηκε η επιθυμία να τον μελετώ τακτικά. Δεν διάβαζα άλλους λογοτέχνες και συγγραφείς, γιατί, για την εποχή εκείνη, ήταν για μένα πολυτέλεια η αγορά βιβλίων. Μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση οι λεκτικές εικόνες και οι φράσεις του Παπαδιαμάντη που λειτουργούσαν σαν εικονικές παραστάσεις, χωρίς να προκαλούν την φαντασία, γιατί ήταν εικόνες της καθημερινής ζωής, που αναφέρονταν σε πρόσωπα τα οποία συναντούσα και στο δικό μου περιβάλλον, στο σπίτι μου, στην γειτονιά μου, στα ηπειρωτικά χωριά κ.λ.π.
Θα ήθελα να μου συγχωρέσετε αυτήν την προσωπική εισαγωγή, αλλά δεν εύρισκα κάτι άλλο για πρόλογο, προσπαθώντας να εκθέσω την αγάπη μου προς τον Παπαδιαμάντη, αλλά και την παράδοση που βρήκα τότε στο περιβάλλον που γεννήθηκα, που σήμερα άρχισε να χάνεται. Νομίζω ότι ο Παπαδιαμάντης διαβάζεται ελκυστικά σε ένα τέτοιο περιβάλλον, που το διαμόρφωσε η Κλίμακα του Ιωάννη, οι ατόφιες και παραστατικές μορφές των ανθρώπων της εποχής εκείνης, το παπαδιαμαντικό εκκλησίασμα των κυριακάτικων συνάξεων. Όταν τον βγάλης από το περιβάλλον αυτό, τότε διαβάζεται περισσότερο ρομαντικά. Αγνοεί κανείς το παρελθόν που χάθηκε.
Στην συνέχεια θα αναφερθώ σε μερικά σημεία από τα έργα του Παπαδιαμάντη, που τον παρουσιάζουν εκφραστή της ορθοδόξου εκκλησιαστικής παραδόσεως, αφού, όπως φαίνεται καθαρά στα έργα του, η θεολογία ήταν εφαρμοσμένη και το εκκλησιαστικό ήθος ήταν βιωμένο στα πρόσωπα των έργων του, και μέσα από αυτήν την περιγραφή, εξέθετε την εσωτερική του κατάσταση, το καρδιακό του βίωμα. Διαβάζοντας κείμενα του Παπαδιαμάντη, αισθάνομαι ότι λειτουργούν ψυχοθεραπευτικά, γαληνεύουν την ψυχή, υγραίνουν τα μάτια, εμπνέουν για έναν κόσμο κεκοσμημένο.
1. Αναγκαία διευκρίνιση
Κατʼ αρχάς είναι ανάγκη να διευκρινισθή ότι δεν μπορεί κανείς να συγκρίνη τα έργα του Παπαδιαμάντη με τα έργα των Πατέρων, με τα φιλοκαλικά κείμενα και τα συναξάρια. Γιατί τα φιλοκαλικά κείμενα αποβλέπουν στην αδρανοποίηση του φανταστικού της ψυχής, επειδή καθοδηγούν σε μια αφάνταστη και ανίδεη προσευχή, στο ανίδεο και αφάνταστο του νού. Είναι γνωστή η ρήση ότι “νούς φανταζόμενος είναι ανίκανος δια την θεολογίαν”. Βεβαίως βρίσκει κανείς μέσα σε πατερικά κείμενα στοιχεία, στα οποία παρουσιάζεται η ομορφιά της κτίσεως, ιδίως ο λόγος του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στην Καινή Κυριακή, το Πάσχα, στον οποίο ο άγιος παρουσιάζει την ομορφιά της φύσεως κατά την άνοιξη. Όμως τα φιλοκαλικά κείμενα έχουν άλλη αποστολή.
Επίσης, πρέπει να υπογραμμισθή δεόντως ότι οι Πατέρες γράφουν ανάλογα με την διακονία που έχουν μέσα στην Εκκλησία. Ένας ασκητής, που έχει την επίβλεψη και την ποιμαντική διακονία να προετοιμάζη τους ανθρώπους για την ανάβαση στο Θαβώρ και το Όρος Σινά, κινείται σε άλλα επίπεδα και γράφει ανάλογα με την ποιμαντική διακονία που εξασκεί. Ένας άλλος Πατήρ, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος που καθοδηγεί έναν λαό που βρίσκεται σε μια κατάσταση πορείας αποφυγής από τα πάθη, χρησιμοποιεί έναν διαφορετικό λόγο, χωρίς να αφίσταται της αποκαλυπτικής αλήθειας.
Ο Παπαδιαμάντης, όπως φαίνεται σε όλα τα έργα του, δεν ήταν Πνευματικός πατέρας και καθοδηγητής, ούτε εξασκούσε ποιμαντική σε ανθρώπους που έπρεπε να καθαρίσουν το παθητικό και το λογιστικό της ψυχής, ούτε ήταν δάσκαλος και Ιεροκήρυκας. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε επηρεασθή από την Ορθόδοξη Παράδοση, όπως εκφραζόταν στις κοινότητες της Σκιάθου, τις οποίες μπορούμε να ονομάσουμε θεραπευτικές. Στα κείμενά του, λοιπόν, περιέγραφε μια κοινωνία που διαπνεόταν από τους δερματίνους χιτώνες της φθοράς και της θνητότητας, μια κοινωνία που ζούσε μέσα στην παράδοση της Εκκλησίας και εξασκούσε την υπομονή, την καρτερία, διακατεχόταν από την πίστη στον Θεό και ζούσε μέσα στην λατρευτική ζωή της Εκκλησίας.
Ο Παπαδιαμάντης ήταν “ο μεγάλος ζωγράφος των ταπεινών”, κατά τον Κωστή Παλαμά. Πρόκειται για ένα κλίμα και μια ατμόσφαιρα που καθαρίζει την καρδιά του ανθρώπου και υπάρχουν στοιχεία νοεράς προσευχής, αφού πρόκειται για προσευχή που προέρχεται από έναν βαθύ πόνο. Και προτιμώ αυτήν την κοινωνία από μερικές άλλες κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από πουριτανικές ιδέες με φαντασιώσεις υψηλής πνευματικής ζωής.
Τα έργα του Παπαδιαμάντη πιθανόν να μη ωφελούν τους μοναχούς, που αποβλέπουν σε κάτι άλλο. Άλλωστε, ούτε ο Παπαδιαμάντης είχε την επιθυμία να καθοδηγή μοναχούς με υψηλές πνευματικές καταστάσεις. Άλλος ήταν ο προορισμός του. Ζώντας μέσα στον κόσμο και επιδιώκοντας “νά βγάλη το ψωμί του”, έγραψε τις αναμνήσεις του και τον πόνο του, χωρίς να κάνη θρησκευτικό κήρυγμα, αλλά μάλλον έγραφε εξομολογητικά και ανθρώπινα, συγκρίνοντας εν πολλοίς τον κόσμο του ουρανίου πολιτεύματος με τον κόσμο της εξορίας.
Ο Παπαδιαμάντης έζησε στην ζωή του με πόνο, που θεραπεύει την καρδιά, με βαθυτάτη αυτομεμψία και μάλιστα είχε την τόλμη να την γράφη, έζησε με υψηλό αίσθημα δικαιοσύνης, με έντονη ξενιτεία, που αυξανόταν με τις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας μέσα σε μια ιερατική οικογένεια και μια λατρευτική και θεραπευτική κοινότητα. Ο αείμνηστος Φιλόθεος Ζερβάκος θα γράψη για τον Παπαδιαμάντη: “Εγύρισα όλας τας Μονάς της Ελλάδος, του Αγίου Όρους, της Παλαιστίνης, του Σινά. Ευρήκα καλογήρους, ιερομονάχους, μοναχούς, αλλά πτωχούς και ακτήμονας ωσάν τον Παπαδιαμάντην πάνυ ολίγους...”.
Αν συγκρίνη κανείς την ζωή του Παπαδιαμάντη με την πλειονότητα των μοναχών της εποχής μας οι οποίοι ζουν με συνεχείς επαιτείες και κατασκευάζουν πολυτελή Μοναστήρια, όπου διαβιώνουν με κοσμική άνεση, τότε αντιλαμβάνεται την αξία του Παπαδιαμάντη. Έζησε, λοιπόν, με πόνο, αλλά και όταν ήλθε η ώρα να φύγη από τον κόσμο αυτόν, πέθανε με εξομολόγηση, με την μετάληψη των Τιμίων Δώρων, με προσευχή και μετάνοια, ψάλλοντας με πόνο το δοξαστικό της Παραμονής των Θεοφανείων, “τήν χείρά σου την αψαμένην την ακήρατον Κορυφήν του Δεσπότου, μεθʼ ής και δακτύλω αυτόν ημίν καθυπέδειξας, έπαρον υπέρ ημών προς αυτόν, Βαπτιστά, ως παρρησίαν έχων πολλήν”. Το ορθόδοξο τέλος του ήταν ένδειξη της ζωής του και της αποδοχής της υπάρξεώς του από τον Θεό. Δεν σάς αποκρύπτω ότι νοσταλγώ να έχω το ίδιο τέλος που είχε ο Παπαδιαμάντης και ελπίζω στο έλεος και την φιλανθρωπία του Θεού ότι θα μου το χαρίση.
2. Ο Θεός του Παπαδιαμάντη
Ο Θεός του Παπαδιαμάντη είναι ο Θεός των Πατέρων και ιδιαιτέρως των Φιλοκαλικών Πατέρων με την εμπειρική γνώση του Θεού και φυσικά με την μεγάλη φιλοθεΐα και φιλανθρωπία. Δεν είναι ο Θεός του Θωμά του Ακινάτη και του Άνσελμου Καντερβουρίας.
Ο Θεός του Θωμά του Ακινάτη είναι ένας θεός απρόσιτος, σκληρός, που υποχρεώνει τον άνθρωπο στην αποδοχή της ύπαρξής του. Στην “Σούμα Θεολόγικα”, ο Θωμάς ο Ακινάτης, μετά τα επιχειρήματα περί της υπάρξεως του Θεού, φθάνει σε αναγκαστικές δεσμεύσεις:
“Ανάγκη λοιπόν να παραδεχθώμεν πρώτην τινα ποιητικήν αιτίαν, ήν πάντες ονομάζουσι Θεόν”. Και αλλού: “Συνεπώς πρέπει να υπάρχη όν νοούν, υφʼ ου πάντα τα φυσικά όντα κυβερνώνται και κατευθύνονται προς τον εαυτών σκοπόν· το δʼ όν τούτο ονομάζομεν Θεόν”. Και αλλού: “Δεν δυνάμεθα να διακριβώσωμεν πώς ο Θεός είνε, αλλά μάλλον πώς δεν είνε”.
Ο Θεός ακόμη του Άνσελμου Καντερβουρίας είναι θεός φεουδάρχης ο οποίος κυριαρχείται από τρεις αρχές, ήτοι ότι είναι η υψίστη δικαιοσύνη, η υψίστη τιμή και ότι είναι θεός τάξεως, αφού έβαλε σε όλη την κτίση την τάξη. Οπότε κάθε αμαρτία είναι προσβολή της τιμής και της δικαιοσύνης του Θεού, αλλά και παράβαση της τάξεως που υπάρχει σε όλη την δημιουργία. Γιʼ αυτό και ο αμαρτωλός άνθρωπος πρέπει να τιμωρηθή, ή πρέπει να εξιλεώση την δικαιοσύνη του Θεού και να αποκαταστήση την τρωθείσα τιμή Του.
Ο Νίκος Καζαντζάκης, επηρεασμένος από αυτήν την δυτική θεολογική προβληματική, είχε υπʼ όψη του έναν τέτοιο δυνάστη θεό. Σε μια αλληλογραφία που είχε με κάποιον ελληνοαμερικανό Ιερέα Παπαστεφάνου φαίνεται αυτός ο επηρεασμός του. Γράφει κάπου:
“Ο θεός μου είναι όλο λάσπη, αίματα, επιθυμίες κι οράματα. Δεν είναι ο αγνός, άσπιλος, παντοδύναμος, πάνσοφος, δίκαιος, πανάγαθος. Δεν είναι φώς. Με αγώνα, με κάματο μετουσιώνει τη νύχτα μέσα στα σωθικά του και την κάνει φώς. Ανηφορίζει αγκομαχώντας τον ανήφορο της αρετής. Φωνάζει βοήθεια. Δε μας σώζει. Εμείς τόνε σώζομε. Salvatores Dei! Τί θα πει τόνε σώζομε; Σώζομε μέσα απʼ την εφήμερη πήλινη ύπαρξή μας την πνοή την αιώνια, μετουσιώνουμε τη σάρκα, τον αέρα, το νερό και τα κάνομε πνέμα”.
Και σε μια από τις τελευταίες επιστολές του (25-4-54) γράφει:
“Τρία τα μεγάλα θεολογικά στάδια που πέρασα:
- Θεέ μου, εσύ θα με σώσης·
- Θεέ μου, εγώ θα σε σώσω·
- Μαζί θα συνεργαστούμε μαζί θα σωθούμε, Θεέ μου”.
Ο Θεός όμως του Παπαδιαμάντη είναι ο Θεός της αποκαλυπτικής αλήθειας. Ο Παπαδιαμάντης γνώρισε τον Θεό από νηπτικούς πατέρας, που ονομάζονταν κολλυβάδες, τόσο στο Άγιον Όρος όσο και στην Σκιάθο. Είναι Θεός αγάπης, που συμπονεί τον άνθρωπο, που τον αγαπά, που αγαπά πιο πολύ τους αμαρτωλούς που συναισθάνονται την πνευματική τους φτώχεια. Αυτό φαίνεται καθαρά σε όλο το έργο του. Ο Θεός, όπως έλεγε ο όσιος Σιλουανός, είναι ταπείνωση και πραότητα που συγχωρεί τους αμαρτωλούς.
Γράφοντας ο Παπαδιαμάντης για το καθαρτήριο πυρ της “Παπικής Ρώμης” σχολιάζει:
“Ημείς Καθαρτήριον δεν ηξεύρομεν, πιστεύομεν όμως ότι ο Θεός εν τω απείρω Αυτού ελέει πολλάς πολλών αμαρτίας θα συγχωρήση δεχόμενος τας μυστικάς θυσίας και τας εν αυταίς γινομένας ευλαβώς μνείας των κεκοιμημένων. Περί Καθαρτηρίου δε και άλλων τοιούτων δεν πολυπραγμονούμεν. Οι Δυτικοί θεολόγοι είναι δεινοί εις το να περιγράφωσιν επί το φανταστικώτερον και τας Κολάσεις και τα Καθαρτήρια. Ημείς γνωρίζομεν μόνον ότι αι ψυχαί των ορθοδόξων χριστιανών, όσοι ημάρτησαν ως άνθρωποι, είναι εις το άπειρον έλεος του Θεού”.
Ακόμη σε όλα τα έργα του φαίνεται διάχυτη αυτή η ευσπλαχνία του Θεού προς τον άνθρωπο. Την Χριστίνα, την δασκάλα, που ζούσε χωρίς στεφάνι, την βλέπει με συμπάθεια, γιʼ αυτό στο τέλος του διηγήματός του γράφει γιʼ αυτήν: “Αλλʼ Εκείνος, όστις ανέστη “ένεκα της ταλαιπωρίας των πτωχών και του στεναγμού των πενήτων”, όστις εδέχθη της αμαρτωλής τα μύρα και τα δάκρυα και του ληστού το Μνήσθητί μου, θα δεχθή και αυτής της πτωχής την μετάνοιαν, και θα της δώση χώρον και τόπον χλοερόν, και άνεσιν και αναψυχήν εις την βασιλείαν Του την αιωνίαν”.
Τον “μπαρμπα-Γιαννιό τον Έρωντα”, που πέθανε μπροστά στην πόρτα της Πολυλογούς που αγαπούσε, και σκεπάστηκε από το χιόνι, τον αφήνει στο έλεος και την αγάπη του Θεού. Γράφει: “Και ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κʼ εκοιμήθη υπό την χιόνα, δια να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου”. Την Φραγκογιαννού, που καταδιωκόμενη από δύο άνδρες για το έγκλημα που έκανε και στην προσπάθειά της να ανεβή τον βράχο του αγίου Σώστη, πνίγηκε, γράφει: “Η γραία Χαδούλα εύρε τον θάνατον εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης”.
