Η διάκριση μεταξύ ψυχασθενούς και δαιμονιζομένου
Δημοσιεύτηκε: Τετ Δεκ 09, 2009 7:44 am
Επειδή τα συμπτώματα του δαιμονιζομένου μοιάζουν πολύ με αυτά του ψυχασθενούς, η διάκριση των δύο καταστάσεων είναι εξαιρετικά δύσκολη για όσους δεν διαθέτουν Ορθόδοξα κριτήρια και θεωρούν συνήθως όλες αυτές τις περιπτώσεις ως περιπτώσεις ψυχασθενείας.
Ουσιαστικά, όμως, πρόκειται για εντελώς διαφορετικές καταστάσεις, πού χρήζουν διαφορετικής αντιμετώπισης. Η αντιμετώπιση του ψυχασθενούς ανήκει στην αρμοδιότητα της ψυχιατρικής επιστήμης και του ψυχιάτρου, ενώ η αντιμετώπιση του δαιμονιζομένου ανήκει στην αρμοδιότητα της Εκκλησίας και του κατάλληλου Πνευματικού (Εξομολόγου).
Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι τα κριτήρια πού χρησιμοποιεί η επιστήμη είναι εντελώς διαφορετικά άπ' αυτά πού χρησιμοποιεί η Ορθόδοξη Εκκλησία. Σε γενικές γραμμές το κριτήριο με το όποιο εντοπίζει τη νόσο ή ψυχιατρική επιστήμη είναι το εξής: ό,τι παρεκκλίνει από τον μέσο όρο της ανθρώπινης συμπεριφοράς, θωρείται ψυχοπαθολογική κατάσταση, δηλ. νόσος, πού χρήζει θεραπείας μέσω των μεθόδων της ψυχιατρικής.
Μ' αυτό το κριτήριο, όμως, ψυχασθενής θα θεωρηθεί και ο Άγιος της Εκκλησίας, γιατί ο τρόπος ζωής του δεν μοιάζει καθόλου με τον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς του μέσου ανθρώπου (δεν είναι π.χ. εντελώς «παραλογή» ή στάση των αγίων Μαρτύρων μπρο¬στά στο μαρτύριο, αν κριθεί με τα κριτήρια της λογικής και της επιστήμης;). Εφαρμόζοντας, λοιπόν, το παραπάνω κριτήριο στην περίπτωση των δαιμονιζομένων, η ψυχιατρική εντοπίζει μια παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, δηλ. μια ψυχική νόσο.
Η ψυχιατρική δεν μπορεί να ανακαλύψει την έσχατη αιτία αυτής της συμπεριφοράς, γιατί η ύπαρξη του διαβόλου δεν αποδεικνύεται επιστημονικά. Τα όριά της φτάνουν μέχρι αυτού του σημείου, αφού ο διάβολος βρίσκεται έξω από το πεδίο της επιστήμης. Η ψυχιατρική επιστήμη, λοιπόν, δεν μπορεί (ως επιστήμη) να αναχθεί στη διάκριση μεταξύ ψυχασθενούς και δαιμονιζομένου.
Το πολύ πολύ μπορεί να ομιλεί για περιπτώσεις πού δεν έχουν ακόμη ερμηνευθεί επιστημονικά ή πού δεν γνωρίζουμε την αιτία τους. Τα παραπάνω, όμως, σημαίνουν ότι η ψυχιατρική λειτουργεί με μια ελλιπή και αποσπασματική εικόνα της πραγματικότητας, η οποία την απομακρύνει από την αλήθεια και την καθιστά μέθοδο επιζήμια σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ. όταν επιχειρεί να «θεραπεύσει» περιπτώσεις δαιμονιζομένων, θεωρώντας τες ως περιπτώσεις ψυχασθενών και ως φυσικό αντικείμενο της).
Η Ορθόδοξη Παράδοση, αντίθετα, έχει πιο ολοκληρωμένη εικόνα της πραγματικότητας, αφού διαθέτει ικανά κριτήρια διακρίσεως μεταξύ ψυχασθενούς και δαιμονιζομένου. Έτσι μπορεί να παραπέμπει τις περιπτώσεις των ψυχασθενών στον ψυχίατρο και τις περιπτώσεις των δαιμονιζομένων στους δικούς της λειτουργούς, πού εφαρμόζουν τα δικά της μέσα θεραπείας. Η Ορθόδοξη Παράδοση δεν αρνείται την αξία και τη χρησιμότητα της ψυχιατρικής. Δεν τη θεωρεί, όμως, αρμόδια για όλες τις περιπτώσεις, πού εμφανίζονται ως περιπτώσεις ψυχασθενείας, και έχει επιφυλάξεις για κάποιες προϋποθέσεις της.
Ουσιαστικά, όμως, πρόκειται για εντελώς διαφορετικές καταστάσεις, πού χρήζουν διαφορετικής αντιμετώπισης. Η αντιμετώπιση του ψυχασθενούς ανήκει στην αρμοδιότητα της ψυχιατρικής επιστήμης και του ψυχιάτρου, ενώ η αντιμετώπιση του δαιμονιζομένου ανήκει στην αρμοδιότητα της Εκκλησίας και του κατάλληλου Πνευματικού (Εξομολόγου).
Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι τα κριτήρια πού χρησιμοποιεί η επιστήμη είναι εντελώς διαφορετικά άπ' αυτά πού χρησιμοποιεί η Ορθόδοξη Εκκλησία. Σε γενικές γραμμές το κριτήριο με το όποιο εντοπίζει τη νόσο ή ψυχιατρική επιστήμη είναι το εξής: ό,τι παρεκκλίνει από τον μέσο όρο της ανθρώπινης συμπεριφοράς, θωρείται ψυχοπαθολογική κατάσταση, δηλ. νόσος, πού χρήζει θεραπείας μέσω των μεθόδων της ψυχιατρικής.
Μ' αυτό το κριτήριο, όμως, ψυχασθενής θα θεωρηθεί και ο Άγιος της Εκκλησίας, γιατί ο τρόπος ζωής του δεν μοιάζει καθόλου με τον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς του μέσου ανθρώπου (δεν είναι π.χ. εντελώς «παραλογή» ή στάση των αγίων Μαρτύρων μπρο¬στά στο μαρτύριο, αν κριθεί με τα κριτήρια της λογικής και της επιστήμης;). Εφαρμόζοντας, λοιπόν, το παραπάνω κριτήριο στην περίπτωση των δαιμονιζομένων, η ψυχιατρική εντοπίζει μια παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, δηλ. μια ψυχική νόσο.
Η ψυχιατρική δεν μπορεί να ανακαλύψει την έσχατη αιτία αυτής της συμπεριφοράς, γιατί η ύπαρξη του διαβόλου δεν αποδεικνύεται επιστημονικά. Τα όριά της φτάνουν μέχρι αυτού του σημείου, αφού ο διάβολος βρίσκεται έξω από το πεδίο της επιστήμης. Η ψυχιατρική επιστήμη, λοιπόν, δεν μπορεί (ως επιστήμη) να αναχθεί στη διάκριση μεταξύ ψυχασθενούς και δαιμονιζομένου.
Το πολύ πολύ μπορεί να ομιλεί για περιπτώσεις πού δεν έχουν ακόμη ερμηνευθεί επιστημονικά ή πού δεν γνωρίζουμε την αιτία τους. Τα παραπάνω, όμως, σημαίνουν ότι η ψυχιατρική λειτουργεί με μια ελλιπή και αποσπασματική εικόνα της πραγματικότητας, η οποία την απομακρύνει από την αλήθεια και την καθιστά μέθοδο επιζήμια σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ. όταν επιχειρεί να «θεραπεύσει» περιπτώσεις δαιμονιζομένων, θεωρώντας τες ως περιπτώσεις ψυχασθενών και ως φυσικό αντικείμενο της).
Η Ορθόδοξη Παράδοση, αντίθετα, έχει πιο ολοκληρωμένη εικόνα της πραγματικότητας, αφού διαθέτει ικανά κριτήρια διακρίσεως μεταξύ ψυχασθενούς και δαιμονιζομένου. Έτσι μπορεί να παραπέμπει τις περιπτώσεις των ψυχασθενών στον ψυχίατρο και τις περιπτώσεις των δαιμονιζομένων στους δικούς της λειτουργούς, πού εφαρμόζουν τα δικά της μέσα θεραπείας. Η Ορθόδοξη Παράδοση δεν αρνείται την αξία και τη χρησιμότητα της ψυχιατρικής. Δεν τη θεωρεί, όμως, αρμόδια για όλες τις περιπτώσεις, πού εμφανίζονται ως περιπτώσεις ψυχασθενείας, και έχει επιφυλάξεις για κάποιες προϋποθέσεις της.