Η έννοια του φθόνου κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας
Δημοσιεύτηκε: Τετ Σεπ 15, 2010 8:52 am
Η έννοια του φθόνου κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας
της Βασιλικής Ματιάκη
Θεολόγος
Αιτία γέννησης και ύπαρξης του φθόνου
Ο Θεός ανάμεσα στα άλλα δημιουργήματα έφτιαξε και τον άγγελο που ονομάστηκε Εωσφόρος -αυτός που φέρνει το φως- και τον τοποθέτησε ως αρχηγό μιας στρατιάς αγγέλων. Όμως για κάποιον παράδοξο λόγο αναπτύχθηκε σε αυτόν η έμμονη ιδέα να πάρει τη θέση του Θεού. Ματαιόδοξος και υπερήφανος όπως αποδείχτηκε, έστρεψε την αγάπη προς το Θεό, στον εαυτό του και θέλησε να τον αντικαταστήσει. Έγινε λοιπόν θεομάχος, Σατανάς που θα πει αντίπαλος.
Από το φθόνο του προς τους πρωτόπλαστους για την απόλαυση της τριφηλής ζωής στον παράδεισο και την ιδιαίτερη σχέση τους με το Θεό, θέλησε να τους εκδικηθεί. To Θεό για την προνομιακή ζωή που τους χάρισε και τους πρωτόπλαστους για την καλή τους τύχη. Μη μπορώντας να εκδικηθεί όμως το Θεό στράφηκε στους πρωτόπλαστους συκοφαντώντας το Θεό και παρασύροντας τους σε πνευματικό και φυσικό θάνατο. Έτσι έγινε διάβολος που σημαίνει διαβολέας και συκοφάντης. Ο πρώτος μαθητής του διαβόλου υπήρξε ο Κάιν, ο οποίος από φθόνο φόνευσε τον αδερφό του Άβελ, διότι τον τίμησε ο θεός. Σε αυτό το σημείο ο ιερός Χρυσόστομος λέει, πως όπως ο διάβολος κινούμενος από το φθόνο όρμησε στην απάτη, έτσι και ο Κάιν όρμησε στο φθόνο και μη μπορώντας να τα βάλει με το Θεό έγινε αδελφοκτόνος και έκανε τον πρώτο φόνο που έχει καταγραφεί στην ιστορία(1). Ο Μέγας Βασίλειος για την ίδια αιτία ονομάζει το φθόνο, δάσκαλο της θεομαχίας, μητέρα της ανθρωποκτονίας και ανατροπή της φύσης(2).
Φθόνο ένιωσαν επίσης και τα αδέλφια του Ιωσήφ που θέλησαν να τον σκοτώσουν(3). Το ίδιο πάθος κυρίευσε και τον Σαούλ όταν ο Δαβίδ χρίστηκε από τον Σαμουήλ βασιλιάς και αποδείχτηκε καλύτερος από αυτόν(4). Ο φθόνος οδήγησε τους Ιουδαίους στην απόφαση να σταυρώσουν τον Ιησού (ηδει γάρ ότι δια φθόνου παρέδωκαν αυτόν)(5). Αυτός ανέδειξε και τον Ιούδα προδότη, επειδή ξελογιάστηκε για λίγα αργύρια∙ κατέστησε παιδοφόνο τον Ηρώδη και χριστοκτόνο τον Πιλάτο(6).
Γνωρίζοντας κανείς τις λεπτομέρειες των παραπάνω ιστορικών γεγονότων, μπορεί να διαπιστώσει κάποια κοινά στοιχεία: σε όλες της περιπτώσεις υπήρξε ζήλια και έχθρα για κάποιον ανώτερο ή καλύτερο, ο οποίος τόνιζε με την παρουσία του την μειονεκτικότητα του φθονερού, γεγονός που τον εξωθούσε σε ακραίες συμπεριφορές. Σε όλες τις περιπτώσεις ο φθόνος συνοδεύτηκε από θάνατο, είτε πνευματικό είτε φυσικό.
Εμφατικά ο Μέγας Βασίλειος λέει: «Οφεώς έστι δίδαγμα δαιμόνων εύρημα, εχθρού επισπορά, αρραβών κολάσεως, εμπόδιον ευσεβείας, οδός επί γέεναν, στέρησις βασιλείας»(7). Ο φθόνος λοιπόν θεωρείται δημιούργημα του διαβόλου, του δημιουργού κάθε είδους κακίας και συνδέεται άμεσα με το φόνο. Φθόνος και φόνος είναι αδελφές κακίες που εντάσσονται στην γενικότερη θεματολογία για το προπατορικό αμάρτημα ως αφετηρία του κακού(8).
Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναφέρει «Ο άνθρωπος αφού απέσπασε το νου του από την αιτία του, δηλαδή το Θεό παραδόθηκε στη φθορά και έτσι έγινε παθητός και θνητός, αντί να γίνει απαθής και αθάνατος. Προσκολλήθηκε στα ευχάριστα της ζωής σαν να είναι αυτά τα συστατικά της και έτσι μισεί άφοβα όλους αυτούς που προκαλούν τη στέρηση αυτών και μεταφέρει την έφεση από το Θεό προς την ύλη, ενώ το θυμό από τον πράγματι εχθρό της σωτηρίας προς τον πλησίον του.(9)»
Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του φθόνου και των φθονερών ανθρώπων.
Μιλώντας για πάθη δημιουργείται η ανάγκη να εξακριβωθούν
α)τα ιδιαιτέρα χαρακτηριστικά του φθόνου που τον διαφοροποιούν από τα υπόλοιπα πάθη
β)τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φθονερού ανθρώπου.
α) Μέγας Βασίλειος για τα χαρακτηριστικά του φθόνου παραθέτει αρκετά στοιχεία:
Είναι το πιο καταστρεπτικό πάθος. Ο πρώτος που καταστρέφεται είναι ο ίδιος ο φθονερός καθώς το πάθος τού κατατρώει την ψυχή. Ποιος φθονερός, αναρωτιέται ο ιερός πατέρας, κατόρθωσε ποτέ να ελαττώσει τα αγαθά αυτού του οποίου φθονεί; Αντίθετα, κατάστρεψε τον εαυτό του λιώνοντας από τη λύπη. Σαν τη σκουριά που κατατρώει το σίδερο και την οχιά που όταν γεννιέται κατατρώει την κοιλιά της μητέρας που την κυοφόρησε έτσι και ο φθόνος κατατρώει την ψυχή αυτού που τον γεννάει(10).
Τον ίδιο στοχασμό εκφράζει και ο Ι. Χρυσόστομος σε μια όμορφη ομιλία του με αφορμή την γιορτή της Πεντηκοστής, όταν λέει: Οι φθονούντες «εισίν οι τα μέγιστα ζημιούμενοι» γιατί γι’ αυτούς που φθονούνται ο φθόνος γίνεται αν το θελήσουν αφορμή για βράβευση. Αναφέρει την περίπτωση του Άβελ και Κάιν: Ο θάνατος του Άβελ έγινε αφορμή καλής φήμης και η αρετή του, τον έκανε να λάμπει περισσότερο, ακόμη και μετά το θάνατό του. Ο Κάιν από την άλλη, που δήθεν έμεινε στη ζωή, πήρε την αμοιβή του ανάλογα με τα έργα του, να ζει πιο άθλια και από τους νεκρούς(11).
Είναι το πλέον δυσκολομεταχείριστο είδος έχθρας καθώς σε άλλα είδη έχθρας φαίνεται πως οι ευεργεσίες βοηθούν. Τουναντίον ο φθονεροί όσο ευεργετούνται τόσο δυσανασχετούν εξαιτίας της δυνατότητας που έχει ο άλλος να τους κάνει καλό. Καταλήγουν αγριότεροι και σκληρότεροι από τα θηρία καθώς εκείνα με τις περιποιήσεις ηρεμούν ενώ αυτοί εξαγριώνονται(12).
Κατά τον ίδιο Πατέρα ο φθόνος είναι όπλο του διαβόλου εξαιτίας του οποίου έπεσε από τις τάξεις των αγγέλων και με το ίδιο όπλο, το πάθος του φθόνου, θέλει να καταστρέψει όλους τους ανθρώπους. Όποιος καταλαμβάνεται από αυτόν γίνεται κοινωνός στα έργα του διαβόλου και θα καταδικαστεί μαζί του στην ίδια καταδίκη(13).
Απόψεις των πατέρων για τους φθονερούς ανθρώπους.
β) Ο Συμεών ο Νέος θεολόγος ισχυρίζεται ότι φθονεί αυτός που κυριαρχείται από κενοδοξία και κατέχεται από αλαζονεία. Είναι μια αφώτιστη ψυχή που από φως έγινε σκοτάδι και μετέπεσε από την αγαθότητα στην κακία νοσώντας αθεράπευτα. Επειδή το παλαιωμένο πάθος και η χρόνια μελέτη του κακού στην ψυχή λαμβάνει δύναμη φύσεως ώστε να μη μπορεί αυτό πλέον να θεραπευτεί. Αυτός ο άνθρωπος όχι μόνο δεν ανέχεται να πράξει ή να πει κάτι προς βοήθεια εκείνου που φθονεί, αλλά ούτε και άλλον δεν θέλει να ακούσει να τον υπερασπίζεται(14).
Στην “Περί φθόνου’’ ομιλία του Μ. Βασιλείου, περιγράφεται ακόμη και η όψη του φθονερού. Έχει βλέμμα στεγνό και σκοτεινό, μάγουλα σκυθρωπά, φρύδια κατσουφιασμένα και η ψυχή του είναι τόσο ταραγμένη ώστε δεν μπορεί να κάνει ορθές κρίσεις. Ο φθονερός άνθρωπος είναι συνέχεια κατηφής, γεμάτος σύγχυση και κλαίει μεγαλόφωνα(15). Ντρέπεται να ομολογήσει τη συμφορά του να πει δηλαδή ότι υποφέρει βλέποντας τα ξένα καλά και ότι θεωρεί δυστυχία την ευτυχία του πλησίον. Το χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι ότι επιθυμεί να δει τον ευτυχή να γίνεται δυστυχής, τον αξιοζήλευτο αξιολύπητο. Γενικά είναι εχθρός των αγαθών που έχει ο άλλος τώρα και φίλος όταν αυτά χάνονται(16).
Παρακάτω συνεχίζεται η περιγραφή τους με εικόνες και παρομοιώσεις. Ο φθονερός μοιάζει με τους γύπες και τις μύγες. Όπως οι γύπες ενώ πετούν πάνω από όμορφα λιβάδια και ωραία τοπία ορμούν προς τα βρωμερά πτώματα και όπως οι μύγες παραβλέπουν το γερό μέρος του σώματος και σπεύδουν στην πληγή, έτσι και οι φθονεροί αντί να βλέπουν τα λαμπρά και μεγάλα επιτεύγματα της ζωής προσέχουν τα σφάλματα ή τα ελαττώματα. Είναι επίσης φοβεροί στο να συκοφαντούν την αρετή και να διαστρέφουν το αξιέπαινο και μοιάζουν με τους πονηρούς ζωγράφους που απεικονίζουν μορφές προσώπων εμπνεόμενοι από κάποιο φυσικό ελάττωμα, όπως στραβή μύτη, κάποια ουλή ή και οτιδήποτε άλλο(17). Τέλος, οι φθονεροί αποδεικνύονται πιο επικίνδυνοι και από τα δηλητηριώδη ερπετά, καθώς αυτά ρίχνουν το δηλητήριο στο σώμα του ανθρώπου, από μια πληγή που καταφέρουν δαγκώνοντας το, ενώ οι φθονεροί και με μόνα τα μάτια προκαλούν βλάβη στον άλλον και έτσι βλέπουμε υγιή σώματα στο έπακρο της ομορφιάς, να λιώνουν επειδή τα βάσκανε ο φθονερός(18).
Εδώ φαίνεται ότι συνδέεται ο φθόνος με τη βασκανία και παρουσιάζονται σαν να εκφράζουν παρόμοιες έννοιες. Σε πολλά σημεία της ομιλίας του ο Μ. Βασίλειος εναλλάσσει τη λέξη φθόνο με τη λέξη βασκανία που σημαίνει πως για τον ίδιο έχουν κάποιο κοινό σημαίνον-νόημα. Την εποχή που ζούσε δεν είχε ακόμη ταυτιστεί η λέξη βασκανία με την έννοια του ματιάσματος (κάτι που συνέβη αργότερα) αλλά σήμαινε το φθόνο, τη συκοφαντία, την κακολογία. Η πίστη ωστόσο στη βασκανία είναι κοινή σε πολλούς λαούς της αρχαιότητας και έχει ένα ευρύτερο του φθόνου νόημα. Τέτοια σύνδεση γίνεται επίσης σε διάφορα έργα του Ι. Χρυσοστόμου. Αναφορικά αλλά αποσπασματικά παρουσιάζονται ορισμένα.
Στο έργο του «Είς Α΄ Θεσσαλονικείς» ισχυρίζεται πως βασκανία είναι το να εμποδίζει κανείς την σωτηρία των άλλων(19). Αυτό εξηγείται με κάτι που εκφράζεται και σε άλλη ομιλία του, πως αυτός που βασκαίνει μάχεται το Θεό και πράττει σατανικό έργο γιατί δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το φθόνο και τη βασκανία που έφεραν το θάνατο στον κόσμο(20). «Ουδέν, λέει χαρακτηριστικά, βασκανίας χείρον. Ίνα έτερον απολέση και εαυτόν προσαπολύει. Θηρίον έστιν ιοβόλον ο φθόνος, θηρίον ακάθαρτον»(21).
Ο μεγάλος Πατέρας τέλος προειδοποιεί πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη κακία απ’ το να χαίρεται κανείς με τα δεινά του πλησίον του. Όπως ακριβώς λέει τα γουρούνια τρέφονται με κοπριά, έτσι και αυτοί τρέφονται με τις ευημερίες των άλλων. Ενώ ακόμη και οι πόρνοι και οι τελώνες θα μπορούσαν να μπουν στη βασιλεία του Θεού σύμφωνα με το ιερό Πατέρα, όσοι ζουν όμως ως βάσκανοι εδώ θα βρεθούν εκτός αυτής. «Διάβολον εξ ανθρώπων ποιεί. Ούτως ο πρώτος φόνος εγένετο.»(22)
Φθονεροί άνθρωποι υπήρξαν και θα υπάρχουν σε όλες τις εποχές, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου, σε όλους τους πολιτισμούς, τις φυλές, τις εθνότητες. Κάθε φορά που διαπράττεται μια πράξη φθόνου, ο άνθρωπος πραγματοποιεί ένα νέο προπατορικό αμάρτημα∙ με τα όπλα της παραπλάνησης και της διαβολής στρέφεται εναντίον του συνανθρώπου του προβάλλοντας σοβαρότατα εμπόδια στη δική του πνευματική πορεία. Κάθε φορά που επαναλαμβάνεται μια φθονερή πράξη αναβάλλεται το καθ’ ομοίωσιν, με ανυπολόγιστες συνέπειες για τον άνθρωπο που πλέον κινείται και δρα ‘παρά φύσιν’. Ο φθόνος αντίκειται σε όλες τις θεϊκές εντολές.
Ο κάθε άνθρωπος έχει τη δύναμη να καταπολεμήσει και να αντισταθεί στο πάθος αυτό. Χρειάζεται μόνον να αφαιρέσει τη ρίζα όλων των δεινών που είναι η ωφελιμιστική θεώρηση των πραγμάτων, ο ατομοκεντρισμός, η φιλαυτία, όλα αυτά που τον εκτρέπουν από τον αληθινό προορισμό του, που είναι η ομοίωση προς το Θεό, η θέωση. Πράγματι κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει το Θεό ή να Τον αγαπήσει αν δεν νιώθει την αγάπη προς το συνάνθρωπό του. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Α’ Επιστολή του πολύ χαρακτηριστικά λέει: «εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν και τον αδελφόν αυτού μισή, ψεύστης εστίν ∙ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν όν εώρακε, τον Θεόν όν ούχ εώρακε πώς δύναται αγαπάν; και ταύτην την εντολήν έχομεν απ’αυτού, ίνα ο αγαπών τον Θεόν αγαπά και τον αδελφόν αυτού».(Ιωάννου Α’4,4-5)
Υποσημειώσεις:
1. Βλ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις την Γένεσιν Ιθ΄, PG53,162.
2. Βλ. Μ. Βασιλείου, ό.π. , PG31, 376B.
3. Γένεσις 37, 18-20, σ. 271.
4. Α΄ Βασιλειών 23, 15-19.
5. Μτθ. 27,18.
6. Βλ. Γρ. Θεολόγου έργα, ό.π. , σ. 207.
7. Ό.π. , 380D.
8. Ό. π. ,376Β.
9. Ματσούκα. Ν, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, Θεσσαλονίκη 1992, εκδ. «Πουρνάρα».
10. Ό.π. , 372C, 373A
11. Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα., Θεσσαλονίκη1981, εκδ. «Γρηγόριος Βρυέννιος»
12. M.Bασιλείου, ό.π. 376D, 377A.
13. Ό.π, σ. 377D.
14. Βλ. Π. Χρήστου, Φιλοκαλία, Θεσσαλονίκη 1978, εκδ. «Γρηγόριος Παλαμάς», σ. 333.
15. Μ. Βασιλείου, ό.π, , PG31, 380D.
16. Ό,π. PG373B, 376A.
17. Ό.π. PG 31, 381A-B.
18. Ό.π. PG31, 380-5B.
19. Εις Α’Θεσσαλονικείς Γ΄, PG 62, 391-468.
20. Eίς τον πτωχόν Λάζαρον, PG 48, 1014.
21. Εις Ιωάννην ΝΗ, PG 59, 305-306.
22. Εις Ματθαίον, PG 57,440.
Πηγή: http://www.zoiforos.gr/index.php?option ... 7&Itemid=1
της Βασιλικής Ματιάκη
Θεολόγος
Αιτία γέννησης και ύπαρξης του φθόνου
Ο Θεός ανάμεσα στα άλλα δημιουργήματα έφτιαξε και τον άγγελο που ονομάστηκε Εωσφόρος -αυτός που φέρνει το φως- και τον τοποθέτησε ως αρχηγό μιας στρατιάς αγγέλων. Όμως για κάποιον παράδοξο λόγο αναπτύχθηκε σε αυτόν η έμμονη ιδέα να πάρει τη θέση του Θεού. Ματαιόδοξος και υπερήφανος όπως αποδείχτηκε, έστρεψε την αγάπη προς το Θεό, στον εαυτό του και θέλησε να τον αντικαταστήσει. Έγινε λοιπόν θεομάχος, Σατανάς που θα πει αντίπαλος.
Από το φθόνο του προς τους πρωτόπλαστους για την απόλαυση της τριφηλής ζωής στον παράδεισο και την ιδιαίτερη σχέση τους με το Θεό, θέλησε να τους εκδικηθεί. To Θεό για την προνομιακή ζωή που τους χάρισε και τους πρωτόπλαστους για την καλή τους τύχη. Μη μπορώντας να εκδικηθεί όμως το Θεό στράφηκε στους πρωτόπλαστους συκοφαντώντας το Θεό και παρασύροντας τους σε πνευματικό και φυσικό θάνατο. Έτσι έγινε διάβολος που σημαίνει διαβολέας και συκοφάντης. Ο πρώτος μαθητής του διαβόλου υπήρξε ο Κάιν, ο οποίος από φθόνο φόνευσε τον αδερφό του Άβελ, διότι τον τίμησε ο θεός. Σε αυτό το σημείο ο ιερός Χρυσόστομος λέει, πως όπως ο διάβολος κινούμενος από το φθόνο όρμησε στην απάτη, έτσι και ο Κάιν όρμησε στο φθόνο και μη μπορώντας να τα βάλει με το Θεό έγινε αδελφοκτόνος και έκανε τον πρώτο φόνο που έχει καταγραφεί στην ιστορία(1). Ο Μέγας Βασίλειος για την ίδια αιτία ονομάζει το φθόνο, δάσκαλο της θεομαχίας, μητέρα της ανθρωποκτονίας και ανατροπή της φύσης(2).
Φθόνο ένιωσαν επίσης και τα αδέλφια του Ιωσήφ που θέλησαν να τον σκοτώσουν(3). Το ίδιο πάθος κυρίευσε και τον Σαούλ όταν ο Δαβίδ χρίστηκε από τον Σαμουήλ βασιλιάς και αποδείχτηκε καλύτερος από αυτόν(4). Ο φθόνος οδήγησε τους Ιουδαίους στην απόφαση να σταυρώσουν τον Ιησού (ηδει γάρ ότι δια φθόνου παρέδωκαν αυτόν)(5). Αυτός ανέδειξε και τον Ιούδα προδότη, επειδή ξελογιάστηκε για λίγα αργύρια∙ κατέστησε παιδοφόνο τον Ηρώδη και χριστοκτόνο τον Πιλάτο(6).
Γνωρίζοντας κανείς τις λεπτομέρειες των παραπάνω ιστορικών γεγονότων, μπορεί να διαπιστώσει κάποια κοινά στοιχεία: σε όλες της περιπτώσεις υπήρξε ζήλια και έχθρα για κάποιον ανώτερο ή καλύτερο, ο οποίος τόνιζε με την παρουσία του την μειονεκτικότητα του φθονερού, γεγονός που τον εξωθούσε σε ακραίες συμπεριφορές. Σε όλες τις περιπτώσεις ο φθόνος συνοδεύτηκε από θάνατο, είτε πνευματικό είτε φυσικό.
Εμφατικά ο Μέγας Βασίλειος λέει: «Οφεώς έστι δίδαγμα δαιμόνων εύρημα, εχθρού επισπορά, αρραβών κολάσεως, εμπόδιον ευσεβείας, οδός επί γέεναν, στέρησις βασιλείας»(7). Ο φθόνος λοιπόν θεωρείται δημιούργημα του διαβόλου, του δημιουργού κάθε είδους κακίας και συνδέεται άμεσα με το φόνο. Φθόνος και φόνος είναι αδελφές κακίες που εντάσσονται στην γενικότερη θεματολογία για το προπατορικό αμάρτημα ως αφετηρία του κακού(8).
Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναφέρει «Ο άνθρωπος αφού απέσπασε το νου του από την αιτία του, δηλαδή το Θεό παραδόθηκε στη φθορά και έτσι έγινε παθητός και θνητός, αντί να γίνει απαθής και αθάνατος. Προσκολλήθηκε στα ευχάριστα της ζωής σαν να είναι αυτά τα συστατικά της και έτσι μισεί άφοβα όλους αυτούς που προκαλούν τη στέρηση αυτών και μεταφέρει την έφεση από το Θεό προς την ύλη, ενώ το θυμό από τον πράγματι εχθρό της σωτηρίας προς τον πλησίον του.(9)»
Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του φθόνου και των φθονερών ανθρώπων.
Μιλώντας για πάθη δημιουργείται η ανάγκη να εξακριβωθούν
α)τα ιδιαιτέρα χαρακτηριστικά του φθόνου που τον διαφοροποιούν από τα υπόλοιπα πάθη
β)τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φθονερού ανθρώπου.
α) Μέγας Βασίλειος για τα χαρακτηριστικά του φθόνου παραθέτει αρκετά στοιχεία:
Είναι το πιο καταστρεπτικό πάθος. Ο πρώτος που καταστρέφεται είναι ο ίδιος ο φθονερός καθώς το πάθος τού κατατρώει την ψυχή. Ποιος φθονερός, αναρωτιέται ο ιερός πατέρας, κατόρθωσε ποτέ να ελαττώσει τα αγαθά αυτού του οποίου φθονεί; Αντίθετα, κατάστρεψε τον εαυτό του λιώνοντας από τη λύπη. Σαν τη σκουριά που κατατρώει το σίδερο και την οχιά που όταν γεννιέται κατατρώει την κοιλιά της μητέρας που την κυοφόρησε έτσι και ο φθόνος κατατρώει την ψυχή αυτού που τον γεννάει(10).
Τον ίδιο στοχασμό εκφράζει και ο Ι. Χρυσόστομος σε μια όμορφη ομιλία του με αφορμή την γιορτή της Πεντηκοστής, όταν λέει: Οι φθονούντες «εισίν οι τα μέγιστα ζημιούμενοι» γιατί γι’ αυτούς που φθονούνται ο φθόνος γίνεται αν το θελήσουν αφορμή για βράβευση. Αναφέρει την περίπτωση του Άβελ και Κάιν: Ο θάνατος του Άβελ έγινε αφορμή καλής φήμης και η αρετή του, τον έκανε να λάμπει περισσότερο, ακόμη και μετά το θάνατό του. Ο Κάιν από την άλλη, που δήθεν έμεινε στη ζωή, πήρε την αμοιβή του ανάλογα με τα έργα του, να ζει πιο άθλια και από τους νεκρούς(11).
Είναι το πλέον δυσκολομεταχείριστο είδος έχθρας καθώς σε άλλα είδη έχθρας φαίνεται πως οι ευεργεσίες βοηθούν. Τουναντίον ο φθονεροί όσο ευεργετούνται τόσο δυσανασχετούν εξαιτίας της δυνατότητας που έχει ο άλλος να τους κάνει καλό. Καταλήγουν αγριότεροι και σκληρότεροι από τα θηρία καθώς εκείνα με τις περιποιήσεις ηρεμούν ενώ αυτοί εξαγριώνονται(12).
Κατά τον ίδιο Πατέρα ο φθόνος είναι όπλο του διαβόλου εξαιτίας του οποίου έπεσε από τις τάξεις των αγγέλων και με το ίδιο όπλο, το πάθος του φθόνου, θέλει να καταστρέψει όλους τους ανθρώπους. Όποιος καταλαμβάνεται από αυτόν γίνεται κοινωνός στα έργα του διαβόλου και θα καταδικαστεί μαζί του στην ίδια καταδίκη(13).
Απόψεις των πατέρων για τους φθονερούς ανθρώπους.
β) Ο Συμεών ο Νέος θεολόγος ισχυρίζεται ότι φθονεί αυτός που κυριαρχείται από κενοδοξία και κατέχεται από αλαζονεία. Είναι μια αφώτιστη ψυχή που από φως έγινε σκοτάδι και μετέπεσε από την αγαθότητα στην κακία νοσώντας αθεράπευτα. Επειδή το παλαιωμένο πάθος και η χρόνια μελέτη του κακού στην ψυχή λαμβάνει δύναμη φύσεως ώστε να μη μπορεί αυτό πλέον να θεραπευτεί. Αυτός ο άνθρωπος όχι μόνο δεν ανέχεται να πράξει ή να πει κάτι προς βοήθεια εκείνου που φθονεί, αλλά ούτε και άλλον δεν θέλει να ακούσει να τον υπερασπίζεται(14).
Στην “Περί φθόνου’’ ομιλία του Μ. Βασιλείου, περιγράφεται ακόμη και η όψη του φθονερού. Έχει βλέμμα στεγνό και σκοτεινό, μάγουλα σκυθρωπά, φρύδια κατσουφιασμένα και η ψυχή του είναι τόσο ταραγμένη ώστε δεν μπορεί να κάνει ορθές κρίσεις. Ο φθονερός άνθρωπος είναι συνέχεια κατηφής, γεμάτος σύγχυση και κλαίει μεγαλόφωνα(15). Ντρέπεται να ομολογήσει τη συμφορά του να πει δηλαδή ότι υποφέρει βλέποντας τα ξένα καλά και ότι θεωρεί δυστυχία την ευτυχία του πλησίον. Το χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι ότι επιθυμεί να δει τον ευτυχή να γίνεται δυστυχής, τον αξιοζήλευτο αξιολύπητο. Γενικά είναι εχθρός των αγαθών που έχει ο άλλος τώρα και φίλος όταν αυτά χάνονται(16).
Παρακάτω συνεχίζεται η περιγραφή τους με εικόνες και παρομοιώσεις. Ο φθονερός μοιάζει με τους γύπες και τις μύγες. Όπως οι γύπες ενώ πετούν πάνω από όμορφα λιβάδια και ωραία τοπία ορμούν προς τα βρωμερά πτώματα και όπως οι μύγες παραβλέπουν το γερό μέρος του σώματος και σπεύδουν στην πληγή, έτσι και οι φθονεροί αντί να βλέπουν τα λαμπρά και μεγάλα επιτεύγματα της ζωής προσέχουν τα σφάλματα ή τα ελαττώματα. Είναι επίσης φοβεροί στο να συκοφαντούν την αρετή και να διαστρέφουν το αξιέπαινο και μοιάζουν με τους πονηρούς ζωγράφους που απεικονίζουν μορφές προσώπων εμπνεόμενοι από κάποιο φυσικό ελάττωμα, όπως στραβή μύτη, κάποια ουλή ή και οτιδήποτε άλλο(17). Τέλος, οι φθονεροί αποδεικνύονται πιο επικίνδυνοι και από τα δηλητηριώδη ερπετά, καθώς αυτά ρίχνουν το δηλητήριο στο σώμα του ανθρώπου, από μια πληγή που καταφέρουν δαγκώνοντας το, ενώ οι φθονεροί και με μόνα τα μάτια προκαλούν βλάβη στον άλλον και έτσι βλέπουμε υγιή σώματα στο έπακρο της ομορφιάς, να λιώνουν επειδή τα βάσκανε ο φθονερός(18).
Εδώ φαίνεται ότι συνδέεται ο φθόνος με τη βασκανία και παρουσιάζονται σαν να εκφράζουν παρόμοιες έννοιες. Σε πολλά σημεία της ομιλίας του ο Μ. Βασίλειος εναλλάσσει τη λέξη φθόνο με τη λέξη βασκανία που σημαίνει πως για τον ίδιο έχουν κάποιο κοινό σημαίνον-νόημα. Την εποχή που ζούσε δεν είχε ακόμη ταυτιστεί η λέξη βασκανία με την έννοια του ματιάσματος (κάτι που συνέβη αργότερα) αλλά σήμαινε το φθόνο, τη συκοφαντία, την κακολογία. Η πίστη ωστόσο στη βασκανία είναι κοινή σε πολλούς λαούς της αρχαιότητας και έχει ένα ευρύτερο του φθόνου νόημα. Τέτοια σύνδεση γίνεται επίσης σε διάφορα έργα του Ι. Χρυσοστόμου. Αναφορικά αλλά αποσπασματικά παρουσιάζονται ορισμένα.
Στο έργο του «Είς Α΄ Θεσσαλονικείς» ισχυρίζεται πως βασκανία είναι το να εμποδίζει κανείς την σωτηρία των άλλων(19). Αυτό εξηγείται με κάτι που εκφράζεται και σε άλλη ομιλία του, πως αυτός που βασκαίνει μάχεται το Θεό και πράττει σατανικό έργο γιατί δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το φθόνο και τη βασκανία που έφεραν το θάνατο στον κόσμο(20). «Ουδέν, λέει χαρακτηριστικά, βασκανίας χείρον. Ίνα έτερον απολέση και εαυτόν προσαπολύει. Θηρίον έστιν ιοβόλον ο φθόνος, θηρίον ακάθαρτον»(21).
Ο μεγάλος Πατέρας τέλος προειδοποιεί πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη κακία απ’ το να χαίρεται κανείς με τα δεινά του πλησίον του. Όπως ακριβώς λέει τα γουρούνια τρέφονται με κοπριά, έτσι και αυτοί τρέφονται με τις ευημερίες των άλλων. Ενώ ακόμη και οι πόρνοι και οι τελώνες θα μπορούσαν να μπουν στη βασιλεία του Θεού σύμφωνα με το ιερό Πατέρα, όσοι ζουν όμως ως βάσκανοι εδώ θα βρεθούν εκτός αυτής. «Διάβολον εξ ανθρώπων ποιεί. Ούτως ο πρώτος φόνος εγένετο.»(22)
Φθονεροί άνθρωποι υπήρξαν και θα υπάρχουν σε όλες τις εποχές, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου, σε όλους τους πολιτισμούς, τις φυλές, τις εθνότητες. Κάθε φορά που διαπράττεται μια πράξη φθόνου, ο άνθρωπος πραγματοποιεί ένα νέο προπατορικό αμάρτημα∙ με τα όπλα της παραπλάνησης και της διαβολής στρέφεται εναντίον του συνανθρώπου του προβάλλοντας σοβαρότατα εμπόδια στη δική του πνευματική πορεία. Κάθε φορά που επαναλαμβάνεται μια φθονερή πράξη αναβάλλεται το καθ’ ομοίωσιν, με ανυπολόγιστες συνέπειες για τον άνθρωπο που πλέον κινείται και δρα ‘παρά φύσιν’. Ο φθόνος αντίκειται σε όλες τις θεϊκές εντολές.
Ο κάθε άνθρωπος έχει τη δύναμη να καταπολεμήσει και να αντισταθεί στο πάθος αυτό. Χρειάζεται μόνον να αφαιρέσει τη ρίζα όλων των δεινών που είναι η ωφελιμιστική θεώρηση των πραγμάτων, ο ατομοκεντρισμός, η φιλαυτία, όλα αυτά που τον εκτρέπουν από τον αληθινό προορισμό του, που είναι η ομοίωση προς το Θεό, η θέωση. Πράγματι κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει το Θεό ή να Τον αγαπήσει αν δεν νιώθει την αγάπη προς το συνάνθρωπό του. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Α’ Επιστολή του πολύ χαρακτηριστικά λέει: «εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν και τον αδελφόν αυτού μισή, ψεύστης εστίν ∙ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν όν εώρακε, τον Θεόν όν ούχ εώρακε πώς δύναται αγαπάν; και ταύτην την εντολήν έχομεν απ’αυτού, ίνα ο αγαπών τον Θεόν αγαπά και τον αδελφόν αυτού».(Ιωάννου Α’4,4-5)
Υποσημειώσεις:
1. Βλ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις την Γένεσιν Ιθ΄, PG53,162.
2. Βλ. Μ. Βασιλείου, ό.π. , PG31, 376B.
3. Γένεσις 37, 18-20, σ. 271.
4. Α΄ Βασιλειών 23, 15-19.
5. Μτθ. 27,18.
6. Βλ. Γρ. Θεολόγου έργα, ό.π. , σ. 207.
7. Ό.π. , 380D.
8. Ό. π. ,376Β.
9. Ματσούκα. Ν, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, Θεσσαλονίκη 1992, εκδ. «Πουρνάρα».
10. Ό.π. , 372C, 373A
11. Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα., Θεσσαλονίκη1981, εκδ. «Γρηγόριος Βρυέννιος»
12. M.Bασιλείου, ό.π. 376D, 377A.
13. Ό.π, σ. 377D.
14. Βλ. Π. Χρήστου, Φιλοκαλία, Θεσσαλονίκη 1978, εκδ. «Γρηγόριος Παλαμάς», σ. 333.
15. Μ. Βασιλείου, ό.π, , PG31, 380D.
16. Ό,π. PG373B, 376A.
17. Ό.π. PG 31, 381A-B.
18. Ό.π. PG31, 380-5B.
19. Εις Α’Θεσσαλονικείς Γ΄, PG 62, 391-468.
20. Eίς τον πτωχόν Λάζαρον, PG 48, 1014.
21. Εις Ιωάννην ΝΗ, PG 59, 305-306.
22. Εις Ματθαίον, PG 57,440.
Πηγή: http://www.zoiforos.gr/index.php?option ... 7&Itemid=1