Αγίες γυναίκες στα βασιλικά ανάκτορα
Δημοσιεύτηκε: Σάβ Σεπ 18, 2010 3:28 pm
Αναστασία Κυνηγοπούλου, «ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ» τεύχος 1 . Ιανουάριος – Μάρτιος 1999.
Από το παρελθόν έχει επικρατήσει η άποψη ότι ο χώρος των βασιλικών ανακτόρων και της αυλής ήταν ένας χώρος γεμάτος πλούτο και πολυτέλεια αλλά και γεμάτος δολοπλοκίες, ίντριγκες και μηχανορραφίες. Ακόμη πιστευόταν από πολλούς ότι οι περισσότερες γυναίκες του παλατιού, είτε ήσαν αυτοκράτειρες, είτε ήσαν πριγκίπισσες ή αυγούστες, ήσαν πλάσματα ματαιόδοξα, βυθισμένα μέσα στη μεγαλομανία και στον πλούτο τους. Κύρια απασχόληση τους δεν ήταν παρά μόνο ο σχεδιασμός συκοφαντιών, φόνων, εγκλημάτων και άλλων δολοπλοκιών με τις οποίες θα στήριζαν τα μεγαλεπήβολα σχέδια και προγράμματα τους.
Η ιστορική αντιμετώπιση μιας τόσο ακραίας και μονόπλευρης άποψης κρίθηκε αναγκαία. Όπως αναγκαία κρίθηκε και μία πιο σφαιρική και αντικειμενική παρουσίαση του παλατιού και των ανθρώπων που εγκαταβίωναν μέσα σ’ αυτό.
Πλησιάζοντας κάποιος μέσα από τα κείμενα και τις πηγές τα βασιλικά ανάκτορα συναντά ανθρώπους που όχι μόνο δεν παρασύρθηκαν από την τρυφή και τη ζάλη της κοσμικής εξουσίας αλλά, απεναντίας και προς μεγάλη έκπληξη όλων, είχαν να παρουσιάσουν μια ζωή γεμάτη από τον ένθεο λόγο και σύμφωνη με τις επιταγές του Ευαγγελίου του Χρίστου μας.
Παρατηρείται μια σειρά αυτοκρατόρων που ο ένας διαδέχεται τον άλλον όχι μόνο στην εξουσία αλλά και στα έργα αγάπης. Ο ανταγωνισμός αλλά και ο συναγωνισμός στα έργα φιλανθρωπίας και προσφοράς προς το συνάνθρωπο ήταν μεγάλος. Με πρώτο το Μεγάλο Κωνσταντίνο, ο οποίος αναγνωρίζει τη δύναμη της έμπρακτης αγάπης και την κάνει ένα από τα κυριώτερα όπλα στη διακυβέρνησή του, παρουσιάζοντας συγχρόνως ένα τεράστιο έργο φιλανθρωπίας. Αλλά και οι διάδοχοί του δε θα υστερήσουν καθόλου σε έργα προσφοράς και αγάπης. Ενδεικτικά αναφέρονται ο Μέγας Θεοδόσιος, ο Θεοδόσιος Β’ ο Μικρός, ο Μαρκιανός, ο Ζήνων, ο Αναστάσιος, ο Ιουστινιανός, ο Ιουστίνος, ο Μαυρίκιος, οι δυναστείες των Ισαύρων, των Μακεδόνων, των Κομνηνών, και των Αγγέλων, ο Ιωάννης Βατάτζης που έλαβε μάλιστα και το επώνυμο «ελεήμων» και κλείνει αυτός ο κύκλος των φιλάνθρωπων αυτοκρατόρων με την τελευταία δυναστεία του Βυζαντίου, τη δυναστεία των Παλαιολόγων.
Η στάση αυτή της ευσπλαχνίας και της πρόνοιας του βυζαντινού αυτοκράτορα προς τον υπήκοο συνάνθρωπο συνοδευόταν συχνά και από μία προσωπική ζωή έντονα εμποτισμένη από τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Οι πρώτοι χριστιανοί αυτοκράτορες μάλιστα, δίδασκαν σαν ιεροκήρυκες και στέκονταν και κοινωνούσαν εντός του ιερού βήματος μαζί με τους ιερείς. Κάποιοι από αυτούς ασχολήθηκαν και με τη Θεολογία και αναδείχθηκαν ως εκκλησιαστικοί συγγραφείς, ποιητές και υμνογράφοι της εκκλησίας. Μέσα στην Ορθόδοξη λατρεία έχουν ενσωματωθεί οι ύμνοι τεσσάρων βυζαντινών αυτοκρατόρων: Του Ιουστινιανού, του Λέοντος Στ’ του Σοφού, του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου και του Θεόδωρου Λάσκαρη.
Τα βασιλικά ανάκτορα εργάζονταν καθημερινά, σταθερά και άοκνα, για την ανακούφιση και την παραμυθία της χήρας, του ορφανού, του φτωχού και κάθε πονεμένου και ταλαιπωρημένου ανθρώπου. Η κρατική μέριμνα δεν ήταν τυποποιημένη και άψυχη, δεν γινόταν μόνο με τους νόμους. Παραδείγματα, όπως του Ρωμανού Λεκαπηνού, ο οποίος συνέτρωγε καθημερινά με τους φτωχούς, και του Πορφυρογέννητου, ο οποίος περιποιόταν ιδιοχείρως τις πληγές των λεπρών, δείχνουν ένα υψηλό επίπεδο πνευματικής καλλιέργειας και πολιτισμού.
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι πολλοί από τους εστεμμένους βασιλείς, μέσα από τα ανάκτορα, λάτρεψαν το Χριστό όπως τον λάτρεψαν και οι ταπεινοί ασκητές, μέσα από τα κελλιά τους. Δείγμα και αυτό της σύζευξης πίστης και βασιλικών ανακτόρων.
συνεχίζεται...
Αναδημοσίευση από: http://www.xristianos.net/?p=870
Από το παρελθόν έχει επικρατήσει η άποψη ότι ο χώρος των βασιλικών ανακτόρων και της αυλής ήταν ένας χώρος γεμάτος πλούτο και πολυτέλεια αλλά και γεμάτος δολοπλοκίες, ίντριγκες και μηχανορραφίες. Ακόμη πιστευόταν από πολλούς ότι οι περισσότερες γυναίκες του παλατιού, είτε ήσαν αυτοκράτειρες, είτε ήσαν πριγκίπισσες ή αυγούστες, ήσαν πλάσματα ματαιόδοξα, βυθισμένα μέσα στη μεγαλομανία και στον πλούτο τους. Κύρια απασχόληση τους δεν ήταν παρά μόνο ο σχεδιασμός συκοφαντιών, φόνων, εγκλημάτων και άλλων δολοπλοκιών με τις οποίες θα στήριζαν τα μεγαλεπήβολα σχέδια και προγράμματα τους.
Η ιστορική αντιμετώπιση μιας τόσο ακραίας και μονόπλευρης άποψης κρίθηκε αναγκαία. Όπως αναγκαία κρίθηκε και μία πιο σφαιρική και αντικειμενική παρουσίαση του παλατιού και των ανθρώπων που εγκαταβίωναν μέσα σ’ αυτό.
Πλησιάζοντας κάποιος μέσα από τα κείμενα και τις πηγές τα βασιλικά ανάκτορα συναντά ανθρώπους που όχι μόνο δεν παρασύρθηκαν από την τρυφή και τη ζάλη της κοσμικής εξουσίας αλλά, απεναντίας και προς μεγάλη έκπληξη όλων, είχαν να παρουσιάσουν μια ζωή γεμάτη από τον ένθεο λόγο και σύμφωνη με τις επιταγές του Ευαγγελίου του Χρίστου μας.
Παρατηρείται μια σειρά αυτοκρατόρων που ο ένας διαδέχεται τον άλλον όχι μόνο στην εξουσία αλλά και στα έργα αγάπης. Ο ανταγωνισμός αλλά και ο συναγωνισμός στα έργα φιλανθρωπίας και προσφοράς προς το συνάνθρωπο ήταν μεγάλος. Με πρώτο το Μεγάλο Κωνσταντίνο, ο οποίος αναγνωρίζει τη δύναμη της έμπρακτης αγάπης και την κάνει ένα από τα κυριώτερα όπλα στη διακυβέρνησή του, παρουσιάζοντας συγχρόνως ένα τεράστιο έργο φιλανθρωπίας. Αλλά και οι διάδοχοί του δε θα υστερήσουν καθόλου σε έργα προσφοράς και αγάπης. Ενδεικτικά αναφέρονται ο Μέγας Θεοδόσιος, ο Θεοδόσιος Β’ ο Μικρός, ο Μαρκιανός, ο Ζήνων, ο Αναστάσιος, ο Ιουστινιανός, ο Ιουστίνος, ο Μαυρίκιος, οι δυναστείες των Ισαύρων, των Μακεδόνων, των Κομνηνών, και των Αγγέλων, ο Ιωάννης Βατάτζης που έλαβε μάλιστα και το επώνυμο «ελεήμων» και κλείνει αυτός ο κύκλος των φιλάνθρωπων αυτοκρατόρων με την τελευταία δυναστεία του Βυζαντίου, τη δυναστεία των Παλαιολόγων.
Η στάση αυτή της ευσπλαχνίας και της πρόνοιας του βυζαντινού αυτοκράτορα προς τον υπήκοο συνάνθρωπο συνοδευόταν συχνά και από μία προσωπική ζωή έντονα εμποτισμένη από τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Οι πρώτοι χριστιανοί αυτοκράτορες μάλιστα, δίδασκαν σαν ιεροκήρυκες και στέκονταν και κοινωνούσαν εντός του ιερού βήματος μαζί με τους ιερείς. Κάποιοι από αυτούς ασχολήθηκαν και με τη Θεολογία και αναδείχθηκαν ως εκκλησιαστικοί συγγραφείς, ποιητές και υμνογράφοι της εκκλησίας. Μέσα στην Ορθόδοξη λατρεία έχουν ενσωματωθεί οι ύμνοι τεσσάρων βυζαντινών αυτοκρατόρων: Του Ιουστινιανού, του Λέοντος Στ’ του Σοφού, του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου και του Θεόδωρου Λάσκαρη.
Τα βασιλικά ανάκτορα εργάζονταν καθημερινά, σταθερά και άοκνα, για την ανακούφιση και την παραμυθία της χήρας, του ορφανού, του φτωχού και κάθε πονεμένου και ταλαιπωρημένου ανθρώπου. Η κρατική μέριμνα δεν ήταν τυποποιημένη και άψυχη, δεν γινόταν μόνο με τους νόμους. Παραδείγματα, όπως του Ρωμανού Λεκαπηνού, ο οποίος συνέτρωγε καθημερινά με τους φτωχούς, και του Πορφυρογέννητου, ο οποίος περιποιόταν ιδιοχείρως τις πληγές των λεπρών, δείχνουν ένα υψηλό επίπεδο πνευματικής καλλιέργειας και πολιτισμού.
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι πολλοί από τους εστεμμένους βασιλείς, μέσα από τα ανάκτορα, λάτρεψαν το Χριστό όπως τον λάτρεψαν και οι ταπεινοί ασκητές, μέσα από τα κελλιά τους. Δείγμα και αυτό της σύζευξης πίστης και βασιλικών ανακτόρων.
συνεχίζεται...
Αναδημοσίευση από: http://www.xristianos.net/?p=870