ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Εδώ μπορείτε να συζητήσετε σχετικά με τους Αγιορείτες Πατέρες που έχετε επισκεφθεί στο Αγιον Όρος

Συντονιστής: Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Δημοσίευση από fotis »

ΕΠΙΣΤΟΛΗ Γ΄: ΣΤΑΛΕΙΣΑ ΠΡΟΣ ΤΙΝΑ ΑΓΑΠΗΤΟΝ ΑΥΤΟΥ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΔΕ ΕΝ ΑΥΤΗ ΤΑ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ ΤΗΣ ΗΣΥΧΙΑΣ
ΚΑΙ ΠΩΣ ΠΟΛΛΟΙ ΔΙΑ ΤΟ ΜΗ ΓΙΝΩΣΚΕΙΝ ΑΥΤΑ ΑΜΕΛΟΥΣΙΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑΝ ΤΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΘΑΥΜΑΣΤΗΝ ΚΑΙ ΟΤΙ ΟΙ ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΕΚΡΑΤΗΣΑΝ ΤΟ ΚΑΘΙΣΜΑ ΤΩΝ ΚΕΛΛΙΩΝ ΕΚ ΔΙΔΑΧΗΣ, ΤΗΣ ΠΟΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ, ΜΕΤΑ ΣΥΝΤΟΜΟΥ ΣΥΝΑΓΩΓΗΣ ΤΗΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗΣ ΤΗ ΔΙΗΓΗΣΕΙ ΤΗΣ ΗΣΥΧΙΑΣ

Αδελφέ, επειδή ηναγκάσθην εκ του οφείλοντας επιστείλαι σοι περί των οφειλομένων εξ ανάγκης, γνωρίζω τη αγάπη σου εν τοις γράμμασί μου κατά την επαγγελίαν ημών την προς σε, ότι εύρον σε εν τη ακριβεία της πολιτείας τεθεικότα εαυτόν, πορευθήναι εν τω της ησυχίας καθίσματι.
Εγώ γούν όπερ ήκουσα εκ των διακριτικών περί της εργασίας ταύτης, ηνίκα κατά διάνοιαν λάβω την συναγωγήν των ρημάτων αυτών μετά πείρας της εγγύθεν, δι' ης εν αυτοίς τοις πράγμασιν εγώ επείρασα, τη μνήμη σου εντυπώ εν συντόμω λόγω, ηνίκα και συ συνεργήσεις σεαυτώ εκ της ομιλίας της επιστολής εν σπουδή τη γινομένη εν σοι. Διότι εν συνέσει της σοφίας μέλλεις προσεγγίσαι τη αναγνώσει των συναχθέντων λόγων, των εν τη επιστολή ημών ταύτη, έξωθεν της συνή¬θους αναγνώσεως, και ως φως τι λαβείν αυτήν εν τη λοιπή αναγνώσει, δια την πολλήν δύναμιν την κεκρυμμένην εν αυτή, ίνα μάθης τι εστί το κάθισμα της ησυχίας και τι εστίν η εργασία αυτής και ποια μυστήρια κέκρυπται εν τη εργασία ταύτη και διατί τίνες την δικαιοσύνην την μεταξύ των ανθρώπων πολιτευομένην σμικρύνουσι και προκρίνουσιν αυτής τάς θλίψεις και τους αγώνας του καθίσματος του ησυχαστικού και μοναστικου βίου.
Εαν θέλης ευρείν ζωήν άφθαρτον εν ταις ημέραις σου ταίς μικραίς, ώ αδελφέ, η είσοδος σου η εν τη ησυχία εν διακρίσει έστω. Εξέτασον περί της εργασίας αυτής και μη δράμης εξ ονόματος, αλλ’ είσελθε και βάθυνον και αγώνισαι και σπούδασαι φθάσαι μετά πάντων των αγίων τι εστί το βάθος και το ύψος της πολιτείας ταύτης. Εκάστω γαρ πράγματι των ανθρώ¬πων, εν τη αρχή της εργασίας αυτού έως τέλους, τρόπος τις και ελπίς προσδοκάται εκ του έργου του πράγματος, κινούντα την διάνοιαν προς την θέσιν του θεμελίου αυτού. Και ο σκοπός ούτος κραταιοί την διάνοιαν βαστάξαι την εν αυτώ σκληρότητα και παράκλησίν τίνα λαμβάνει εξ αυτού εν τη θεωρία τη προς αυτόν. Και ως τις κρατών κρατεί τον νουν εαυτού έως του τέ¬λους του πράγματος, ούτω και το τίμιον έργον της ησυχίας λιμήν των μυστηρίων γίνεται τω διακριτικώ σκοπώ, ω τινι προσέχει η διάνοια εκ του πρώτου των δόμων, έως της τελειώσεως της οικοδομής, και εν πάσι τοις έργοις αυτού τοις μακροίς και σκληροίς.
Και κατά τους οφθαλμούς του κυβερνήτου του προσέχοντος τοις άστροις, ούτω προσέχει και ο μοναστής εν τη εσωτέρα θεωρία εις άπαντα τον δρόμον της εαυτού πορείας εν τω σκοπώ, ώ έλαβεν εν τη εαυτού διανοία εν τη ημέρα τη πρώτη, εν η εξέδωκεν εαυτόν πορεύεσθαι εν τη σκληρή θαλάσση της ησυχίας, έως αν εύρη τον μαργαρίτην, δι' δν εαυτόν εξέπεμψεν εις τον πυθμένα τον αψηλάφητον της θαλάσσης της ησυχίας. Και η προσοχή της ελπίδος κουφίζει αυτόν επάνωθεν του βάρους της εργασίας και της σκληρότητος της πλήρους κιν¬ώ δυνών των απαντώντων αυτώ εν τη πορεία αυτού. Και όστις εν τη αρχή της ησυχίας αυτού ου τίθησι τον σκοπόν τούτον εν εαυτώ, προς την οφειλομένην αυτώ εργασίαν ακρίτως εργάζε¬ται, καθώς τις τω αέρι προσπαλαίων. Και ο τοιούτος ουδέποτε λυτρούται εκ του πνεύματος της ακηδίας εν πάση τη ζωή αυτού. Και εν εκ των δυο γίνεται αυτώ, ή ότι ουχ υπομένει το βά-ρος το ανυπομόνητον και ηττάται και εξέρχεται εκ της ησυχίας τελείως, ή καρτερεί εν αυτή και οίκος ειρκτής γίνεται το κελλίον αυτώ και τηγανίζεται εν αυτώ, δια το μη γινώσκειν ελπίζειν εις την παράκλησιν την τικτομένην εκ της εργασίας της ησυχίας. Δια τούτο, ουδέ αιτείν εν πόνω της καρδίας και κλαίειν επί προσευχή εφιέμενος αυτής δύναται.
Περί ων οι πατέρες ημών, οι πεπληρωμένοι ελέους, οι αγαπώντες τους υιούς εαυτών, αφήκαν σημεία εν ταίς γραφαίς εις την χρείαν της ζωής ημών.
Και εις εξ αυτών, είπεν Εμοί μεν κέρδος εκ της ησυχίας εστί τούτο' ηνίκα αποστήσω εμαυτόν από της οικίας εφ' ης κάθημαι, σχολάζει η διάνοια μου από της παρασκευής του πολέμου και στρέφεται εις εργασίαν κρείττονα.
Ομοίως και άλλος Εγώ, έφη, δια τούτο εις την ησυχίαν τρέχω, όπως γλυκανθώσι μοι οι στίχοι της αναγνώσεως και της προσευχής. Και ηνίκα εν τη ηδονή της κατανοήσεως αυτών η γλώσσα μου σιγήσει, ως εν ύπνω τινι εμπίπτω εις την συστολήν των αισθήσεων μου μετά των νοημάτων μου. Και πάλιν, όταν εν τω μακρυσμώ τω εν αυτή τη ησυχία γαληνιάση η καρδία μου εκ της ταραχής των μνημών, εξαποστέλλονταί μοι αεί τα κύματα της χαράς, τα εκ των ενθυμήσεων των έσω απροσδοκήτως ερχομένων εξαίφνης εις την τρυφήν της καρδίας μου. Και ηνίκα ταύτα τω της ψυχής μου προσεγγίσωσι πλοίω, βυθίζουσιν αυτήν εκ των ρημάτων του κόσμου και της ζωής της σαρκός εν τοις θαύμασι τοις αληθινοίς, εν τη ησυχία τη εν Θεώ.
Και έτερος αύθις, η ησυχία, έλεξε, τάς προφάσεις και τάς αιτίας τάς καινουργούσας τους λογισμούς εκκόπτει και έσωθεν των τειχέων αυτής παλαιοί και μαραίνει τάς μνήμας των προλήψεων. Και όταν παλαιωθώσιν αι ύλαι αι παλαιαί εν τη διανοία, εις την εαυτού τάξιν στρέφεται ο νους, ευθύνων αυτάς.
Και έτερος πάλιν είπε' Τα μέτρα των κρυφίων σου εκ της των νοημάτων σου διαφοράς συνήσεις, των διηνε¬κών δε λέγω, ουχί των κινουμένων από του συμβεβηκότος και εν μια ώρα διαπορευομένων. Ουκ εστί τις σώμα φορών, όστις ουκ απαντά τω εαυτού οίκω απόδημος εκ των δυο αλλοιώσε¬ων των αγαθών και των κακών ει μεν εστί σπουδαίος, εκ των ελαχίστων δια την φύσιν (οι πατέρες γαρ των τικτομένων εισί πατέρες). Ει δε εστί ράθυμος, εκ των υψηλών δια την ζύμην εκείνης της χάριτος, της γενομένης εν τη φύσει ημών.
Και άλλος, έκλεξαι, έφη, σεαυτώ εργασίαν τρυφής, αγρυπνίαν διηνεκή την εν νυξίν, εν η απεδύσαντο οι πατέρες πάντες τον παλαιόν άνθρωπον και ηξιώθησαν του ανακαινισμού του νοός. Εν ταίς ώραις ταύταις αισθάνεται η ψυχή της ζωής εκείνης της αθανάτου και εν τη αισθήσει ταύτης αποδύεται το ένδυμα του σκότους και υποδέχεται το Πνεύμα το άγιον.
Και έτερος πάλιν έλεξεν, ότι όταν τις ίδη όψεις διαφόρους και ακούση φωνάς πολυτρόπους παρηλλαγμένας της με¬λέτης εαυτού της πνευματικής, και ομιλή και συντυγχάνη μετά των τοιούτων, ου δύναται ευκαιρήσαι κατά διάνοιαν κατιδείν εαυτόν εν τω κρυπτώ και μνημονεύσαι των αμαρτιών εαυτού, καθαίρειν τε τους εαυτού λογισμούς και προσέχειν προς τα επερχόμενα αυτώ και ομιλήσαι κρυπτώς εν τη ευχή.
Και πάλιν. Το υποτάξαι τάς αισθήσεις ταύτας υπό την εξουσίαν της ψυχής εκτός της ησυχίας και της αλλοτριώσεως των ανθρώπων, ου δυνατόν. Διότι εν αυταίς συνηνωμένη και συνημμένη υποστατικώς η νοερά ψυχή και μετά των εαυτής λογισμών ακούσα καθέλκεται, εάν μη ο άνθρωπος εγρήγορος γένηται εν τη προσευχή τη κρυπτή.
Και πάλιν. Ω πώς η εγρήγορσις εν τω εαυτής εξυπνισμώ συν τη ευχή και τη αναγνώσει τρυφήν εμποιεί και ευφραίνει και χαροποιεί και καθαιρεί την ψυχήν. Ούτοι μάλιστα γινώσκουσι ταύτα οι εν αυτοίς εν παντί καιρώ της ζωής εαυτών συναναστρεφόμενοι και πολιτευόμενοι εν τη ακριβεστάτη ασκήσει.
Συ ουν, ω άνθρωπε ο αγαπών την ησυχίαν, θου τα νεύματα τα εκ της γνώμης των λόγων των πατέρων έμπρο¬σθεν σου, ως σκοπον τίνα, και προς τον πλησιασμόν αυτών εύθυνον τον δρόμον σου της εργασίας. Και προ πάντων σοφίσθητι, ποιόν εστίν όπερ μάλιστα καθήκει συμφωνείν τω σκοπώ της εργασίας σου. Εκτός γαρ τούτων γνώναι την γνώσιν της αληθείας ου δύνασαι συ. Και εν αυτοίς σπούδασαν υπερεκπερισσού δείξαι την καρτερίαν σου.
Η σιωπή μυστήριον εστί του αιώνος του μέλλοντος, οι δε λόγοι όργανον εισί τούτου του κόσμου. Άνθρωπος νηστευτής τη φύσει, πνευματική πειράται την ψυχήν εαυτού αφομοιώσαι εκ τε της σιωπής και της αδιαλείπτου νηστείας.
Όταν αφορίζηται ο άνθρωπος εν τη εργασία εαυτού τη θεϊκή, διαμένων εν τω κρυπτώ εαυτού, εν τούτοις τοις μυστηρίοις τελειούται. Και η λειτουργία αυτού πεπληρωμένη των θείων μυστηρίων και έξ εκείνων των αοράτων δυνάμεων και του αγιασμού εκείνης της εξουσίας της κυρίας των κτισμά¬των. Και είπερ τίνες αφωρίσθησαν εν καιρώ εισελθείν των θείων μυστηρίων εντός, εν τη σφραγΐδι ταύτη εσημειώθησαν. Και τισιν εξ αυτών τα κρυπτά τα κρυβέντα εν τη σιωπή του Κυρίου τη αποκρύφω προς ανακαινισμόν των εν μέσω, φανερώσαι ενεπιστεύθησαν ουδέ γαρ έπρεπεν εν γαστρί πεπληρω¬μένη και νοΐ πεφυρμένω εκ της ακρασίας διανονηθήναι τα τοιαύτα μυστήρια.
Και οι άγιοι δε ουκ ήσαν κατατολμώντες της ομιλίας της προς τον Θεόν, ουδέ προς τα κρυπτά των μυστηρίων εαυτούς ανύψουν, ει μη εν ασθενεία των μελών και ωχριάσει της χροιάς και της εκ του πόθου της πείνης και νου του ησύχου και εν τη αποταγή πάντων των λογισμών των γηίνων.
Όταν εν καιρώ μακρώ εν τω σώ κελλίω εν έργοις κόπου και φυλακής των κρυπτών και τη συστολή των αισθήσε¬ων εκ πάσης απαντήσεως επισκίαση σοι η δύναμις της ησυ¬χίας, πρώτον μεν απαντάς χαρά τη εκτός αιτίας κατακρατούση εν καιρώ και καιρώ εν τη ψυχή σου, και τότε ανοίγονται οι οφθαλμοί σου του ιδείν την ισχύν της κτίσεως του Θεού και το κάλλος των κτισμάτων κατά το μέτρον της καθαρότητας σου. Και όταν ο νους οδηγηθή εν θαύματι της θεωρίας ταύτης, τότε και η νυξ και η ημέρα εν έσται αυτώ εν τοις θαύμασι τοις ενδόξοις των κτισμάτων του Θεού. Και εντεύθεν κλέπτεται εξ αυτής της ψυχής η αίσθησις των παθών εν τη ηδονή της θεωρίας ταύτης. Και εν αυτή εισέρχεται εις τους δύο βαθμούς των απο¬καλύψεων των νοητών, τους όντας εν τη τάξει τη μετά ταύτην, εκ της καθαρότητος και επάνω.
Ο Θεός αξιώσειεν ημάς αυτών. Αμήν.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Δημοσίευση από fotis »

ΕΠΙΣΤΟΛΗ Δ': ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΣΙΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΣΥΜΕΩΝΗΝ ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΝ
Η επιστολή σου, άγιε, ουχί λόγοι εγκεχαραγμένοι εισίν, αλλά την αγάπην σου την προς ημάς εν αυτή ως εν εσόπτρω εζωγράφησας και υπέδειξας. Και ως νομίζεις ημάς είναι, ούτως έγραψας, και έδειξας εν αυτοίς τοις έργοις ότι υπερβαλλόντως αγαπάς ημάς, ώστε και εκ της πολλής αγάπης επιλαθέσθαι του μέτρου ημών. Όπερ γαρ έδει γράψαι ημάς τη ση οσιότητι και ερωτήσαι και μαθείν την αλήθειαν παρ' υμών, ει πρόνοιαν της σωτηρίας ημών εποιούμεθα, τούτο συ δια το μέγεθος της αγάπης προλαβών έγραψας ημίν. Και τάχα τούτο εν τέχνη φιλοσοφίας πεποίηκας, ίνα εν ταίς σαις ερωτήσεσι ταίς λεπταίς και πνευματικαίς, εν αίς εγώ ερωτώμαι παρ' υμών, εξυπνισθή η ψυχή μου εκ της αμελείας, εν η εβυθίσθη πολύ. Όμως καγώ εν τη αγάπη εκείνη, εν η επελάθου του μέτρου ημών, επιλανθάνομαι της ανικανίας μου, ώστε με μη προσέχειν τι δύναμαι αρκέσαι, αλλά τι ισχύει η ευχή σου ποιήσαι. Ότε γαρ εγώ επιλάθωμαι του μέτρου μου και συ τον Θεόν ταίς ευχαίς σου εκλιπαρήσεις, ώστε τελειωθήναι την σήν αίτησιν, δοθήσεταί σοι πάντως υπό του Θεού όπερ ήτησας εν τη ευχή, ως αυτού γνησίω θεράποντι.
Ερώτησις. Η πρώτη τοίνυν ερώτησις η εν τη επιστολή εστίν αύτη. Ει δει πάσας τάς εντολάς του Κυρίου φυλάττεσθαι, καί εί ουκ έστι τρόπος σωτηρίας τω μη φυλάττοντι αυτάς.
Απόκρισις. Και περί τούτου καθώς μοι δοκεί, ουδέ ερωτάν χρεών τινι. Εί γαρ και πολλαί εισί, φυλάττεσθαι οφειλόμενον εί δε μη, δοθήναι παρά του Σωτήρος ουκ ώφειλον. Περισσόν γαρ τι και μη έχον αιτίαν και χρείαν, καθώς μοι δοκεί, ουκ ερρέθη, ουδέ επράχθη παρά του Δεσπότου ημών. Ο σκο¬πός γαρ της παρουσίας αυτού ίνα καθαρίση την κακίαν της πρώτης παραβάσεως εκ της ψυχής και μεταβάλη αυτήν προς την εαυτής αρχαίαν κατάστασιν, ηνίκα τάς ζωοποιούς αυτού εντολάς ώσπερ φάρμακα καθαρτικά της εμπαθείας ημών δέδωκεν ημίν. Όπερ γαρ τα φάρμακα τω νοσερώ σώματι, τούτο αι εντολαί τη εμπαθεί ψυχή. Και δήλον εστίν, ότι αι εντολαί εξ εναντίας των παθών ετέθησαν, προς ιατρείαν της παραβεβηκυίας ψυχής, καθώς αριδήλως ο Κύριος λέγει τοις εαυτού μαθηταίς• «ο έχων τάς εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστίν ο αγαπών με καί ο αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του Πατρός μου* και αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν και προς αυτόν ελευσόμεθα και μόνην παρ' αυτώ ποιήσομεν». Και πάλιν, «εν τούτω γνώσεται ο κόσμος ότι εμοί μαθηταί εστέ, εάν αγαπάτε αλλήλους». Καί δήλον ότι η αγάπη μετά την υγίειαν της ψυχής προσκτηθήναι δύναται, η δε ψυχή ουχ υγιαίνει, ειμή φυλάξασα τάς εντολάς.
Η φυλακή των εντολών ακμήν υποκάτωθεν της πνευματικής αγάπης εστί. Και δια το είναι τους πολλούς φυλάττοντας τάς εντολάς εκ του φόβου ή χάριν αμοιβής των μελλόν¬των, και ουχί δια την αγάπην, πολλά παραινεί εις την φυλακήν των εντολών των εκ της αγάπης, των παρεχουσών τη ψυχή το φως. Και πάλιν «ίνα θεωρώσιν οι άνθρωποι τα καλά υμών έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς». Και ου δυνατόν οράσθαι εν τη ψυχή τα αγαθά έργα, άπερ ο Κύριος εδίδαξεν, ει μη φυλαχθώσιν αι εντολαί. Και ότι ουκ είσιν αι εντολαί βαρείαι τοις αγαπώσι την αλήθειαν, ο Κύριος είπε «δεύτε», γαρ φησι, «πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς ότι ο ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν». Ότι δε πάσας τάς εντολάς χρεών φυλάττεσθαι υφ' ημών επιμελώς, και τούτο αυτός ενετείλατο λέγων «ο καταλύων μίαν των εντολών τούτων των ελαχίστων και διδά¬σκων τους ανθρώπους, ούτος ελάχιστος κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών». Ουχί μετά ταύτα πάντα τα νομοθετηθέντα προς σωτηρίαν ημών δύναμαι ειπείν, ότι ου δει φυλάττειν πάσας τάς εντολάς, αλλά ουδέ αύτη η ψυχή ικανοί καθαρθήναι, εάν μη φυλάξη αυτάς, αίτινες ως φάρμακα καθαίρειν τα πάθη και τα πταίσματα παρά Κυρίου εδόθησαν.
Συ γινώσκεις, ότι η κακία δια της παραβάσεως των εντολών επεισήλθεν ημίν. Λοιπόν δήλον, ότι εν τη φυλακή πάλιν επανέρχεται η υγίεια. Αλλ' ουδέ εκτός της εργασίας των εντολών δωρήσασθαι ημίν χάριτι την κάθαρσιν της ψυχής- ηνίκα εν πρώτοις ου βαδίζομεν εν τη οδώ εκείνη τη απαγούση προς την της ψυχής καθαρότητα. Και μη είπης, ότι ο Θεός δύναται και χωρίς της εργασίας των εντολών δωρήσασθαι ημίν χάριτι την κάθαρσιν της ψυχής ότι ταύτα τα κρίματα εστί του Κυρίου και ου παραγγέλλει η Εκκλησία τοιαύτα επερωτάν ημάς. Και οι Ιουδαίοι εν τω καιρώ της επανόδου αυτών, της από Βαβυλώνος εις Ιερουσαλήμ, εν τη οδώ τη τετριμμένη υπό της φύσεως ώδευσαν, και ούτως ήλθον εις την αγίαν πόλιν αυτών και εθεάσαντο τα θαυμάσια Κυρίου. Αλλ' ο Ιεζεκιήλ υπέρ φύσιν εν τη εργασία της αποκαλύψεως ηρπάγη και ήλθεν εις Ιερουσαλήμ και εν τη αποκαλύψει τη θεϊκή εγένετο θεωρός της μελλούσης ανανεώσεως.
Κατά τούτον τον τρόπον γίνεται και εν τη της ψυχής καθαρότητι. Γίνονται τίνες, ότι εν τη οδώ τη πατουμένη και νομίμω τη δια της φυλακής των εντολών εν πολιτεία πολυμόχθω, εν τω αίματι αυτών, εισέρχονται εις την της ψυχής καθαρότητα, και εισίν άλλοι, οίτινες εκ της δωρεάς της χάριτος αυτής αξιούνται. Και τούτο εστί το θαυμαστόν ότι την δια της χάριτος δωρουμένην ημίν ουκ επετράπημεν αιτήσασθαι εν τη προσευχή και παραιτήσασθαι την πολιτείαν της εργασίας.
Εκείνω γαρ τω πλουσίω τω ερωτήσαντι τον Κύριον, «πώς κληρονομήσω την ζωήν την αιώνιον», είπε καθα¬ρώς «φύλαξον τάς εντολάς». Και ότε είπε, «ποίαι εισίν αι εντολαί;», είπεν αυτώ εν πρώτοις απέχεσθαι των έργων των κακών, και ούτως υπέμνησεν αυτόν των φυσικών. Ότε δε εζήτησε περισσόν τι μαθείν, είπεν αυτώ «ει θέλεις τέλειος είναι, πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δός πτωχοίς, και άρον τον σταυρόν σου και ακολουθεί μοι». Τούτο δε εστίν, ίνα νεκρωθής πάσι τοις υπάρχουσί σοι και ούτω ζήσεις εν εμοί. Έξελθε εκ του κόσμου του παλαιού των παθών, και ούτως εισέρχη εις τον κόσμον τον καινόν του Πνεύματος. Άρον, και απόδοσον την γνώσιν των τρόπων και της πανουργίας, και ούτως ενδύη την γνώσιν την απλήν της αληθείας. Εν τω ειπείν γαρ «άρον τον σταυρόν σου», νέκρωσιν εκ πάντων των εν τω κόσμω εδίδαξεν ο Κύριος. Και ότε ενέκρωσεν εν εαυτώ τον παλαιόν άν¬θρωπον, ήτοι τα πάθη, τότε είπεν αυτώ ελθέ οπίσω μου. Ουκ εστί τω παλαιώ άνθρώπω πορευθήναι εν τη οδώ του Χριστού, καθώς ο μακάριος Παύλος είπεν «ότι σαρξ και αίμα βασιλείαν Θεού κληρονομήσαι ου δύναται, ουδέ η φθορά την αφθαρσίαν κληρονομεί». Και πάλιν «εκδύσασθε τον παλαιόν άνθρωπον τον φθειρόμενον κατά τάς επιθυμίας, και τότε δυνήσεσθε ενδύσασθαι τον νέον, τον ανακαινούμενον εν επιγνώσει της ομοιώσεως του κτίσαντος αυτόν». Και πάλιν «το φρόνημα το χοϊκόν έχθρα εστίν εις Θεόν». Τω γαρ νόμω του Θεού ουχ υποτάσσεται, ουδέ γαρ δύναται. Οι γαρ εν σαρκί όντες, τα της σαρκός φρονούσι και αρέσαι τω Θεώ εν τω φρονήματι του πνεύματος, ου δύναται».
Συ δε,ω άγιε, εάν αγαπάς την καθαρότητα της καρδίας και το φρόνημα το πνευματικόν, όπερ είπας, κολλήθητι ταίς δεσποτικαίς εντολαίς, καθάπερ είπεν ο Δεσπότης ημών «εάν αγαπάς εισελθείν εις την ζωήν, φύλαξον τάς εντολάς», δια την αγάπην του τεθεικότος αυτάς, και μη δια φόβον ή αμοιβήν του μισθού. Διότι ουχ ότε πράξομεν την δικαιοσύνην γευόμεθα της ηδονής της κεκαλυμμένης εν αυτή, αλλ' ότε ο πόθος της δι-καιοσύνης εσθίει την καρδίαν ημών. Και ουχ ότε πράξομεν την αμαρτίαν αμαρτωλοί γινόμεθα, άλλ' όταν μη μισήσωμεν αυτήν και μεταμεληθώμεν επ' αυτή. Και ου λέγω ότι γέγονέ τις, ή των αρχαίων ή των εσχάτων, μη φυλάξας τάς εντολάς, και φθάσας την καθαρότητα της καρδίας και της θεωρίας του Πνεύματος καταξιωθείς- αλλ' ως δοκεί μοι, όστις τάς εντολάς ουκ εφύλαξε και κατ' ίχνος μη ώδευσε των μακαρίων Αποστό λων, άγιος καλείσθαι ουκ άξιος.
Ο μακάριος Βασίλειος και οι μακάριοι Γρηγόριοι, περί ων είπας, ότι ήσαν αγαπώντες την έρημον και ήσαν στύλοι και φως της Εκκλησίας, και ήσαν επαινούντες την ησυχίαν, ουχ ότε ήσαν αργοί εκ της εργασίας των εντολών ήλθον εις την καθαρότητα της ψυχής και ηξιώθησαν της θεωρίας του Πνεύματος. Εγώ πιστευω αληθώς, ότι ότε ήσαν οίκουντες εν ταίς πόλεσι, τους ξένους ήσαν υποδεχόμενοι, τους ασθενείς τε επι¬σκεπτόμενοι και τους γυμνούς ενδύοντες, τους των κοπιώντων πόδας απονίπτοντες' και ει ηγγάρευσεν αυτούς τις μίλιον εν, δύο απήρχοντο. Και ότε εφύλαξαν τάς εντολάς τάς δεομένας μεταξύ των πολλών αναστρέφεσθαι και ήρξατο ο νους αυτών της πρώτης ακινησίας και των θείων και μυστικών θεωριών, έκτοτε έσπευσαν και εξήλθον εις την ησυχίαν της ερήμου, και έκτοτε υπέμειναν μετά του έσω αυτών ανθρώπου, ώστε γενε¬ίσθαι αυτούς θεωρητικούς, και διέμειναν εν τη θεωρία του Πνεύματος, έως αν εκλήθησαν υπό της χάριτος γενέσθαι αυτούς ποιμένας της Εκκλησίας του Χριστού.
Περι δε ου είρηκας, ότι ποτέ μεν ο μέγας Βασίλειος την συνοίκησιν των πολλών επαινεί, ποτέ δε την αναχώρησιν, τούτο φημί ότι δυσί τρόποις ευρίσκεται το κέρδος εν αληθεία τοις σπουδαίοις, εκάστω κατά την δύναμιν και την διαφοράν και τον σκοπόν, ον έθηκεν εν εαυτώ. Γίνεται γαρ ποτέ τοις δυνατοίς ωφέλεια τη των πολλών συνοικήσει, ποτέ δέ και τοις ασθενέσι, και εν τη ερήμω δε τον αυτόν τρόπον ωσαύτως. Τω σταθέντι εν τη της ψυχής υγιεία ω και ο νους συνεκράθη τω πνεύματι, και νεκρώσαντι τη πολιτεία τη ανθρωπινή εαυτόν, ου γίνεται η των πολλών συνοίκησις βλαβερά, εάν νήφη τοις εαυτού, και ούτος ουχ ίνα ωφεληθή, αλλ' ίνα ωφελήση ότι εκ του Θεού εκλήθη εν τω ονόματι των λοιπών πατέρων. Και τω ασθενεί δε και χρήζοντι ακμήν του αυξήσαι τω των εντολών γάλακτι, ομοίως ωφέλιμον το μετά των πολλών συνοικείν, έως αν γυμνασθή και κατεργασθή και κολαφισθή εν τοις πειρασμοίς και πέση και αναστή μεταξύ των πλειόνων και κτήσηται την υγείαν της ψυχής. Ουκ εστί βρέφος μη τραφέν τοις του γάλα¬κτος ρεύμασι, και ουκ εστί μοναχός μη τω γάλακτι των εντο¬λών εντραφείς, κατορθών και νικών τα πάθη, και της καθαρότητος αξιούμενος. Τον όμοιον δε τρόπον, ως έφημεν, και η έρη¬μος, ποτέ μεν τοις ασθενέσι και φεύγουσιν ωφέλιμος, ποτέ δε τοις δυνατοίς. Τοις πρώτοις μεν, ίνα μη ευρεθείσα ύλη, εκκαυθήναι αυτοίς και αξιωθήναι τα πάθη παρασκευάσειε' τοις ισχυροίς δε, εν τω μεσάζειν εν ύλη και καταντήσαι προς τους πολέμους του πονηρού.
Εν αληθεία γαρ, ως είπας, η έρημος εστίν η κοιμίζουσα τα πάθη. Αλλ' ου τούτο μόνον ζητείται, το κατακοιμήσαι τινά τα εαυτού πάθη, αλλά και εκτίλαι τούτο δε εστί νικήσαι αυτά, ηνίκα φιλονεικήσουσιν εξ εναντίας ημών. Τα πάθη γαρ τα κατακοιμισθέντα εξυπνίζεται, όταν απάντηση αιτία ελθείν εις την πράξιν αυτών.
Πως δε μάθηση, ως ουχ η έρημος μόνη κοιμίζει τα πάθη,καθώς έφης, κατανόησον εν τω καιρώ της νόσου και τηςπολλής ασθενείας, ότι ου σφοδρώς πολεμούσιν ημίν. Ου μόνονδε, αλλά και αυτά πολλάκις κατακοιμίζουσιν άλληλα, ότεδώσουσι τόπον αλλήλοις. Το πάθος γαρ το της κενοδοξίας υποχωρείν το της πορνείας ποιεί, και αυ πάλιν το της πορνείας τηνδοξομανίαν καταπραύνει. Λοιπόν μη θελήσωμεν καταδιώξαιτην έρημον, ότι κοιμίζει μόνον τα πάθη, αλλ' ότι εν τη των αι¬σθητών απορία και τη εκ πάντων αναχωρήσει, σοφιζόμεθα εν αυτή και ανακαινίζεται ημίν ο έσω άνθρωπος του πνεύματος εν Χριστώ και πάσαν ώραν γινόμεθα θεωρητικοί εαυτών και γίνε¬ται ο νους ημών γρήγορος και φυλάττει εαυτόν καθ' ώραν,μήπως κλαπή εξ αυτού η μνήμη της ελπίδος αυτού.
Ταύτα, ως δοκεί μοι, αρκεί προς την πρώτην ερώτησιν σου, ει τέως και τούτων έχρηζεν. Είπωμεν δε λοιπόν και περί της δευτέρας η δε ην.
Ερώτησις. Ότι διατί ο Κύριος ημών προς την ομοίωσιν εκείνης της μεγαλωσύνης του Πατρός του εν τοις ουρανοίς την ελεημοσύνην ώρισεν, οι μοναχοί δε την ησυχίαν προτιμώσιν αυτής;
Απόκρισις. Η δε απόκρισις αυτής, αύτη. Καλώς, ότι εκ του Ευαγγελίου παράδειγμα ήνεγκας, και τύπον εξετάσε¬ως της πολιτείας της μεγάλης της ησυχίας. Ημείς κατέναντι ταύτης ιστάμεθα και ου ζητούμεν του καταργήσαι αυτήν ως πράγμα τι περισσόν. Ο Κύριος την ελεημοσύνην ώρισε προςτην ομοίωσιν του επουρανίου Πατρός, ως προσεγγίζουσαν αυτώ τους τελειούντας αυτήν. Τούτο αληθές. Και ουδέ ημείς οι μονα¬χοί την ησυχίαν χωρίς της ελεημοσύνης τιμώμεν, αλλ' ότι εκ της μερίμνης και της ταραχής καθ’ όσον οιον τε απέχεσθαι σπεύδομεν. Ουχ ότι εξ εναντίας των αναγκαίων, όταν ημίν απαντήσωσιν, αντιστήναι βουλόμεθα, αλλά φροντίζομεν της ησυχίας, ίνα εν τη αδολεσχία του Θεού διαμείνωμεν, εν η δυνά-μεθα επί πλέον διϋλισθήναι της θολώσεως και προσεγγίσαι αυτώ. Εάν δε άπαξ ποτέ προς ποσότητα καιρών επέλθη ημίν χρεία τις αναγκαία αδελφών, μηδέ ταύτης αμελείν προσήκει.
Αναγκάσωμεν ουν εαυτούς διηνεκώς, ίνα γενώμεθα εν παντί καιρώ έσωθεν ελεήμονες υπέρ πάσης της φύσεως των λογικών. Ούτω γαρ επιτρέπει ημίν η διδασκαλία του Κυ¬ρίου. Και αύτη εστίν η διαφορά της ησυχίας ημών, και ουχ ως
έτυχε. Και ου μόνον ταύτην την έσωθεν ημών φυλάξαι, αλλά και όταν καλή καιρός των έργων και ανάγκη των πραγμάτων, μη αμελείν του δείξαι την αγάπην αυτού φανερώς χρή. Και μά¬λιστα εάν την παντελή ησυχίαν ουκ έκριναν καθ’ εαυτούς, του μη απαντήσαι τινι, αλλά τω κανόνι των εβδομάδων και των επτάκις επτά ποιούντων εαυτοίς ησυχίαν στοιχώσιν. Οι γαρ τοιούτοι εκ των πραγμάτων της ελεημοσύνης της προς τον πλησίον, ουδέ εν μέσω των όρων των κανόνων αυτών όντες προς το πληρώσαι τούτους κατέχουσιν εαυτούς, ει μη τις εστί πολυ απότομος και ωμός και απάνθρωπος και κατέναντι του προσώπου και των οφθαλμών κρατεί την ησυχίαν. Διότι γινώσκομεν, ότι χωρίς της του πλησίον αγάπης ουδέ ο νους δύναται εν τη ομιλία και τη αγάπη τη θεία φωτισθήναι.
Tίς γαρ νυν μοναχός εκ των σοφών, έχων διατροφάς και ενδύματα, και ορών τον αυτού πλησίον πεινώντα τε και γυμνητεύοντα, ου μεταδίδωσιν ων έχει, αλλά φείδεται τίνος εξ αυτών; Ή πάλιν τις τίνα των από της αυτής σαρκός θεωρών νόσω τρυχόμενον και μόχθω ταλαιπωρούμενον και χρείαν επι-σκέψεως έχοντα, αυτός δια τον πόθον της ησυχίας τον κανόνα του εγκλεισμού της αγάπης του πλησίον προτιμά; Όταν δε τίνα τοιαύτα μη η, εν τω νοΐ την αγάπην φυλάξωμεν και την ελεημοσύνην την εις τους αδελφούς. Των γαρ πραγμάτων όντων εγγύς, και έργω πληρώσαι και τελειώσαι ταύτην απαιτεί παρ' ημών ο θεός.
Δήλον ουν ότι, ει ουκ εκτησάμεθα τι, ουκ επετράπημεν πεσείν εις μέριμναν και ταραχήν ένεκα των πτωχών. Εάν γαρ έχωμεν, απαιτούμεθα. Και πάλιν εάν απέχωμεν εν τη δια¬γωγή ημών εκ του συγκαθεσθήναι και συναναμίγνυσθαι ταίς θεωρίαις των ανθρώπων, ου χρεών καταλιπείν ημάς το κελλίον ημών και το κάθισμα το μοναστικόν και αναχωρητικόν, και εκδούναι εαυτούς προς το γυρεύσαι εις τον κόσμον και επισκέψασθαι τους αρρώστους και ασχολείσθαι εν πράγματι τοιούτοις. Δήλον γαρ, ότι από των μειζόνων εις τα ελάττω τα τοιαύτα έρχονται. Εάν δε τις συνοική τοις πολλοίς και πλησίον των ανθρώπων η εις τη διαμονήν του καθίσματος αυτού την μετ' αυτών, και αναπαύηται εν κόποις έτερων, είτε τω της υγιείας είτε τω της αρρωστίας καιρώ, το αυτό και αυτός οφεί¬λει ποιήσαι, αλλ'ουκ αυτός μεν εντελώς εξ άλλων απαιτείν την ανάπαυσιν, όταν δε ίδη τον υιόν της εαυτού σαρκός και του αυ¬τού σχήματος εν στενώσει, μάλλον δε τον Χριστόν ερριμμένον και μοχθουντα, υποχωρείν και κρύπτεσθαι εξ αυτού, ηνίκα φαντάζεται την ψευδή ησυχίαν αυτού. Έκαστος δε τοιούτος ανελεήμων εστί.
Και μη μοι εις μνήμην αγάγης Ιωάννην τον της θηβαΐδος και τον Αρσένιον, και είπης ότι τις τούτων εις τα τοιαύτα εξέδωκεν εαυτόν ή επεμελήσατο των αρρώστων και των πτωχών, και ημέλησε της ησυχίας αυτού; Μη εγγίσης πράγμασι τισι τοιούτων. Εάν γαρ απέχης από πάσης αναπαύσεως και απαντήσεως ανθρώπων, ως ήσαν ούτοι, επιτρέπεται σοι ο Κύ¬ριος καταφρονείν των τοιούτων. Εάν δε εξ εκείνης της τελειότητος απέχης και εν τοις κόποις του σώματος και τη συντυχία των ανθρώπων υπάρχης εν παντί καιρώ, διατί αμελείς εις τάς εντολάς (ας το μέτρον σου δέον φυλάξαι), διατρίβειν προφασιζόμενος εις την πολιτείαν την μεγάλην των αγίων, ή τινι ου προσήγγισας;
Εγώ δε ουκ αμελήσαιμι της του αγίου Μακαρίου του μεγάλου χρήσεως απομνημονεύσασθαι, ήτις προς έλεγχον των καταφρονούντων των αδελφών αυτών εσημάνθη. Απήλθε γαρ άπαξ επισκέψασθαι τίνα αδελφόν ασθενούντα, και ερωτήσαντος του μεγάλου, ει επιθυμεί τινός ο αρρωστών, του δε αποκριναμένου, ολίγου τρυφερού άρτου, δια το τους μοναχούς άπαν¬τας τότε ποιείν τον άρτον του όλου ενιαυτού, ως επί το πολύ (ούτω γαρ ην το έθος του τόπου εκείνου), ευθέως αναστάς ο αξιομακάριστος εκείνος ανήρ, και περ τυγχάνων ετών ενενήκοντα, εκ της Σκήτεως εις την Αλεξάνδρειαν επορεύθη και ηλλάξατο τους ξηρούς άρτους, ους έλαβεν εν τω μηλωταρίω, εις απα¬λούς, και ήνεγκε τούτους τω αδελφώ.
Αλλά και ο όμοιος τούτω τω μεγάλω, ο αββάς Αγάθων, και τούτου μείζον ειργάσατο, ανήρ εμπειρότατος πάντων των κατ’ εκείνον τον καιρόν μοναχών, και την σιωπήν και την ησυχίαν υπέρ πάντας τιμών. Ούτος τοίνυν ο θαυμαστός εν καιρώ πανηγύρεως απήει πωλήσαι το εργόχειρον αυτού και εύρεν εν τη αγορά ξένον τινά ερριμμένον και ασθενούντα, και εμισθώσατο οίκον και έμενε παρ' αυτώ ταίς ιδίαις χερσίν εργαζό¬μενος και το τίμημα υπέρ αυτού δαπανώμενος, και υπηρέτει αυτώ μήνας εξ, έως αν ο εν ασθενεία ούτος γέγονεν υγιής. Ούτος (καθώς διηγείται η υπόθεσις) έλεγεν, ότι ήθελον ευρείν λωβόν και δούναι αυτώ το σώμα μου και λαβείν το αυτού. Αύτη εστίν η τελεία αγάπη.
Οι φοβούμενοι τον Θεόν, ω αγαπητέ, ευμαρώς προθυμούνται και προνοούσι φυλάξαι τάς εντολάς. Και εάν επ' έργοις εγγένηται πεσείν εις τάς χείρας αυτών η εύρεσις αυτών, και κίνδυνον υποφέρουσι χάριν αυτών. Εδέσμησε την τελειότητα αυτών και εκρέμασεν ο ζωοποιός εν δυσίν εντολαίς περιεχούσαις πάσας, τη αγάπη του Θεού και τη ομοία της κτίσεως αυτής, τη αγάπη της εικόνος αυτού.
Και η μεν πρώτη τον σκοπόν κατορθοί της θεωρίας του πνεύματος, η δε δευτέρα θεωρίαν και πράξιν. Διότι η φύσις η θεϊκή απλή εστί και ασύνθετος και αόρατος και ανενδεής κατά την φύσιν. Ου χρήζει γαρ η συνείδησις κατά την φύσιν εν τη αδολεσχία αυτής πράξεως σωματικής και ενεργείας τινός και εννοιών παχύτητος. Απλή γαρ εστίν η ενέργεια αυτής και εν τω ενί μέρει του νοός κατά την απλότητα της προσκυνητής αιτίας την υπέρ αίσθησιν της αισθήσεως της σαρκός ενεργεί. Η δευτέρα δε εντολή, ήτις εστίν η φιλανθρωπία κατά το διπλούν της φύσεως, ούτω και η μέριμνα της εργασίας αυτού εν διπλότητι εστί. Λέγω δε, ότι όπερ εν τη συνειδήσει πληρούμεν αοράτως, θέλομεν και εν τω σώματι πληρώσαι ομοίως, και ου μό¬νον φανερώς, αλλά και κρυπτώς. Και η εν τοις πράγμασι τελειουμένη, και εν τη συνειδήσει θέλει τελειούσθαι ωσαύτως.
Καθάπερ γαρ ο άνθρωπος εκ δυο μερών εγένετο, εκ ψυχής λέγω και σώματος, ούτω τα αυτού πάντα διπλώς φροντί¬ζονται, κατά το διπλούν της καταστάσεως αυτού. Και ότι προη¬γείται η πράξις της θεωρίας εν παντί τόπω, αδύνατον τίνα υψωθήναι εις το μέρος εκείνης της υψηλής, εάν μη πρώτον τελείωση την υποδεεστέραν τω έργω. Και νυν ουδείς άνθρωπος τολμά ειπείν περί της κτίσεως της αγάπης του πλησίον, ότι εν τη ψυχή αυτού κατορθοί, εάν απολειφθή του μέρους εκείνου, όπερ εν τω σώματι πληρούται την δύναμιν και κατά τον καιρόν και τον τόπον τον παρέχοντα χείρα εις το πράγμα. Τότε γαρ πιστεύεται, ότι η αγάπη η εν θεωρία κατέχεται και γνωρίζεται. Και ότε εν τούτοις γινόμεθα πιστοί και αληθινοί κατά το δυνα¬τόν, τότε προς το μέρος το μέγα της θεωρίας της υψηλής και θεϊκής δίδοται τη ψυχή δύναμις εκτείνεσθαι εν ταίς εννοίαις ταίς απλαίς και ανομοίοις. Όπου δε ουκ εστί τω ανθρώπω τη του πλησίον αγάπη τελειώσαι εν τοις πράγμασι τοις ορατοίς, και τω σώματι, αρκεί προς τον Θεόν ή εν τω φρονήματι μόνη τελειουμένη η αγάπη του πλησίον ημών, μάλιστα εάν το μέρος εκείνο του εγκλεισμού και της ησυχίας και η εν αυτή υπεροχή αρκούντως διαμείνη εν τη εργασία αυτής.
Εαν δε εξ όλων των μερών εκείνης της ησυχίας υστερούμεθα, πληρώσωμεν την έλλειψιν αυτής εις την μετ' αυτήν εντολήν, ήτις εστίν η πράξις η αισθητή, ην τίνα ως πλήρωμα της αναπαύσεως της ζωής ημών πληρώσωμεν εν τω κόπω του σώματος ημών, ίνα μη ευρεθή η ελευθερία ημών πρόφασις υποταγήναι τη σαρκί, ηνίκα εν τω αναχωρητικώ ονόματι μα¬ταίως κοπιώμεν. Δήλον γαρ, ότι ουκ επετράπη ο εκ της συντυχίας των ανθρώπων απορών τελείως και εν τω Θεώ εννοών ολοτελώς, ηνίκα εστί νεκρός εκ πάντων εν τη απ' αυτών αποχή, υπηρετείν και διακονείν τοις ανθρώποις. Ό δε έχων τον κανόνα της ησυχίας αυτού εν όρω εβδομάδων επτά ή καθ εβδομάδα, και μετά το πληρώσαι τον κανόνα αυτού άπαντα και συμμίσγεται τοις ανθρώποις και συμπαραμυθείται μετ' αυτών και αμελών εις τους εν θλίψεσιν όντας εαυτού αδελφούς, ηνίκα δοκεί κατέχειν εν δεσμώ τον εβδοματιαίον κανόνα, ούτος ανηλε¬ής και απότομος. Έκδηλον δε εστίν, ότι δια το μη έχειν ελεημοσύνην αυτόν και εκ της οιήσεως και εκ των ψευδών λογισμών εαυτού τοις τοιούτοις κοινωνήσαι ου συγκαταβαίνει πράγμασιν.
Ο καταφρονών του ασθενούς, ουκ όψεται φως, και ο αποστρέφων το εαυτού πρόσωπον εκ του εν στενοχωρία όντος, η ημέρα αυτού σκοτισθήσεται. Και του καταφρονούντος της φωνής του εν μοχθώ όντος, οι υιοί των οίκων εαυτού εν τη αορασία ψηλαφήσουσι.
Μή καθυβρίσωμεν το όνομα το μέγα της ησυχίας εν τη αγνωσία ημών. Πάση γαρ πολιτεία καιρός εστί και τόπος και διαφορά, και τότε τω Θεώ έγνωσται, ει δεκτή γενήσεται πάσα η εργασία αυτής. Και εκτός τούτων ματαία η εργασία αυτών πάντων των το μέτρον μεριμνώντων της τελειότητος. Ο προσδοκών παρακληθήναι και επισκεφθήναι την ασθένειαν αυτού εξ άλλων, ούτος ταπεινώσει εαυτόν και συγκοπιάσει τω πλησίον εαυτού εν τοις καιροίς, εν οίς πειράζεται, ίνα γένηται η εργασία αυτού εν χαρά εν τη ησυχία εαυτού, απέχουσα από πάσης οιήσεως και πλάνης των δαιμόνων. Ερρέθη τινι των αγίων, γνωστικώ όντι, ότι ουδέν δύναται λυτρώσασθαι τον μοναχόν εκ του της υπερηφανίας δαίμονος και συνεργήσαι τω όρω της εαυτού σωφροσύνης εν τω καιρώ της εξάψεως του πάθους της πορνείας, ως εκείνο, το τους ανθρώπους τους κατακειμένους εν ταίς εαυτών στρώμναις και τους κατατηχθέντας εν τη θλίψει της σαρκός επισκέπτεσθαι.
Μεγάλη εστίν η πράξις η αγγελική της ησυχίας, όταν διάκρισιν τοιαύτην συμμίξη εαυτή δια την χρείαν της ταπεινώσεως. Ένθα γαρ ου γινώσκομεν, κλεπτόμεθα και πορθούμεθα. Ταύτα είπον, αδελφοί, ουχ ίνα αμελήσωμεν και καταφρονήσωμεν εις το έργον της ησυχίας. Ημείς γαρ εις έκαστον τό¬πον περί τούτου πείθομεν, και ουκ εξ εναντίας των ρημάτων ημών ανθιστάμενοι ευρέθημεν νυν. Μηδείς λάβη και εξαγάγη λόγον γυμνόν εκ των λόγων ημών και αφή το υπόλοιπον και κράτηση αυτόν εν ταίς εαυτού χερσιν ανοήτως. Εγώ μνημονεύω, ότι εν τόποις πολλοίς είπον παρακαλών, ότι και εάν συμβή τινι εν αργία τελεία είναι εν τω εαυτώ κελλίω, δια την ανάγκην της ασθενείας ημών της επερχόμενης ημίν, χάριν τούτου ου δει επιλέγεσθαι τελείαν έξοδον εξ αυτού και την εξωτέραν εργασίαν κρείττονα είναι της εργασίας της εκείσε λογίσασθαι.
Έξοδον δε τελείαν είπον, ουχί εάν απαντήση ημίν εν καιρώ πράγμα αναγκαίον, ίνα εξέλθης εν αυτώ εβδομάδας τινάς του εμπορεύεσθαι εν αυταίς την ανάπαυσιν και την ζωήν του πλησίον σου, ήδη τούτο αργίαν ψήφιση και ασχολίαν λογίση. Εάν δε τις δοκήση εν εαυτώ, ότι τέλειος εστί και ανώτερος εκ πάντων των ενταύθα εν τη διαμονή αυτού τη προς τον Θεόν και τη αποχή εκ πάντων των ορωμένων πραγμάτων, ευλόγως και εκ τούτων παραιτησάσθω. Μεγάλη εστίν η εργασία της διακρίσεως των συνεργουμένων υπό του Θεού, ός τω ελέει αυτου δώη ημίν πληρώσαι τον λόγον εαυτού, ον είρηκε λέγων «ει τι θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Αυτώ η δόξα, και η τιμή εις τους αιώνας. Αμήν.
Πάλιν εν τη επιστολή σου έγραψας, ότι ο μοναχός ο θέλων αγαπήσαι τον Θεόν πλέον πάντων, μεριμνήσαι οφείλει περί της καθαρότητος της εαυτού ψυχής. Και καλώς είπας, εάν ικανοίς προς τούτο. Και επειδή έφης πάλιν, ότι ουκ έχει η ψυχή παρρησίαν εν τη ευχή, ή μη ακμήν τα πάθη νικήσασα, εμοί τα δυο ταύτα εναντία δοκεί, καίτοι ιδιώτης ειμί. Ει γαρ τα πάθη ουκ ενίκησε, πώς μεριμνά την καθαρότητα; Και επεί εκ του κανόνος της δικαιοσύνης της πνεύματικής ουκ επιτέτραπται αύτη, ότε τα πάθη αυτής ουκ ενίκησε, πώς ζητείς όπερ εστίν υψηλότερον αυτής; Ου γαρ εξ ων επιθυμεί τις γνωρίζεται ότι αγαπά, άλλ' εξ ων αγαπά καταλαμβάνεται ότι επιθυμεί. Ο πό¬θος γαρ κατά φύσιν προηγείται της επιθυμίας. Ει μη αγαπήσειεν, ουδέ επιθυμήσει. Τα πάθη γαρ θύρα είσι κεκλεισμένη επί πρόσωπον της καθαρότητος, και εάν την κεκλεισμένην θύραν μη ανοίξη τις, εις χώραν αγνήν και καθαράν της καρδίας ουκ εισελεύσεται.
Και εκείνο όπερ είρηκας, ότι ουκ εν παρρησία γίνεται η ψυχή εν τη ώρα της προσευχής, αληθώς έφης. Η παρρη¬σία γαρ ουχί μόνον υπεράνω των παθών εστίν, αλλά και της καθαρότητος. Και ούτω γίνεται η τάξις της παραδόσεως, καθώς λέγω ή μετά βίας υπομονή αντιπαλαίει τοις πάθεσιν υπέρ της καθαρότητος. Εάν ουν νικηθή τα πάθη, προσκτάται η ψυχή την καθαρότητα. Η καθαρότης δε η αληθής ποιεί κτάσθαι τον νουν παρρησίαν εν τη ώρα της προσευχής.
Άρα ουν και αυτήν ίσως, ην είπομεν καθαρότητα της ψυχής, αιτούμενοι εν προσευχή, υπό την μέμψιν εσμέν, η αυτή η αίτησις της υπερηφανίας και της οιήσεως, το αιτήσασθαι παρά του Θεού εκείνο, όπερ η θεία Γραφή και οι πατέρες ημών παραγγέλλουσι, και αυτός ο μοναχός οπίσω αυτού εξήλθεν εις την αναχώρησιν; Αλλ' εγώ νομίζω, άγιε, ότι, ώσπερ ο υιός ου διστάζει εις τον πατέρα αυτού και ουκ αιτείται παρ' αυτού, ούτω λέγων, δίδαξόν με τέχνην ή δός μοι τι, ούτω πρέπει τω μοναχώ μη διακρίνειν και αιτείσθαι παρά του Θεού, δός μοι τάδε και τάδε. Διότι γινώσκει, ότι υπέρ ο προνοείται ο πατήρ του υιού, η πρόνοια του Θεού εστίν εις ημάς.
Και δια τούτο λοιπόν πρέπει ημίν ταπεινώσαι εαυτούς και πενθήσαι υπέρ των αιτίων των παραπτωμάτων, των εκτός του θελήματος ημών, είτε εν τοις λογισμοίς, είτε εν τοις έργοις επράχθη παρ' ημών, και ειπείν εν καρδία συντετριμμένη το του τελώνου, «ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», και εργάσασθαι κρυπτώς και φανερώς όπερ εδίδαξεν ο Κύριος ει¬πών, «Όταν ποιήσητε πάντα τα προστεταγμένα υμίν, είπατε, ότι αχρείοι δούλοι εσμέν, ο ωφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν», ίνα η συνείδησις σου μαρτυρή σοι, ότι αχρείος ει, και χρείαν έχεις ελέους. Γινώσκεις δε και συ, και ότι ου τα έργα ανοίγουσι την θύραν την κεκλεισμένην την εν καρδία, αλλά καρδία συντετριμμένη και ταπείνωσις, ότε νικήσεις τα πάθη εν τη ταπεινώσει και ουκ εν τη περιφρονήσει. Εκείνος γαρ ο νοσών εν πρώτοις ταπεινούται και περί της υγιείας των εν αυτώ παθών μεριμνά, η και τότε εκζητεί γενέσθαι βασιλεύς. Η καθαρότης γαρ και η της ψυχής υγίεια εστίν η της ψυχής βασιλεία.
Και τις εστίν η βασιλεία της ψυχής; Ώσπερ ο νοσών ου λέγει τω πατρί αυτού, ποίησον με βασιλέα, αλλά μεριμνά, πρώτον περί της αρρωστίας αυτού και μετά την υγείαν εκ παντός η βασιλεία του πατρός αυτού εκείνου εστίν, ούτω και ο αμαρτωλός και μετανοών, λαμβάνων της εαυτού ψυχής την υγίειαν, εισέρχεται μετά του Πατρός εις την χώραν της φύσεως της καθαράς και βασιλεύει εν τη δόξη του Πατρός αυτού.
Ότε μνημονεύομεν του αγίου αποστόλου Παύλου τα εαυτού πλημμελήματα διηγουμένου και εν τω εσχάτω μέρει και κατωτέρω την εαυτού τιθεμένου ψυχήν. «Ιησούς Χριστός», φησίν, «εις τον κόσμον ήλθεν αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτος ειμί εγώ αλλά δια τούτο ηλέησέ με, ίνα εν εμοί πρώτον ενδείξηται άπασαν την εαυτού μακροθυμίαν». Διότι εξ αρχής διώ¬κτης ήμην και λοίδορος και βλάσφημος, αλλά ηλεήθην, ότι αγνοών έπραξα εν απιστία. Ταύτα πότε και εν ποίω καιρώ έλε¬γε; Μετά τους αγώνας τους μεγάλους και τα έργα τα δυνατά, μετά το κήρυγμα, ο εκήρυξεν εν όλω τω κόσμω, κατά το Ευαγγέλιον του Χριστού, μετά τους θανάτους τους συνεχείς και τάς θλίψεις τάς πολυτρόπους, ας έπαθεν εκ των Ιουδαίων και εκ των εθνών, αυτός ακμήν εν τοις εαυτού πρώτοις εΘεώρει. Και ουχί μόνον, ότι ουκ έφθασεν εις την καθαρότητα ενόμιζεν, άλλ' ουδέ ψηφισθήναι εις μαθητήν επενόησεν, ότι πρέπον εστίν. Έλεγε γαρ «ουκ ειμί άξιος καλείσθαι απόστολος, διότι εδίωξα την Εκκλησίαν του Χριστού». Και ότε υπέρ πάντας τους ανθρώπους την κατά των παθών νίκην εκέκτητο, έλεγεν «υπωπιάζω μου την σάρκα και δουλαγωγώ, μήπως, άλλοις κηρύξας, αυτός αδόκιμος γένωμαι».
Ει δε είπης, ότι και τα μεγάλα εν τόποις διηγείται περί εαυτού, αυτός πειθέτω σε περί τούτου. Λέγει γαρ, ως ουχ εκουσίως εποίησεν, ουδέ δι' εαυτού, αλλά δια το κήρυγμα. Και ηνίκα υπέρ της των πιστών ωφελείας διηγείται ταύτα, τίθησιν εαυτόν απάσης διανοίας εστερημένον της τοιαυτής χάριν καυχήσεως, βοών και λέγων, ως «υμείς με ηναγκάσατε» • και πά¬λιν, «ου κατά Κύριον λαλώ, αλλ' εν αφροσύνη εν τω τόπω της καυχήσεως». Ιδου ούτος ο κανών, ον έθηκεν ημίν ο άγιος Παύλος, ο δίκαιος και ευθύς.
Φυλάξωμεν λοιπόν αυτόν και ζηλώσωμεν εν αυτώ. Και το μεν ζητήσαι τα υψηλά παρά του Θεού, και ταύτα αυτού μη παρέχοντος μηδέ δωρουμένου, παραιτήσωμεθα' διότι ο Θεός γινώσκει τα σκεύη της εκλογής της υπηρεσίας εαυτού. Ο μακάριος γαρ Παύλος ουδέ μετά ταύτα ητήσατο την της ψυχής βασιλείαν, αλλ’ είπε «ηυχόμην ανάθεμα είναι από του Χριστού». Πώς ουν ημείς τολμήσωμεν και προ του καιρού του γινωσκομένου υπ' αυτού, αιτήσασθαι την βασιλείαν της ψυχής, μήπω μήτε τάς εντολάς τηρήσαντες, μήτε τα πάθη νικήσαντες, και το χρέος μη αποδόντες;
Παρακαλώ ουν, άγιε, ίνα μη επί τω λογισμώ σου ανέλθη τούτο, αλλά κτήσαι υπέρ άπαντα υπομονήν των επερχο¬μένων. Και εν ταπεινώσει μεγάλη και συντριμμώ καρδίας εν τοις καθ’ ημάς και τοις λογισμοίς ημών, αιτησώμεθα την των αμαρτιών ημών συγχώρησιν και την ταπείνωσιν της ψυχής.
Η γραφή υπό τίνος των αγίων, ότι όστις ου λογίζεται εαυτόν αμαρτωλόν, παρά τω Κυρίω ευχή αυτού ουκ εστίν ευ-πρόσδεκτος. Εάν δε είπης, ότι τίνες των πατέρων έγραψαν περί τούτων, τι εστί καθαρότης της ψυχής και τι υγίεια και τι απάθεια και τι θεωρία, ουχ ίνα ζητήσωμεν αυτά προ καιρού εν προσδοκία έγραψαν. Διότι γέγραπται, ότι «ουκ έρχεται η βασι¬λεία του Θεού εν παρατηρήσει προσδοκίας». Οι γαρ εν τούτω τω σκοπώ ευρεθέντες, υπερηφανίαν και πτώσιν εκτήσαντο. Αλλ' ημείς γε καταστήσωμεν την χώραν της καρδίας εν τοις έργοις της μετανοίας και ταίς πολιτείαις ταίς ευαρεστούσαις τω Θεώ, και τα του Κυρίου αφ' εαυτών έρχονται, εάν ο τόπος της καρδίας καθαρός και αμόλυντος γένηται. Εκείνα δε άπερ ζητούμεν εν παρατηρήσει, τα υψηλά φημι δη του Θεού, αδόκιμον εστί τούτο τη Εκκλησία του Θεού. Και οι λαβόντες υπερηφανίαν εκτήσαντο και πτώσιν. Και ου σημείον εστί τούτο του αγαπάν τίνα τον Θεόν, αλλά νόσος ψυχής. Και πώς ημείς ζητήσωμεν τα υψηλά του Θεού, όπου Παύλος ο θείος καυχάται εν ταίς θλίψεσι και την κοινωνίαν των παθημάτων του Χριστού ηγείται είναι τα υψηλά του Θεού;
Πάλιν εν τη επιστολή σου έγραψας, ότι ηγάπησεν η ψυχήσου αγαπήσαι τον Θεόν, αλλ' ουκ έφθασας το αγαπάν, εικαι επιθυμίαν του αγαπάν έχεις πολλήν και προς τούτω, ότι ηαναχώρησις της ερήμου ποθητή σοι εστί, και έδειξας εν τούτω, ότι η καθαρότης της καρδίας ήρξατο εν σοι και ή μνήμη του Θεού επιμελώς πυρούται και θερμαίνει εν τη καρδία σου. Και ταύτα, ει αληθή, μεγάλα εισί, γραφήναι δε παρά σου ουκ ήθελον. Ουκ έχουσι γαρ μίαν εξ αυτών τάξιν. Ει δε δια την ερώτησιν διηγήσω αυτά, άλλως ην η τάξις της ερωτήσεως. Ο γαρ λέγων, ότι ουκ έχει ακμήν παρρησίαν η ψυχή αυτού εν τη προσ¬ευχή, διότι ουκ ενίκησε τα πάθη, πώς τολμά ειπείν, ότι ηγά-πησεν η ψυχή αυτού του αγαπήσαι τον Θεόν; Ουκ έστι τρόπος του κινηθήναι εν τη ψυχή την θείαν αγάπην, ης οπίσω εν ανάχωρήσει μυστικώς τρέχεις, ει ουκ ενίκησε τα πάθη. Συ δε είπας, ότι η ψυχή σου τα πάθη ουκ ενίκησε, και τον Θεόν αγάπησαι ηγάπησεν, όπερ ουκ έχει τάξιν. Ό γαρ λέγων, ότι τά πάθη ουκ ενίκησε και αγαπήσαι τον Θεόν αγαπά, εγώ ουκ οίδα όπερ φησίν.
Αλλά συ λέγεις, ότι ουκ είπον αγαπώ, αλλ’ αγαπώ αγαπήσαι. Και ουδέ τούτο τόπον έχει, εάν η ψυχή μη η εν καθαρότητι. Εάν δε λόγον ψιλόν θέλης ειπείν, τούτο ου συ μό¬νος λέγεις, άλλ' έκαστος λέγει, ότι εθέλει αγαπήσαι τον Θεόν. Και ου μόνον οι Χριστιανοί, αλλά και ούτος ο λόγος οικείος εξ εκάστου λέγεται αλλ' εν τούτοις τοις λόγοις η γλώσσα μόνον κινείται, της ψυχής μη αισθανομένης το τί λέγει. Και πολλοί νοσούντες ουδέ αυτό, ότι νοσούσιν, επίστανται. Κακία γαρ νόσος εστί ψυχής και πλάνη, της αληθείας απώλεια, και οι πλείστοι των ανθρώπων εν τούτοις αρρωστούντες, υγείαν κηρύττουσι και υπό πολλών ευφημούνται. Εάν γαρ μη υγιάνη η ψυχή εκ της κακίας και σταθή εν τη υγεία τη φυσική, εν η εκτίσθη, όπως γεννηθή εκ της υγείας του πνεύματος, επιθυμείν άνθρωπον τα υπέρ φύσιν του πνεύματος ου δυνατόν εστί. Διότι, όσον εστίν η ψυχή εν τη νοσώ των παθών, ουκ αισθήσει αισθάνεται των πνευματικών, ουδέ επιθυμείν αυτά οίδεν, άλλ' εκ της ακοής των ώτων και των γραφών μόνον επιθυμεί.
Λοιπόν δικαίως άνωθεν είπον, ότι χρή τους επιθυμούντας της τελειότητος φυλάττειν πάσας τάς εντολάς διότι η ερ¬γασία η κρυπτή των εντολών ιατρεύει την δύναμιν της ψυχής. Και αύτη ουχ απλώς και ως έτυχεν εγένετο γέγραπται γαρ, ότι χωρίς εκχύσεως αίματος, ουκ εστίν άφεσις. Αλλά εν πρώτοις εν τη ενανθρωπήσει του Χριστού εδέξατο η φύσις ημών τον ανακαινισμόν και εκοινώνησε τω πάθει αυτού και τω θανάτω αυτού, και τότε μετά τον ανακαινισμόν της εκχύσεως του αίμα-τος ανεκαινίθη και ηγιάσθη η φύσις ημών και ικανή εγένετο δέξασθαι τάς εντολάς τάς νέας και τελείας. Ει γαρ εδόθη αυτοίς προ της εκχύσεως του αίματος, προ του ανακαινισθήναι και αγιασθήναι την φύσιν ημών, τάχα και αυται αι εντολαί αι νέαι, κατ' έκείνας τάς πάλαι την κακίαν έκοπτον εκ της ψυχής, μη δυνάμεναι την ρίζαν αυτήν της κακίας τέλεον εκτίλαι εκ της ψυχής. Νυν δε ουχ ούτως, αλλ' η κρυπτή εργασία η εξακολου-θούσα και αι εντολαί αι καιναί και πνευματικαί, ας η ψυχή φυλάττει εν τη περιβλέψει του φόβου του Θεού, ανακαινίζουσιν αυτήν και αγιάζουσι και κρυπτώς θεραπεύουσι πάντα τα μέλη αυτής. Ότι εκάστη εντολή οποίον πάθος εξιάται εν τη ψυχή ησύχως, δήλον εστί. Και της ενεργείας δε τούτων, ο τε ιατρεύων και ιατρευόμενος επαισθάνονται καθ' ομοιότητα της αιμόρρου γυναικός.
Συ γινώσκεις, ώ αγαπητέ, ότι, ει μη ιατρευθείη το εμπαθές μέρος της ψυχής και ανακαινισθείη εν τη πολιτεία του πνεύματος, ου κτήσεται υγίειαν, ουδέ ελευθερωθήσεται του λυπείσθαι εκ των απαντώντων αύτη πραγμάτων των εν τη κτίσει. Και αύτη η ιατρεία εστί, ταύτην γενέσθαι υπό της χάριτος καθάπερ επί των μακαρίων Αποστόλων, ότι εν τη πίστει ετελειώθησαν εν τη αγάπη του Χριστού. Και εστίν ότε νομίμως υποδέχεται η ψυχή την υγίειαν. Εκείνος γαρ ο εν τη εργασία των εντολών και τοις σκληροτέροις έργοις της πολιτείας της αληθούς νικήσας τα πάθη, γινωσκέτω, ότι την υγίειαν της ψυ¬χής νομίμως εκτήσατο και απεγαλακτίσθη από της σωματώσεως τούτου του κόσμου και εκόπη εξ αυτού το έθος των εαυτού προλήψεων και ανεγεννήθη ως εξ αρχής εν τοις πνευματικοίς και ενωράθη εν τη χάριτι εν τη χώρα του πνεύματος εν ταίς εννοίαις του εσωτέρου ανθρώπου και υπεδέξατο αυτόν κόσμος καινός ασύνθετος.
Όταν ανακαινισθή δε ο νους και η καρδία αγιασθή, πάσαι αι έννοιαι αι κινούμεναι εν αυτή κατά την φύσιν εκείνου του κόσμου, εν ω εισέρχεται, κινούνται. Πρώτον κινείται εν αυτώ ο πόθος των θείων, και επιποθεί την κοινωνίαν την μετά των αγγέλων και τάς αποκαλύψεις των μυστηρίων της γνώσε¬ως του πνεύματος. Και αισθάνεται ο νους αυτού της γνώσεως της πνευματικής των ποιημάτων και ανατέλλει εν αυτώ η θεω¬ρία των μυστηρίων της αγίας Τριάδος συν τοις μυστηρίοις της οικονομίας της προσκυνητής, της υπέρ ημών, και τότε ενούται ολοτελώς τη γνώσει της ελπίδος των μελλόντων.
Κατανόησον μοι λοιπόν εξ αυτών των πραγμάτων, ων σοι έγραψα, τα σα. Ει ηδύνατο η ψυχή, ηνίκα ην εγκεκλεισμένη εν τη χώρα των παθών, αγαπήσαι τον Θεόν εν αληθεία, ου πολλήν χρείαν είχε του ερωτήσαι και μαθείν τα μυστήρια του κόσμου του πνεύματος. Αλλά δήλον, ότι ουκ ωφελούσιν αι μαθήσεις και η γνώσις εν τοις πάθεσιν, ούτε δε ικανούσιν ανοίξαι την θύραν την αποκεκλεισμένην της καθαρότητος κατά πρόσωπον. Εάν δε ληφθώσι τα πάθη από της ψυχής, φωτίζε¬ται ο νους και συνίσταται εν τω τόπω τω καθαρώ της φύσεως, και ου χρήζει ερωτήσεως ότι τυλαυγώς θεωρεί τα αγαθά τα ευρισκόμενα εν τόπω αυτού.
Καθάπερ γαρ αι αισθήσεις ημών αι έξω ουκ εκ μαθήσεως και ερωτήσεως αισθάνονται των φύσεων και των πρα¬γμάτων των συγγινομένων εν αυταίς, αλλ' εκάστη των αισθή¬σεων φυσικώς, και ου μετά ερωτήσεως αισθάνεται του πράγματος του απαντώντος αυτή ου γαρ εστί διδαχή μεσιτεύουσα μεταξύ των αισθητικών και των αισθητών τω τυφλώ οπόσον αν λέγηται αυτώ περί της δόξης του ηλίου και της σελήνης και του χορού των αστέρων και της λαμπηδόνας των λίθων των τιμίων, εν ονομασία μόνον δέχεται και κρίνει και νοεί την ωραιότητα, ην έχουσιν, η δε γνώσις αυτού και η διάκρισις απέχουσιν από της ηδονής της οράσεως αυτών ούτω τον όμοιον τρόπον νοεί μοι και περί της θεωρίας του πνεύματος. Ο νους γαρ ο θεωρητικός των κτυπτών μυστηρίων του πνεύματος εάν η εν τη υγεία της φύσεως αυτού, θεωρεί αρτίως την δόξαν του Χριστού, και ουκ ερωτά και μανθάνει, αλλά τρυφά εν τη ηδονή των μυστηρίων του κόσμου του καινού υπεράνω της ελευθε¬ρίας του θελήματος, κατά την θερμότητα της πίστεως και της ελπίδος της εις τον Χριστόν, καθώς έγραψεν ο μακάριος Παύλος «ό βλέπομεν, τι και ελπίζομεν; Δι' υπομονής απεκδεχόμεθα».
Οφείλομεν λοιπόν απεκδέχεσθαι και εμμένειν μυστικώς και μετά απλότητος προς τον έσω ημών άνθρωπον, όπου ουκ εστίν εκτυπώματα των λογισμών, ουδέ θεωρία των συνθέ¬των. Διότι, ώσπερ ο νους βλέπει, ούτω δέχεται τα παραδείγματα. Όταν γαρ βλέπη προς τον κόσμον κατά την παραλλαγήν των σχημάτων, εν οίς αν μετεωρίζηται, κατά τοσούτον δέχεται εξ αυτών ο νους τύπους και ομοιώματα. Και ταύτα προς το μέτρον του πλήθους αυτών και προς την διαφοράν της αλλοιώσε¬ως αυτών κινούσιν εν αυτώ λογισμούς. Και όταν κινηθώσιν οι λογισμοί, σφραγίζουσι τον νουν. Εάν δε εις τον έσω άνθρωπον ο νους αποβλέπη, όπου ουκ έστι τι χρήσασθαι δυνατόν εν τη αλλοιώσει των σχημάτων, ουδ’ σύνθετος των συνθέτων διαιρείται εν τη αλλοιώσει των τύπων, αλλ' όλων εξ όλου Χριστός, δήλον ότι την απλήν θεωρίαν δέχεται ο νους, ης χωρίς ουδέν τι έτερον ευωδιάζει τον φάρυγγα της ψυχής και κτήσασθαι αυτήν παρρησίαν εν τη ώρα της προσευχής ποιείν πέφυκε διότι αυτή εστίν η τροφή της φύσεως της ψυχής. Και ηνίκα στη ο νους εν τη χώρα της επιγνώσεως της αληθείας, ου χρήζει της ερωτή-σεως.
Ώσπερ γαρ ο σωματικός οφθαλμός ουκ ερωτά, είτα βλέπει τον ήλιον, ούτως ουδέ ο της ψυχής οφθαλμός εξε¬τάζει πρώτον, και μετά τούτο θεωρεί την γνώσιν του πνεύματος. Ούτω και η θεωρία η μυστική, ην επιθυμείς, ώ άγιε, μετά την της ψυχής υγείαν αποκαλύπτεται τω νοΐ. Εκείνη δε η μετά εξετάσεως και ανακρίσεως μαθείν τοιαύτα μυστήρια θέλουσα αφροσύνη ψυχής εστί. Και γαρ ο μακάριος Παύλος ουκ εν μαθήσει ή εν τρόπω υλικώ είπεν, ότι είδε και ήκουσε μυστήρια και άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι, αλλ' αρπαγή ηρπάγη εις την χώραν την πνευματικήν και εθεάσατο την αποκάλυψιν των μυστηρίων.
Λοιπόν καί συ, ώ άγιε, εάν αγαπάς την καθαρότητα, κόψον εκ πάντων την αγάπην την εκκεχυμένην προς πάντας εισελθών έργασαι εν τη αμπέλω της καρδίας σου, έκτιλλον εκ της ψυχής σου τα πάθη, έργασαι μη γνώναι κακίαν ανθρώπου. Η καθαρότης βλέπει τον Θεόν, ουκ εξ αιτήσεως ανατέλλει και ανθεί εν τη ψυχή, αλλ' εκ του μη γινώσκειν κακίαν ανθρώπου τινός. Εάν δε θέλης, ίνα γένηται η καρδία σου τόπος μυστη¬ρίων του καινού κόσμου, πρώτον μεν πλούτησον εν έργοις σωματικοίς, νηστεία, αγρυπνία, λειτουργία, ασκήσει, υπομονή, καθαιρέσει των λογισμών και τοις λοιποίς. Δέσμευσον τον νουν σου εν τη αναγνώσει των Γραφών και τη μελέτη τη εν αυταίς, γράψον τάς εντολάς κατέναντι των οφθαλμών σου, και απόδος το χρέος των παθών, ηνίκα ηττάσαι και ηττάς. Και εν τη διηνεκεί ομιλία της ευχής και της λιτής και τη μελέτη τη εν αυταίς έκτιλλον εκ της καρδίας σου πάσαν εικόνα και πάν ομοίωμα, όπερ προληπτικώς προελήφθης.
Έθισον τον νουν σου αεί εν τοις μυστηρίοις της οικονομίας του Σωτήρος μελετάν, και άφες την αίτησιν της γνώσεως και της θεωρίας, άπερ υπερβάλλει την διήγησιν των λόγων, εις τον τόπον και τον καιρόν αυτών, και ακολούθησον τη εργασία των εντολών και τοις έργοις τοις υπέρ της καθαρότητος, και αίτει σεαυτώ παρά Κυρίου εν τη προσευχή λύπην πυρός πεπυρωμένην εν πάσιν (ην και ταίς καρδίαις των Αποστόλων και των μαρτύρων ενέθηκε και των πατέρων), ίνα στάξη εν τη καρδία σου και αξιωθής της πολιτείας της διανοίας. Η αρχή και το μέσον και το τέλος της πολιτείας ταύτης ταύτα εστίν η εκκοπή πάντων τη ενώσει τη εν Χριστώ. Εάν δε επιθυμής της θεωρίας των μυστηρίων, εν έργοις έργασαι τάς εντολάς εν σεαυτώ, και μη εν τη καταδιώξει της γνώσεως αυτών. Η θεω¬ρία η πνευματική εν τη χώρα της καθαρότητος ενεργεί εντός ημών. Και συ ζήτησον πρώτον μαθείν, πώς εισέρχη εις την χώραν των μυστηρίων του πνεύματος, και ούτως άρξαι.
Πρώτον των μυστηρίων καλείται η καθαρότης, η συνισταμένη εκ της ενεργείας των εντολών, θεωρία δε εστίν η θεωρία η πνευματική του νοός, το εκπλήττεσθαι και κατανοείν εν πάσιν οίς εγένοντο και γεννήσονται. θεωρία εστίν η όρασις του νοός, εκπλήττεσθαι επί τη οικονομία του Θεού τη εν πάση γενεά και γενεά, και κατανοείν τάς δόξας αυτού και τα δυσχερή του καινου κόσμου, εν οίς συντρίβεται η καρδία και ανακαινίζε¬ται και καθ' ομοιότητα των εν Χριστώ νηπίων εν γάλακτι χωρίς κακίας, και εθίζεται εν τοις μυστηρίοις του πνεύματος και εν ταίς αποκαλύψεσι της γνώσεως, επαιρόμενος από γνώσεως εις γνώσιν και από θεωρίας εις θεωρίαν και από κα¬τανοήσεως εις κατανόησιν και μανθάνει και κραταιούται μυστικώς, έως αν υψωθή εν τη αγάπη και ενωθή εν τη ελπίδι και ενδομυχήση εν αυτώ η χαρά και υψωθή εν τω Θεώ και στεφανωθή τη δόξη τη φυσική της εαυτού δημιουργίας, εν η εκτίσθη.
Εν ταύταις ταίς νομαίς του πνεύματος ανέρχεται ο νους εν ταίς αποκαλύψεσι της γνώσεως και πίπτει και εγείρεται, και νικά και ηττάται, και τηγανίζεται εν τη καμίνω του κελλίου και ούτω καθαίρεται, και γίνεται έλεος και πρακτικώς αξιούται της θεωρίας της αγίας Τριάδος, ης εν επιθυμία υπάρχει, θεωρίαι γαρ των φύσεων, εν αίς ο νους υψούται και ενεργεί και γυμνάζεται, τρεις εισί δυο των φύσεων των κτιστών, των λογι¬κών και αλόγων, και πνευματικών και σωματικών, και η άλλη της αγίας Τριάδος. Πρώτον μεν ουν εις πάν κτίσμα ελθόν, εις την κτίσιν γίνεται η θεωρία, και διέρχεται δι' αυτής ο νους εν τη αποκαλύψει της γνώσεως. Τοις δε μη υποπίπτειν τη αισθήσει πεφυκόσι, θεωρία γίνεται εν αυτοίς νοητή. Και ο νους έχει θεωρίαν του θεωρείν εαυτόν, εν η οι έξω φιλόσοφοι μετεωρίσαντο την διάνοιαν εαυτών εν τη φαντασία των κτισμάτων.
Η θεωρία ουν των υιών του μυστηρίου της πίστεως μετά της πίστεως συγκεκολλημένη εστί και εν τω λειμώνι των Γραφών ποιμαίνεται, ήτις συνάγει τον νουν από παντός μετεωρισμού εξωτέρου και δεσμεύει αυτόν εν τη ενώσει του Χριστού, καθ' ομοιότητα Βασιλείου και Γρηγορίου, και εις τους μυστικούς λόγους τους τεθέντας εν τη Γραφή γεύεται η θεωρία αυτού. Και οι μη καταλαμβανόμενοι υπό της γνώσεως λόγοι, δεκτοί διά της πίστεως υφ' ημών γίνονται, και εν τη θεωρία δεχόμεθα γνώσιν υπέρ αυτών, ήτις γίνεται εν ημίν μετά την κάθαρσιν. Και δια τα μυστήρια του πνεύματος τα υπέρ την γνώσιν, ων αι αισθήσεις του σώματος ουκ αισθάνονται, ουδέ το λογικόν του νοός, εδωκεν ημίν ο Θεός πίστιν, εν η γινώκοσμεν μόνον, ότι είσί, και εξ αυτής της πίστεως γεννάται ημίν η έλπις υπέρ αυτών. Εν τη πίστει εξομολογούμεθα, ότι ο Θεός Κύριος και δεσπότης και κτίστης και δημιουργός των απάντων εστί, και εν τη γνώσει διακρίνομεν, ότι δέον ημάς φυλάξαι τάς εντολάς αυτού και νοήσαι τούτο, ότι τάς εντολάς τάς παλαιάς ο φόβος φυλάττει, καθώς είπεν αυτός τάς δε ζωοποιούς εντολάς του Χριστού η αγάπη φυλάττει, καθώς είπεν «εγώ τετήρηκα τάς εντολάς του Πατρός μου και μένω αυτού εν τη αγάπη».
Δήλον ουν, ότι ουκ εν φόβω φυλάττει ο υιός τάς του πατρός αυτού εντολάς, αλλ' εξ αγάπης. Και δια τούτο πα¬ραγγέλλει ημίν, ίνα και ημείς εξ αγάπης τηρήσωμεν τάς εντολάς, καθώς λέγει «εάν αγαπάτε με, τάς εντολάς μου τηρήσετε, και εγώ ερωτήσω τον Πατέρα μου, και άλλον Παράκλητον πέμψει υμίν». Παρουσίαν του Παρακλήτου καλεί τα χαρίσματα της αποκαλύψεως των μυστηρίων του πνεύματος, ως είναι εν τη υποδοχή του Πνεύματος, ην οι Απόστολοι εδέξαντο, την τελείωσιν της γνώσεως της πνευματικής. Και τον Παράκλητον ο Κύριος καθωμολόγησε και υπέσχετο ερωτήσας τον Πατέρα εαυτού δούναι αυτοίς, όπως διαμένη μετ' αυτών εις τους αιώ¬νας μετά την εργασίαν των εντολών και την κάθαρσιν.
Οράς, ότι εκ της φυλακής των εντολών αξιούται ο νους της χάριτος της θεωρίας της μυστικής και της αποκαλύψεως της γνώσεως του πνεύματος, ουχ ως η σοφία σου υπενόησεν, ότι το έργον της φυλακής των εντολών αναχαιτισμός της θεωρίας των θείων μυστηρίων, των εν τη ησυχία τελειουμένων εστί; Παρακαλώ ουν σε, εάν αισθηθής εν τη ψυχή σου, ότι έφθασας την χώραν της αγάπης, τήρησον τάς εντολάς της νέας, δια τον πόθον του τεθεικότος αυτάς, αλλά μη δια τον φόβον. Καθώς και ο μακάριος Παύλος ηνίκα επυρούτο εν τη αγάπη τη θεία, είπε «τις χωρίσει με από της αγάπης του Χριστού; θλίψις ή φυλακή ή διωγμός;» και τα εξής. Και πάλιν προστίθησι «πέπεισμαι γαρ, ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα δύνανται με χωρίσαι από της αγάπης του Θεού, της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών». Και ίνα μη νομισθή, ότι τον μισθόν τον πολύν ή την τιμήν ή την δόσιν την υπερβάλλοοσαν των πνευματικών επιθυμεί, καθώς η ση αγιωσύνη επιθυμεί, είπεν «ηυχόμην ανάθεμα είναι από Χριστού, ίνα οι αλλότριοι οικειωθώσιν αυτώ».
Και ίνα γνώς ότι ου την θεωρίαν την μυστικήν και αναχωρητικήν ην καταδιώκων καθ' ομοιότητα της σης πατροσύνης, αλλ' εκείνην επιθυμεί, ης πολλάκις τίνες δια της χάριτος ηξιώθησαν, άκουσον τι φησιν εν άλλω τόπω «εάν ταίς γλώσσαις των αγγέλων λαλώ και των ανθρώπων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών, ή κύμβαλον αλαλάζον καν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάναι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί». Ότι η θυρα η νόμιμη η εισφέρουσα εις ταύτα, η αγάπη εστίν. Εάν κτησώμεθα αγάπην, αύτη εισφέρει ημάς εις ταύτα. Εάν δε εν χάριτι αξιωθώμεν τούτων χωρίς αγάπης, πάντως ποτέ γενήσεται ημίν αποκτήσασθαι αυτά. Η κτήσις γαρ και ο φρουρός των υψηλότερων αγίων και της θείας πολι¬τείας η αγάπη εστίν. Ευθέως γαρ ηνίκα αποκτήσηται ο μοναχός την αγάπην, η καρδία αποκτάται την ειρήνην (αύτη δε εστί το σκήνωμα του Θεού) και αποκλείεται αυτώ η θύρα της χάριτος, εν η ο Κύριος ημών εισελεύσεται και εξελεύσεται, καθώς είπεν ότι «εγώ ειμί η θύρα της ζωής και εν εμοί ο άνθρωπος εισ¬ελεύσεται ζήσαι και νομήν ευρήσει» εις αναστροφήν της εαυτού ζωής της πνευματικής. Ένθα μήτε υπό κακίας μήθ' υπό πλάνης αναχαιτίζεται, αλλ' εν πάσαις ταίς αναβάσεσι των αποκαλύψεων της γνώσεως και των θεωριών των μυστικών εισά¬γει αυτόν και εξάγει η θεία αγάπη κατά τους ελευθέρους του Χριστού.
Και ίνα γνώς την αλήθειαν τούτων, ως εν αληθεία η πνευματική ζωή του νοός θεωρία θεία εστίν, άκουσον του με¬γάλου Παύλου. Αυτός γαρ βοά, ότι ουκ ευδοκώ εν αυτή χωρίς της αγάπης, και εάν εις την πύλην την νομίμην της αγάπης ουκ εισελεύσωμαι, ήτοι προς θεωρίαν, ουδέ επιθυμία επιθυμήσω την αγάπην, και αν δοθή μοι κατά χάριν, ηνίκα ουκ εκτησάμην την αγάπην, ου ζητώ αυτήν επεί ουκ εισήλθαν προς αυτήν δια της θύρας της φυσικής, ήτις εστίν η αγάπη.
Δει ουν πρώτον κτήσασθαι αγάπην, ήτις εστίν θεωρία η προτέρα της αγίας Τριάδος, και μετά ταύτα χωρίς δόσε¬ως έσται μοι φυσικώς η των πνευματικών θεωρία. Κατανόη¬σαν μοι την σοφίαν του μακαρίου Παύλου, όπως κατέλιπε πάντα τα χαρίσματα τα μεταδιδόμενα υπό της χάριτος και ητήσατο την υπόστασιν αυτήν των πραγμάτων, ήτις υποδέχεται τα χαρί¬σματα και φυλάττει αυτά, καθώς τις λέγει το χάρισμα της θε¬ωρίας των κτισμάτων και τω Μωσεί εδόθη, και πολλοί αυ¬τής ηξιώθησαν, όμως ουκ εν βεβαιώσει, άλλ' εν αποκαλυψει. Εγώ δε ο βαπτισθείς εν τω Πνεύματι τω αγίω και πεπληρωμένος χάριτος υπάρχων θέλω δέξασθαι αίσθησιν εντός μου του ενοικούντος εν εμοί Χριστού. Ο Χριστός γαρ εποίησε τον ανακαινισμόν της φύσεως ημών εν τη εαυτού υποστάσει, και ενεδυσάμεθα αυτόν εξ ύδατος και Πνεύματος, και εν μυστηρίω αρρήτων ήνωσεν ημάς εαυτώ, και εποίησεν ημάς μέλη του εαυτού σώματος αλλ' ενταύθα μεν εν αρραβώνι, εν δε τω καινώ κόσμω φυσικώς μεταδιδοί της ζωής τοις λοιποίς μέλεσι. Λοιπόν τι θέλεις και ζητείς την θεωρίαν προ της αγάπης, όποτε Παύλος ο θείος αδόκιμον αυτήν εποίησεν εκτός αγάπης;
Εκείνο γαρ ο είπας, ότι η εργασία των εντολών αναχαιτίζει με της θεωρίας, δήλον ότι έψεξας την του πλησίον αγάπην και προέκρινας την θεωρίαν και επιθυμείς ιδείν αυτήν, ένθα ου θεωρείται, έως ότε ημείς ου δυνάμεθα ιδείν την θεωρίαν, ω σοφώτατε, άλλ' η θεωρία αυτή δεικνύει ημίν εαυτήν εν τω εαυτής τόπω. Καθάπερ εν τη αυξήσει της ηλικίας της φύσεως δέχεται η ψυχή την διαφοράν της γνώσεως και αισθάνεται των του κόσμου και γυμνάζεται εν αυτοίς ημέραν καθ' ημέραν, ούτω και εν τοις του πνεύματος δέχεται τις την θεωρίαν την πνευματικήν και την θείαν αίσθησιν, και γυμνάζεται εν αυτοίς, καθ' όσον αυξάνει ο νους εν τη πολιτεία της διανοίας, και προ-κύπτει επί το έμπροσθεν. Εάν δε φθάση την χώραν της αγάπης θεωρεί τα πνευματικά εις τον τόπον αυτών, άτινα καθ' όσον αν τις βιάσηται καταβιβάσαι προς αυτόν, ου πείθονται. Εάν δε φαντασθή τολμηρώς και θεώρηση και κατανοήση εν αυτοίς εν ου καιρώ, αμβλυωμπεί ευθύς η όρασις αυτού, και φαντασίαι και τύποι αντί των αληθινών θεωρούνται αυτώ.
Ταύτα αρτίως ηνίκα αν λάβης εν τω νοί σου τω διακριτικώ, μη ζήτησης την θεωρίαν εν ου καιρώ. Εάν δε και νυν δοκή σοι οράσθαι την θεωρίαν, σκιά εστί της φαντασίας, και ου θεωρία η θεωρία. Ότι παντί νοητώ γίνεται ομοίωμα και τύπος φαντασίας και πάλιν γίνεται εν αυτώ και θεωρία αληθινή. Ιδού γαρ και ταίς φυσεσι ταίς συνθέτοις γίνεται φαν¬τασία, και εστίν ότε έχουσι και θεωρίαν αληθινήν. Εάν δε η θε¬ωρία αληθής, το φως ευρίσκεται κακείνο το θεωρούμενον πλησίον της αληθείας θεωρείται. Όταν δε γένηται εξ εναντίας τούτων, σκιάν αντί της αληθείας θεωρεί ο οφθαλμός, ότε θεωρεί ύδωρ, όπου ουκ εστίν ύδωρ, και οικοδομάς επηρμένας και κρεμαμένας εν τω αέρι, και εισίν εν τη γη κείμεναι. Εν τη τοιαύτη δηλώσει των σωματικών, το αυτό νοεί μοι και επί των νοητών.
Εαν μη καθαρισθη η όρασις του νοός εν τη εργασία των εντολών και εν ταίς πράξει των πολιτειών της ησυχίας,και κτήσηται το φως της αγάπης εν τελειότητι και αυξηθή εν τη ηλικία της καινότητος του Χριστού και εν τη διαφορά της γνώσεως πλησίον γένηται των πνευματικών φύσεων εν τη τά¬ξει, εν η ζητεί την αγγελικήν πολιτείαν του Πνεύματος, ου δύναται θεωρητικός αληθινός γενέσθαι της θείας θεωρίας. Και όσα ομοιώματα τίνα νομίζει ο νους υπέρ αυτών ποιείσθαι, φαντασία λέγεται και ουκ αλήθεια. Και τούτο, το θεωρείν άλλο τι αντ' άλλου τον νουν, εκ του μη καθαρεύειν συμβαίνει αυτόν. Η φύσις γαρ της αληθείας αναλλοίωτος μένει αεί, μη αλλοιουμένη ποτέ εις ομοιώματα. Η αιτία της φαντασίας των εικόνων, η ασθένεια και ουχ η καθαρότης εστί του νοός.
Τούτο συνέβη και τοις έξω φιλοσόφοις, επειδή ταύτα ενόμισαν είναι τα πνεύματικά, περί ων διδαχήν αληθινήν εκ του Θεού ουκ εδέξαντο. Εκ γαρ του σφιγμού και της κινήσεως του λογιστικού αυτών και εκ των εννοιών των λογισμών αυτώ έδοξαν τη οιήσει αυτών, ότι εισί τι. Και μετά τούτου, και πώς εισί διελογίσαντο, ίνα η εύρεσις της γενέσεως αυτών και η άλλοίωσις της αφομοιώσεως αυτών αυτοίς γένωνται τα αμφότερα. Και διελάλησαν περί αυτών εν οιήσει τη μη καθηκούση και τον ένα Θεόν εις πολυθεΐαν κατεμερίσαντο και ελάλησαν και συνέθεντο εν τη αδολεσχία των λογισμών αυτών. Και ταύτην την φαντασίαν της παραφρονήσεως των λογισμών αυτών θεωρίαν εκάλουν των φύσεων.
Θεωρία ουν η αληθινή των φύσεων των αισθητών και αναίσθητων και αυτής της αγίας Τριάδος, εν τη του Χριστού αποκαλύψει προσγίνεται, ην εδίδαξε και έδειξε τοις ανθρώποις, ηνίκα εν πρώτοις εποίησεν ανακαινισμόν εν τη εαυτού υποστάσει τη φύσει τη ανθρωπίνη, και κατέτριψεν ημίν οδόν εν εαυτώ του διαβήναι εν ταίς ζωοποιοίς αυτού εντολαίς προς την αλήθειαν. Και τότε ικανή η φύσις γενέσθαι θεωρητική της αλη¬θινής θεωρίας, αλλά μη της φανταστικής, οπόταν ο άνθρωπος εν πρώτοις εν τη υπομονή των παθών και τη εργασία και τη θλίψει αποδύσηται τον παλαιόν άνθρωπον των παθών, καθώς σποδύεται το βρέφος το ευθυγενές το της μήτρας ένδυμα. Τότε ικανός ο νούς γεννηθήναι πνευματικώς και οραθήναι εν τω κόσμω του πνεύματος και δέξασθαι θεωρίαν της πατρίδος αυτού
Η θεωρία ουν αρτίως των ποιημάτων, ει και γλυκεία εστίν, αλλά σκιά εστί της γνώσεως, και ουκ εστίν η γλυκύτης αυτής αφωρισμένη εκ της των ονείρων φαντασίας, θεωρία ουν του καινού κόσμου εν τω πνεύματι αποκαλύψεως, εν η κατατρυφά ο νους πνευματικώς, της χάριτος εστίν ενέργεια, αλλ’ ου σκιά της γνώσεως. Και ουκ εστίν η ηδυτης αυτής αφωρισμένη εκείνης, ης έγραψεν ο Απόστολος, «α οφθαλμός», λέγων, «ουκ είδε, και ους ουκ ήκουσεν, ουδέ επί καρδίαν ανθρώπου ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν», τοις αγίοις δε απεκάλυψεν ο Θεός δια του Πνεύματος αυτού. «Αυτό γαρ το Πνεύμα πάντα ερευνά και τα βάθη του Θεού». Και αύτη η θεωρία γίνεται τροφή τω νοΐ, έως αν ισχύση δέξασθαι θεωρίαν υψηλοτέραν της πρώτης θεωρίας. Διότι η θεωρία τη θεωρία μεταδίδωσι, μέχρις αν εισαχθείη εις την χώραν ο νους της τελείας αγάπης. Η αγάπη γαρ τόπος εστί των πνευματικών και εν τη καθαρότητι της ψυ-χής αυλίζεται, και ότε σταθή ο νους εν τη χώρα της αγάπης, ενεργεί η χάρις και δέεται ο νους την θεωρίαν του Πνεύματος και γίνεται θεωρητικός των κρυπτών.
Είπον γαρ, ότι εκ δύο δίδοται το χάρισμα των αποκαλύψεων της θεωρίας του νοός. Έστι γαρ ότε δια της χάριτος εκ της θερμότητος της πίστεως δίδοται, εστί δ' ότε εκ της των εντολών εργασίας και της καθαρότητος. Εκ της χάριτος μεν, καθώς προς τους μακαρίους Αποστόλους, ουκ εκ της εργασίας των εντολών τον νουν καθηραμένους και της αποκαλύψεως της θεωρίας αξιωθέντας, αλλ' εκ της θέρμης της πίστεως διότι επίστευσαν εις τον Χριστόν εν απλότητι και ηκολούθησαν αυτώ εν καρδία διαπύρω αδιστάκτως. Και ότε ετελείωσε την οικονομίαν αυτού την προσκυνητήν, απέστειλεν αυτοίς το Παράκλητον Πνεύμα και εκάθηρε και ετελείωσε τον νουν αυτών και ενεργη¬τικώς ενέκρωσεν εντός αυτών τον παλαιόν άνθρωπον των πα¬θών, και ενεργητικώς εζωοποίησεν εν αυτοίς τον καινόν του Πνεύματος άνθρωπον και εδέξαντο την αίσθησιν των αμφοτέρων αυτών.
Ούτω και ο μακάριος Παύλος ανεκαινίσθη μυστικώς, και ούτως εδέξατο την θεωρίαν της αποκαλύψεως των μυ¬στηρίων, και συν τούτοις ουν ην πεποιθώς εις αυτήν. Ενεργητι¬κώς εδέξατο την χάριν και δωρεάν, αλλ’ όλον τον της ζωής αυτου χρόνον εποίει τον δρόμον, ίνα ανταποδώση κατά τον δυνα¬τόν τη χάριτι, ης ηξιώθη, εξ ότου συνωμίλησεν αυτώ εν τη οδώ, ως οικείω, και απέστειλεν αυτόν είς Δαμασκόν. Ουκ εγράφη, ότι ωμίλησεν αυτώ φανερώς ο Ιησούς, άλλ', ως και ο Ανανίας γρά¬φει, ότι είπεν αυτώ' «Σαούλ αδελφέ, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο οφθείς σοι εν τη οδώ, απέστειλε με προς σε, όπως αναβλέψωσιν οι οφθαλμοί σου και πληρωθής Πνεύματος αγίου». Και ότε εβάπτισεν αυτόν, ενεπλήσθη Πνεύματος αγίου και ησθήθη των μυστηρίων των αποκαλύψεων των αποκρύφων, καθώς ενηργήθη και τοις αγίοις Αποστόλοις ηνίκα συν αυτοίς ανεστρέφετο ο Ιησούς είπεν «ότι πολλά έχω λέγειν υμίν, άλλ' ου δύνασθε βαστάζειν άρτι Όταν δε έλθη το Πνεύμα το άγιον, εκείνο οδηγήσει ημάς εις πάσαν την αλήθειαν και τα μέλ¬λοντα αναγγελεί υμίν».
Και ο μακάριος Παύλος δηλονότι ηνίκα εδέξατο το Πνεύμα το άγιον και ανεκαινίσθη εν αυτώ, ηξιώθη των μυστη¬ρίων της αποκαλύψεως και εν τω Πνεύματι των αποκαλύψεων εΘεώρει και ετρύφα εν τη θεωρία, και ήκουσεν άρρητα ρήματα, και εΘεώρει θεωρίαν υψηλοτέραν της φύσεως, και απήλαυσεν εν ταίς θεωρίαις των ουρανίων δυνάμεων, και των πνευματι¬κών πραγμάτων ην κατατρυφών. Και τούτο μη γένοιτο, ως καταφρονούσιν οι αιρετικοί οι λεγόμενοι Ευκτίται, ότι την άνοδον εκείνην ανήλθε θελήσει αυτού (ουδέ όλως δύναται ο νους ανελθείν εκείσε), αλλ' αρπαγή ηρπάγη εν τω Πνεύματι των αποκα¬λύψεων, καθώς γέγραφεν εν τη προς Κορινθίους επιστολή εξ εναντίας των ματαίων ανθρώπων, οίτινες αφωμοίουν εαυτούς τοις αγίοις Αποστόλοις και ωμολόγουν τάς φαντασίας των λογι-σμών αυτών και εκάλουν αυτάς πνευματικάς θεωρίας. Τούτο προς αιρετικούς πολλούς ευρέθη, λέγω δη του Ωριγένους εγγύς, και του Ουαλεντίνου, και του υιού του Δισσάν, και του Μαρκίωνος, και του Μάνεντος, και των λοιπών παλαιών αιρεσιαρχών των κακών αιρέσεων, των από των καιρών των Αποστόλων αρξαμένων και έως της σήμερον ευρισκομένων εν τόποις τόποις.
Λοιπόν διότι τίνες εν τη φαντασία των δαιμόνων εφθαρμένοι άνθρωποι ηθέλησαν φθείραι την διδαχήν των μακα¬ρίων Αποστόλων, ηναγκάσθη ο θείος Απόστολος καταλύσαι το καύχημα των αιρετικών, των καυχωμένων εν τη σκιά της εργασίας των δαιμόνων των φαινομένων αυτοίς, ηνίκα διηγείται την θείαν θεωρίαν την εαυτού εν ταπεινώσει και φόβω πολλώ, εις πρόσωπον άλλου αναφέρων αυτήν. «Είδον», γαρ φησιν, «άνθρωπον εν Χριστώ προ ετών δεκατεσσάρων, είτε εκτός του σώματος, είτε εν σώματι, ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν, αρπαγέντα εις τον παράδεισον και ακούσαντα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι».
Αρπαγή ουν ηρπάγη, λέγει, και ουχ ότι εκουσίως ανήλθεν εν τω νοΐ αυτού εν τη θεωρία εις τον τρίτον ουρανόν. Αλλ' ότι είδε θεωρίας έγραψε και ότι ήκουσε ρήματα είπε, τίνες δε εισίν οι λόγοι ή οι τύποι των θεωριών, ουκ ηδυνήθη γράψαι. Ο γαρ νους ηνίκα εν τω Πνεύματι της αποκαλύψεως είδεν αυτά εν τω εαυτώ τόπω, ουκ εδέξατο παράθεσιν λαλήσαι αυτά εν τω τόπω τω μη ιδίω αυτών. Ούτε δε ει ηθέλησε λαλήσαι αυτά ηδυ¬νήθη. Διότι ουκ εν ταίς σωματικαίς αισθήσεσιν είδεν αυτά. Όπερ γαρ δέχεται ο νους εν ταίς αισθήσεσι του σώματος, δύναται πάλιν και εν αυταίς ερμηνεύσαι εν τη χώρα των σωμάτων, όπερ δε εντός εαυτού εν τη χώρα του πνεύματος αισθητικώς θεωρεί ή ακούει ή αισθάνεται, ηνίκα στρέφεται προς το σώμα, ουχ ικανοί διηγήσασθαι μνημονεύει δε μόνον ότι είδεν αυτά, πώς δε, ου τρανώς γινώσκει διηγήσασθαι.
Και εκ τούτου ελέγχονται αι γραφαί αι ψευδείς, αι καλούμεναι αποκαλύψεις, αι εκτιθείσαι υπό των αιρεσιαρχών των εφθαρμένων αιρέσεων εν τη φαντασία των δαιμόνων περί των μονών του στερεώματος, εν αίς άγουσι τον νουν εις το μαθείν εκουσίως και περί των εισόδων των εις τον ουρανόν του νοός και περί των τόπων των αφωρισμένων τη κρίσει, και περί των πολυτρόπων τυπων των δυνάμεων, και περί της ενεργείας αυτών, άπερ πάντα σκιά του νοός του μεμεθυσμένου εν τη οιήσει και παραπεπληγμένου εν τη εργασία των δαιμόνων. Δια τούτο ο μακάριος Παύλος ενί λόγω απέκλεισε την θύραν εις το πρόσω-πον της απάσης θεωρίας και εισήνεγκε τον αποκλεισμόν αυτής εντός της σιωπής. Ένθα ουδέ ει ηδυνήθη ο νους δείξαι αυτά, παράθεσιν εδέξατο αν. Είπε γαρ πάσας τάς θεωρίας, ας ικανοί εν τη χώρα δείξαι των σωμάτων η γλώσσα, φαντασίαι είσι των λογισμών της ψυχής, αλλ' ουκ ενέργεια χάριτος.
Λοιπόν η οσιότης σου, ως μνημονεύουσα τούτων, παρατήρησαί μοι τάς φαντασίας των λογισμών των βαθέων. Προς μοναχούς γαρ έχοντας αγχίνοιαν και εξετάζοντας τάς κενο¬δοξίας και επιθυμούντας τάς καινουργίας, τους εν προσώπω διάγοντας, μάλιστα ο πόλεμος ούτος γίνεσθαι πέφυκε.
Μαλπάς γαρ τις ονόματι εξ Εδέσσης έλκων το γένος, εν καιρώ τινι ην ευρηκώς την αίρεσιν των Ευκτιτών εν πο¬λιτεία μεγάλη διάγων και έργοις βιαιοτέροις εγκαρτερών και εν θλίψεσι. Λέγεται γαρ ότι μαθητής ων του μακαρίου Ιουλιανού, του καλουμένου Σαβά, εν καιρώ ολίγω απήλθε μετ'αυτού εις το Σίναιον και είς Αίγυπτον και είδε τους μεγάλους πατέρας τους εν εκείνω τω καιρώ, είδε τον μακάριον Αντώνιον και ήκουσεν εξ αυτού μυστικούς λόγους, ους περί καθαρότητος ελάλει και σωτηρίας ψυχών, και ήκουσεν ερωτήσεις λεπτάς περί των παθών, δι' ων ηρμήνευεν, ότι έχει ο νους θεωρίας περί των μυστη¬ρίων του Πνεύματος μετά την εαυτού κάθαρσιν και ότι η ψυχή δύναται δια της χάριτος αξιωθήναι της απαθείας, όταν αποδόσηται τη εργασία των εντολών τα πάθη τα παλαιά και σταθή εν τη υγιεία της φύσεως εαυτής της πρώτης.
Και ότε ήκουσε τους λόγους τούτους ο Μαλπάς εν τη ακμή της νεότητος αυτού, εθερμάνθη καθάπερ πυρ, και ήλθεν είς την εαυτού πόλιν, ηνίκα επυρώθη εν αυτώ το πάθος της φι¬λοδοξίας και εξελέξατο εαυτώ σκήνωμα αναχωρητικόν και αφώρισεν εαυτόν είς έργα και θλίψεις σκληράς και είς αδιαλεί¬πτους ευχάς. Και ότε εξεκαύθη εν αυτώ το πάθος της δοξομανίας, όπερ ην έλπις αυτώ φθάσαι τα υψηλά, άπερ ην ακούσας, ηνίκα ουκ έμαθε την τέχνην την εναντιουμένην τοις εχθροίς της αληθείας και ουκ ενόησε τάς ενέδρας και τους δόλους και τάς μηχανας του αντιπάλου, εν αίς κλέπτει τους ισχυρούς και τους κραταιούς είς απώλειαν, εθάρρησε δε μόνον επί τα έργα και τάς θλίψεις και την ακτημοσύνην και την άσκησιν και την εγκράτειαν, μη την εαυτού κτησάμενος εξουδένωσιν και την ταπείνωσιν και τον συντριμμόν της καρδίας (άπερ εισίν όπλον αήττητον προς τα εναντιώματα του πονηρού), μήτε δε μνημονεύσας της Γραφής της λεγούσης, όταν πληρώσητε τα έργα και φυλάξητε τάς εντολάς, και υπομείνητε τάς θλίψεις, λογίσασθαι εαυτούς «δούλους αχρείους», αλλ' εν τη οιήσει τη υψηλή, τη υπέρ εαυτού, τη εκ της εργασίας των πολιτειών αυτού γινομένη, ην πυρούμενος και κατακαιόμενος τη επιθυμία των υψηλών ων ήκουσε.

Αμήν.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Δημοσίευση από fotis »

ΛΟΓΟΣ Α': ΠΕΡΙ ΑΠΟΤΑΓΗΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ
Ο φόβος του Θεού αρχή εστί της αρετής. Λέγεται δε είναι γέννημα της πίστεως και σπείρεται εν τη καρδία, όταν αποχωρισθή η διάνοια από του περισπασμοΰ του κό¬σμου, του συνάξαι τάς νοήσεις αυτής, τάς ρεμβομένας εκ του μετεωρισμού, εν τη αδολεσχία της μελλούσης αποκαταστάσε¬ως. Το θείναι θεμέλιον της αρετής, ουδέν κρειττότερον του επισχείν τίνα εαυτόν εν τη απαλλαγή των του βίου πραγμάτων και διαμείναι εν τω νόμω του φωτός των τρίβων των ευθειών και αγίων, ων εν Πνεύματι ο ψαλμωδός εσήμανε και επωνόμασε. Μόλις ευρίσκεται άνθρωπος δυνάμενος φέρειν την τιμήν, τάχα δε ουδέ παντελώς ευρίσκεται (και τούτο εκ της ταχείας υποδο¬χής της αλλοιώσεως, ως αν τις λέγη), ουδέ εάν τις ισάγγελος γένηται τοις τρόποις.
Η αρχή της οδού της ζωής, το αεί μελετήσαι τον νουν εν τοις λόγοις του Θεού και εν πτωχεία διατρίβειν. Το γαρ εκείθεν αρδεύεσθαι, συνεργεί είς την ταύτης τελείωσιν ήγουν το αρδεύεσθαι εκ της μελέτης των λόγων του Θεού, βοηθεί σοι εις την της πτώχειας κατόρθωσιν, η δε της ακτημοσύνης κατόρθωσις σχολήν παρέχει σοι του κατορθώσαι την μελέτην των λόγων του Θεού. Η δε βοήθεια των δύο τούτων συντόμως αναφέρει εις την ανάβασιν πάσης οικοδομής των αρετών. Ου¬δείς δύναται πλησιάσαι τω Θεώ, εί μη ο αφιστών εαυτόν εκ του κόσμου. Απόστασιν δε λέγω, ου την εκδημίαν του σώμα¬τος, άλλα των του κόσμου πραγμάτων.
Αύτη δε εστίν η αρετή, ίνα τις εν τη διανοία αυτού σχολάση από του κόσμου. Ου δύναται η καρδία γαληνιάσαι και αφάνταστος είναι, όσον αι αισθήσεις ενεργούσι τινά, ουδέ τα πάθη τα σωματικά καταργούνται, ουδέ οι πονηροί λογισμοί εκλείπουσιν άνευ της ερήμου. 'Εως αν κτήσηται η ψυχή μέθην εν τη πίστει του Θεού, εν τη υποδοχή της δυνάμεως της αισθήσεως αυτής, ούτε την ασθένειαν των αισθήσεων θεραπεύσει, ούτε δυνάμει δύναται πατήσαι την ύλην την ορατήν, ήτις εστί φραγμός των έσω, και ουκ αισθάνεται του αυτεξουσίου το λογικόν γέννημα. Και ο καρπός αμφοτέρων ο εκλινισμός. Άνευ της πρώτης, ουδέ η δευτέρα όπου δε η δευτέρα ουκ ορθοποδεί, εκεί η τρίτη ως εν χαλινώ δέδεται.
Όταν μεν η χάρις πληθυνθή εν ανθρώπω, τότε εν τω πόθω της δικαιοσύνης ο φόβος του θανάτου ευκαταφρόνητος αυτώ γίνεται και αιτίας πολλάς ευρίσκει τις εν τη ψυχή αυτού, ότι δει υπέρ του φόβου του Θεού υποφέρειν την θλίψιν. Και όσα δοκούντα βλάπτειν το σώμα και αιφνιδίως επί την φύσιν επέρ¬χονται και ακολούθως εις το παθείν ετέθησαν, ως ουδέν λογί¬ζονται εν οφθαλμοίς αυτού εν συγκρίσει των ελπιζομένων από του νυν. Και ου δυνατόν χωρίς παραχωρήσεως των πειρασμών γνώναι ημάς την αλήθειαν. Πληροφορίαν δε περί τούτου εκ της διανοίας ακριβώς ευρίσκει και ότι πρόνοιαν πολλήν έχει ο Θεός έπι τον άνθρωπον και ουκ εστίν άνθρωπος, μη ων υπό την πρόνοιαν αυτού, και μάλιστα επί τους εξελθόντας ζητήσαι αυ¬τόν και βαστάζοντας τα πάθη υπέρ αυτού, δακτυλοειδώς θεωρεί λαμπρώς.
Όταν δε η στέρησις της χάριτος πληθυνθή εν ανθρώπω, τότε πάντα τα ρηθέντα εναντία ευρίσκονται πλησίον και η γνώσις μείζων της πίστεως δια την εξέτασιν και η πεποίθησις του Θεού ουκ εν παντί πράγματι επιτυγχάνει και ούτως ουδέ η πρόνοια του Θεού περί τον άνθρωπον νομίζεται, αλλά υπό των ενεδρευόντων του εν σκοτομήνη κατατοξεύσαι αυτών τα βέλη ενδελεχώς ενεδρεύεται εν τούτοις ο τοιούτος.
Αρχή της αληθινής ζωής του ανθρώπου, ο φόβος του Θεού, και ούτος συν τω μετεωρισμώ τίνων εν τη ψυχή διαμείναι ου πείθεται. Διασκεδάζεται γαρ η καρδία εκ της ηδο¬νής του Θεού εν τη διακονία των αισθήσεων. Δέδενται γαρ, φησίν, αι έσω έννοιαι εν τη αισθήσει αυτών εν τοις αισθητηρίοις τοις διακονούσιν αυταίς. Δισταγμός καρδίας επεισάγει τη ψυχή δειλίαν, η δε πίστις και εν τη εκκοπή των μελών δύναται κρατύναι την προαίρεσιν. Εν όσω ο πόθος της σαρκός υπερισχύει εν σοι, εύθραστος και απτόητος ου δυνήση γενέσθαι εκ των πολλών εναντιωμάτων των διαμενόντων πλησίον του ποθούμενου.
Ο εφιέμενος της τιμής, ου δύναται στερηθήναι των αιτιών της λύπης. Ουδείς εστίν άνθρωπος εν τη αλλοιώσει των πραγμάτων, όστις ου κτάται εν τη διανοία αυτού αλλοίωσιν προς το προκείμενον πράγμα. Εάν η επιθυμία, φησί, γέννημα των αισθήσεων υπάρχη, σιωπησάτωσαν λοιπόν οι μετά περισπασμού την ειρήνην της διανοίας φυλάττειν ομολογούντες.
Σώφρων εστίν, όστις ουκ εν τω κόπω και τω καιρώ της πάλης και του αγώνος λέγει, ότι παύονται εξ αυτού οι αι¬σχροί λογισμοί, αλλ' ός τη αληθεία της καρδίας αυτού σωφρο¬νίζει την θεωρίαν της διανοίας αυτού, του μη ατενίσαι αναιδώς τοις ακολάστοις λογισμοίς. Και ότε η σεμνότης της συνειδήσε¬ως αυτού μαρτυρεί εκ της θέας των οφθαλμών αυτού το πιστόν, η αιδώς ώσπερ καταπέτασμα εστί κρεμάμενη εν τω κρυπτώ χώρω των λογισμών. Και ο σώφρων παρθένος γίνε¬ται, και η αγνεία αυτού τηρούμενη εν πίστει τω Χριστώ.
Ουκ εστί τι ούτως ικανόν προς αποτροπήν των προλήψεων της ακολασίας εκ της ψυχής και αποδιώκειν τάς κινουμένας μνήμας τάς επανισταμένας εν τη σαρκί και ποιούσας ταραχώδη φλόγα, ως το βαπτισθήναι εν τω ποθώ της μαθήσεως και καταδιώκειν οπίσω του βάθους των νοημάτων της θείας Γραφής. Ότε οι λογισμοί καταβαπτισθώσι τη ηδονή της καταδιώξεως οπίσω της σοφίας της τεθησαυρισμένης εν τοις λόγοις, εν τη δυνάμει εν η απομάσσεται εξ αυτών την φανέρωσιν, καταλιμπάνει οπίσω του νώτου αυτού ο άνθρωπος τον κόσμον και πάντα τα εν αύτω λανθάνει και πάσας τάς μνήμας, τάς ενεργούσας εικόνας της σωματώσεως του κόσμου, εξαλεί¬φει εκ της ψυχής και πολλάκις και εκ της χρείας των εξ έθους λογισμών, των επισκεπτόντων την φύσιν. Και αύτη η ψυχή εν εκστάσει διαμένει εν ταίς καιναίς απαντήσεσι, ταις εκ της θαλάσσης των μυστηρίων των Γραφών.
Και πάλιν εάν ο νους νήχηται επί την επιβολήν των υδάτων, ήτοι της θαλάσσης των θείων Γραφών, και μη δυνηθή εις όλον το βάθος βυθίσαι τα νοήματα αυτού, του κατανοήσαι όλους τους θησαυρούς τους εν τω βυθώ αυτής, αρκετόν αυτώ αύτη η μελέτη εν τω πόθω αυτής, του εμποδίσαι αυτούς μη δραμείν προς την φύσιν του σώματος, καθώς τις των θεοφόρων έφησε. Διότι η αρδία χαύνη εστί και ου δύναται υποφέρειν τάς κακίας τάς απαντώσας από των έξω και των έσω πο¬λέμων. Και οίδατε, ότι ο κακός λογισμός βαρύς εστί, και εάν η καρδία μη ασχοληθή εν τη γνώσει, ου δύναται υπομείναι την ταραχήν της ορμής του σώματος.
Και καθάπερ το βάρος του σταθμού τη οξύτητι της ροπής του ζυγού προς την ταραχήν των ανέμων, ούτως η αιδώς και ο φόβος τη ροπή της διανοίας. Και κατά την αναλογίαν της λείψεως του φόβου και της αιδούς αιτία γίνεται τω νοί ρέμβεσθαι αεί και ενταύθα ώσπερ το αυτεξούσιον κατά την αναλογίαν της αποστάσεως τον φόβον εκ της ψυχής, ταράσσεται ο ζυγός της διανοίας ώδε κακείσε. Λοιπόν, ώσπερ αι πλάστιγγες του ζυγού, υπό του βαρυτάτου σταθμίου βαρυνθείσαι, ουκ ευχε¬ρώς υπό της του πνεύματος πνεύσεως ο ζυγός σαλεύεται, ούτω και η διάνοια, βαρυνθείσα υπό του φόβου του Θεού και της αιδούς, ου ραδίως τρέπεται υπό των σαλευόντων αυτήν. Και καθ' όσον η λείψις του φόβου εν τη διανοία γένηται, κατά τοσούτον κυριεύεται υπό της τροπής και της αλλοιώσεως. Σοφίσθητι του είναι θεμέλιον εν τη οδοιπορία σου τον φόβον του Θεού, και εν ολίγαις ημέραις αποκαθίστασαι εν τη πύλη της βασιλείας χωρίς κυκλεύσεως οδού.
Εν πάσι τοις συναντώσι σοι εν ταίς Γραφαίς ανάκρινον τον σκοπόν του λόγου, του βαθύναι σευατόν και κατανοήσαι εν μεγάλη διαγνώσει το βάθος των νοημάτων των άγιων. Οι εκ της θείας χάριτος εν τη πολιτεία αυτών οδηγούμενοι του φωτισθήναι, άει αισθάνονται ως ακτίνος τίνος νοητής διαπορευομένης εν μέσω των στίχων των γεγραμμένων και διακρινούσης έπροσθεν της διανοίας των ψιλών λόγων εκ των πραγμάτων των λεγομένων εν μεγάλη διανοία τη ψυχική συνέσει.
Άνθρωπος αναγινώσκων εν μεγάλοις στίχοις ψιλώς, ψιλούται και η καρδία αυτού και σβέννυται εκ της αγίας δυ¬νάμεως της παρεχούσης τη καρδία γλυκυτάτην γεύσιν εν κατα¬νοήσει ψυχής θαυμαστή.
Εκαστόν τι προς το συγγενές αυτού τρέχειν είωθε. Και ψυχή, έχουσα μέρος Πνεύματος, όταν άκούση ρήματος του έχοντος έγεκρυμμένην εν έαυτω δύναμιν πνευματικήν, δια¬πύρως έλκει την ύπόθεσιν αυτού. Ου πάντα άνθρωπον εξυπνίζει εις το θαυμάζειν πράγμα πνευματικώς λεγόμενον και έχον εν εαυτώ εγκεκρυμμένην δύναμιν μεγάλην. Ο λόγος ο περί αρε¬τής χρήζει καρδίας σχολαζούσης από της γης και της ομιλίας αυτής. Ανθρώπου δε, ούτινος η διάνοια μοχθεί εν τη φροντίδι των παρερχομένων, τα της αρετής πράγματα ουκ εξυπνίζουσι τον λογισμόν αυτού προς πόθον και ζήτησιν της κτήσεως αυ¬τών. Η λύσις η εκ της ύλης προτερεύει τη γενέσει αυτής του προς Θεόν δεσμού, ει και πολλάκις εν τη οικονομία της χάριτος ευρίσκεται προλαμβάνων ούτος εκείνης εν τισιν, ως πόθος κα¬λύπτει πόθον. Η τάξις του έθους της οικονομίας άλλη εστί παρά την τάξιν την κοινότητος των ανθρώπων. Σύ δε την κοινήν τάξιν φύλαξον. Εάν δε προλάβη εν σοι η χάρις, αυτής εστί τούτο' ει δε μη, εν τη οδώ των πάντων ανθρώπων, εν η ώδευσαν κατά την αναλογίαν της διαδοχής, ανάβηθι εις την ανάβα¬σιν του πνευματικού πύργου.
Έκαστον τι ενεργούμενον εν τη θεωρία και πληρούμενον δι' εντολής της υπέρ αυτού, αθεώρητόν εστίν όλον τοις του σώματος οφθαλμοίς. Και έκαστον τι εν τη πράξει ενεργού¬μενον, σύνθετον εστίν, ότι η εντολή η μία μόνη, ήγουν η πράξις, των αμφοτέρων δείται, της θεωρίας και της πράξεως, ένεκα των σωματικών και των ασωμάτων. Η σύνθεσις γαρ των εκατέρων μία εστί. Τα έργα τα φροντίζοντα της καθαρότητος ουκ αναχαιτίζουσι την αίσθησιν της μνήμης των παρελθόντων εγκλημάτων, αλλά την λύπην της μνήμης εκ της διανοίας λαμβάνουσι, και γίνεται από του νυν η της μνήμης διάβασις εν τη διανοία επωφελώς. Πλεονεκτεί η πλεονεξία της ψυχής εν τη κτήσει της αρετής το μέρος της ορατής επιθυμίας του ομοζύγου σώματος. Πάν πράγμα το μέτρον κοσμεί. Χωρίς γαρ μέτρου, και τα νομιζόμενα καλά είναι, εις βλάβην μεθίστανται.
Θέλεις κοινωνήσαι τω Θεώ εν τω νοί σου εν τη λήψει της αισθήσεως εκείνης της ηδονής, της μη καταδεδουλωμένης ταίς αισθήσεσιν; Ακολούθησον τη ελεημοσύνη, ήτις, όταν ευρέθη ένδον σου, εικονίζεται εν σοι εκείνο το κάλλος το άγιον, εν ω ωμοιώθης. Το καθολικόν του πράγματος της ελεημοσύ¬νης, εν ου καιρώ τινι μεσιτευομένω προς την ενότητα της δόξης της λαμπρότητος, της θεότητος κοινωνίαν εμποιεί τή ψυχή.
Η ένωσις η πνευματική εστί μνήμη ασφράγιστος, ήτις εν διαπύρω πόθω αδιαστάτως εν τη καρδία πυρσεύεται, εκ της διαμονής της προς τάς εντολάς δύναμιν λαμβάνουσα προς τον δεσμόν, ου καταχρηστικώς, ουδέ φυσικώς. Εκεί γαρ ευρίσκει ύλην τη ψυχική θεωρία επιστηριχθήναι υπ' αυτήν υποστατικώς. Δια τούτο έρχεται εις έκπληξιν η καρδία του καμμύσαι τάς δίπλας αισθήσεις αυτής, τάς σαρκικάς και τάς ψυχικάς. Ουκ εστίν άλλη τρίβος προς την πνευματικήν αγάπην, ήτις ει¬κονίζει την αόρατον εικόνα, εάν μη πρώτον άρξηται τις του οικτειρήσαι, καθώς είρηκεν ο Κύριος ημών, προς την τελειότητα του Πατρός. Και γαρ ούτως ενετείλατο τοις υπακούουσιν αυτώ, του θείναι τούτο θεμέλιον.
Άλλος εστίν ο λόγος της πράξεως, και άλλος ο καλός λόγος. Και χωρίς πείρας των πραγμάτων, οίδεν η σοφία κοσμήσαι τους λόγους αυτής και του λαλήσαι αλήθειαν μη γινώσκουσα αυτήν και του φανερώσαι περί της αρετής, και αυτός μηδέποτε λαβών πείραν του έργου αυτής. Ο λόγος ο εκ της πράξεως, ταμείον της ελπίδος, και η άπρακτος σοφία, παραθήκη αισχύνης.
Ώσπερ τεχνίτης εστί ζωγραφών το ύδωρ εν τοις τοίχοις και ου δύναται το ύδωρ εκείνο την δίψαν αυτού αναψύξαι, και ώσπερ άνθρωπος θεωρών ενύπνια καλά, ούτω και ο άπρακτος λόγος. Ο εκ της πείρας του έργου αυτού λάλων περί αρετής, μεταδίδωσι τω ακούοντι αυτού, ώσπερ τις μεταδίδωσιν εκ του χρήματος της πραγματείας αυτού, και ώσπερ εκ των κτημάτων αυτού σπείρει την διδασκαλίαν εις τα ώτα των ενωτιζόντων αυτόν και ανοίγει το στόμα αυτού εν παρρησία μετά των πνευματικών αυτού τέκνων, καθώς ο γηραιός Ιακώβ τω σώφρονι Ιωσήφ έφη «ιδού, δέδωκά σοι εν μέρος περισσότερον των αδελφών σου, όπερ έλαβον εκ των Αμορραίων τω ξίφει μου και τω τόξω μου».
Εκάστω ανθρώπω, έχοντι πολιτείαν μεμολυσμένην, η πρόσκαιρος ζωή ποθεινή αύτω εστί και τω τούτου δευτέρω, τω εστερημένω γνώσεως. Καλώς είρηκέ τις, ότι ο φόβος του θανάτου λυπεί άνδρα καταγινωσκόμενον υπό της συνειδήσεως αυτού, ο δε έχων μαρτυρίαν αγαθήν εν εαυτώ, ούτος εφίεται του θανάτου ώσπερ ζωής. Μη ψήφισης τινά σοφόν αληθινόν, τον υπέρ ταύτης της ζωής τη δειλία και τω φόβω καταδουλούντα αυτού την διάνοιαν. Όλα τα αγαθά και τα κακά, τα συμβαίνοντα τη σαρκί, ενύπνια λογίζου είναι ου εν τω θανάτω γαρ μόνω έχεις λυθήναι εξ αυτών, αλλά πολλάκις προ του θανάτου καταλιμπάνουσι σε και απέρχονται. Εάν δε τίνα εξ αυτών εχωσί τίνα κοινωνίαν εν τη ψυχή σου, αυτά νόμιζε έχειν κτήματα σου εις τον αιώνα τούτον και εις τον μέλλοντα μετά σου υπάγουσι. Και εάν ώσι καλά, ευφραίνου και ευχαρίστησον τω Θεώ εν τη διανοία σου, εάν δε ώσι κακά, έσο περίλυπος και στέναξον και ζήτησον την απαλλαγήν εξ αυτών, εν όσω εί εν τω σώματι. Έκαστον αγαθόν ενεργούμενον εν σοι νοητώς και εν τω κρύπτω, έχε αυτό ακριβώς. Ότι το βάπτισμα και η πίστις γεγόνασι σοι μεσίται προς αυτό, εν οίς εκλήθης υπό του Κυρίου ημών Ιησού Χρίστου εις τα αγαθά έργα αυτού,συν τω Πατρί και τω αγίω Πνεύματι. Ω η δόξα και τιμή και ευχαριστία και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Δημοσίευση από fotis »

ΛΟΓΟΣ Β': ΠΕΡΙ ΑΠΟΤΑΓΗΣ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΑΡΡΗΣΙΑΣ
‘Οταν αγαπήσωμεν φυγείν εκ του κόσμου και ξένοι των κοσμικών γενέσθαι, ουδέν ούτως ημάς χωρίζει εκ του κόσμου, ουδέ θάνατοι τα πάθη εξ ημών και διεγείρει και ζωογονεί ημάς εις τα πνευματικά, ως το πένθος και ο καρδιακός πόνος ο μετά διακρίσεως. Πρόσωπον γαρ αιδήμονος, μιμείται την ταπείνωσιν του ηγαπημένου. Και πάλιν ουδέν ημάς ποιεί συναναστραφήναι τω κοσμώ και τοις εν τω κοσμώ και τοις εν αύτω μεθυσταίς και ασώτοις, και ουδέν ημάς χωρίζει των θησαυρών της σοφίας και της γνώσεως των Θεού μυστηρίων, ως ο γελοιασμός και ο μετά παρρησίας μετεωρισμός, και τούτο εστί το επιτήδευμα του δαίμονος της πορνείας.
Επειδή δε σου πεπείραμαι της φιλοσοφίας, ω αγαπητέ, παρακαλώ σε εν αγάπη, παραφυλάττεσθαι εκ της επήρειας του εχθρού, ίνα μη εν τη ευτραπελεία των λόγων ψυχράνης την ψυχήν σου εκ της θέρμης της αγάπης του Χριστού, του δια σε χολής γευσαμένου επί του ξύλου του Σταυρού, και αντί της γλυ¬κείας εκείνης μελέτης και της προς Θεόν παρρησίας εμπλήση αυτήν φαντασιών πολλών και σου εγρηγορότος, καθεύδοντος δε, αιχμαλώτιση αυτήν τοις ατόποις ενυπνίοις, ων την δυσοσμίαν οι άγιοι Άγγελοι του Θεού ουκ ανέχονται, Και γένη άλλοις ολίσθημα και σεαυτώ σκόλοψ. Παραβίασε ούν σεαυτόν μιμήσασθαι την ταπείνωσιν του Χριστού, ίνα μάλλον εξαφθή το πυρ το εν σοι παρ' αυτού καταβληθέν, εν ω εκριζούνται πάσαι αί κινήσεις του κόσμου, αι αποκτείνουσαι τον καινόν άνθρωπον και μιαίνουσαι τάς αυλάς του Κυρίου του αγίου και δυνατού.
Ε γώ γαρ θαρρώ λέγειν, κατά τον άγιον Παύλον, «ότι ναός Θεού έσμεν». Αγνίσωμεν ούν τον αυτού ναόν, ως αυτός αγνός εστίν, ίνα επιθυμήση κατασκηνώσαι εν αυτώ. Αγιάσωμεν αυτόν, ως και αυτός άγιος εστί, και κοσμήσωμεν αυτόν εν ασιν έργοις αγαθοίς και τιμίοις. Θυμιάσωμεν αυτόν τω θυμιάματι της αναπαύσεως του θελήματος αυτού δια καθαρός Και καρδιακής προσευχής, ην τη κοινωνία των κοσμικών συνεχών κινήσεων κτήσασθαι αδύνατον) και ούτως επισκιάσει τη ψυχή η νεφέλη της δόξας αυτού και διαυγάσει το φως της μεγαλωσύνης αυτού ένδοθεν της καρδίας. Και εμπλησθήσονται χαράς και ευφροσύνης πάντες οι οικήτορες του σκηνώματος του Θεού, οι δέ αναιδείς και αναίσχυντοι τη φλογί του αγίου Πνεύματος εκλείψουσιν.
Ονείδιζε ούν σαυτόν, αδελφέ, διαπαντός Και λέγε• Ουαί μοι, ω αθλία ψυχή, ήγγικε σου η εκ του σώματος διάλυσις.
Ίνα τι ευφραίνη εις ταύτα α σήμερον μέλλεις καταλείψαι και ων της θέας στερηθήση εις τους αιώνας; Πρόσεχε τοις εμπροσθέν σου και διαλογίζου α έπραξας, πώς και τίνα εισί, και μετά τίνος διήνυσας τας ημέρας της ζωής σου, ή τις εδέξατο τον κόπον της εργασίας της γεωργίας σου, και τίνα εύφρανας εν τη ση παλαίστρα, ίνα προς απάντησιν σου εξέλθη εν τω καιρώ της εξόδου σου. Τίνα δε έτερψας εν τω σω δρόμω, ίνα εν τω λιμένι αυτού αναπαυθής. Τίνος δε χάριν εταλαιπώρησας κοπιώσα, ίνα φθάσης εις αυτόν εν χαρά, τίνα τε εκτήσω φίλον εν τω μέλλοντι αίωνι, ίνα σε άρτι υποδέξηται εν τη εξόδω σου, εν ποίω αγρώ εθητεύσω, Και τις ο μέλλων σοι παρασχείν το μίσθωμα εν τη δύσει του ηλίου του χωρισμού σου.
Συ εξέτασαν σαυτήν, ω ψυχή, και βλέπε προς ποίαν γήν η μερίς σου και, εί διεπέρασας τον αγρόν τον καρποφορούντα πικρίαν τοις γεωργούσιν αυτόν, κράξον και βόησον εν στεναγμώ και αδημονία, τα αναπαύοντα τον Θεόν σου όπερ τας θυσίας και τα ολοκαυτώματα. Βρυέτω το στόμα σου οδυνηράς φωνάς, αίς οι άγιοι Άγγελοι επιτέρπονται. Βάψον σου τας παρειάς εν τω κλαυθμώ των ομμάτων σου, ίνα επαναπαύσηταί σοι το άγιον Πνεύμα και απολούση σε του ρύπου της κακίας σου.
Εξιλέωσαι σου τον Κύριον εν δάκρυσιν, ίνα προς σε παραγένηται. Επικάλεσαι Μαρίαν και Μάρθαν διδάξαι σε πενθικάς φωνάς, βόησον τω Κυρίω.
Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, Ο επί Λαζάρου κλαύσας και δάκρυα λύπης και συμπαθείας στάξας έπ' αυτώ, δέξαι δάκρυα πικρίας μου. Τοις πάθεσί σου, τα πάθη μου θερά¬πευσαν. Τοις τραύμασί σου, τα τραύματα μου ιάτρευσον τω αίματι σου, το αίμα μου καθάγνισον και συγκέρασον τω σώμα¬τι μου την όσμην του ζωοποιού σου σώματος. Η χολή, ην παρά των έχθρων εποτίσθης, γλυκάναι μου την ψυχήν από της πι¬κρίας, ης με ο αντίδικος επότισε. Το σώμα σου το επί ξύλου Σταυρού τανυθέν, διαπετάσαι μου τον νουν προς σε, τον υπό των δαιμόνων κάτω ελκυσθέντα. Η κεφαλή σου, ην επί του Σταυρού έκλινας, υψώσαι μου την κεφαλήν την κολαφισθείσαν υπό των αντιπάλων. Αι πανάγιοι σου χείρες αι καθηλωθείσαι υπό απίστων εν τω Σταυρώ, αναγαγετωσάν με προς σε εκ του χάσματος της απώλειας, ως υπέσχετο το πανάγιόν σου στόμα.
Το πρόσωπον σου το δεξάμενον ραπίσματα και εμπτύσματα υπό των καταράτων, στιλβωσάτω μου το πρόσωπον το χρανθέν εν ταίς ανομίαις. Η ψυχή σου, ην επί του σταυρού ων τω Πατρί σου παρεδωκας, οδηγησάτω με προς Σε εν τη χάριτι σου.
Ούκ έχω καρδίαν οδυνηράν προς αναζήτησίν σου, ουκ έχω μετάνοιαν, ουδέ κατάνυξιν, τα επανάγοντα τα τέκνα προς την ιδίαν κληρονομίαν. Ουκ έχω, Δέσποτα, δάκρυον παρακλητικόν. Εσκότισται μου ο νους εν τοις βιωτικοίς και ουκ ισχύει ατενίσαι προς σε εν οδύνη. Έψυκται μου η καρδία εκ του πλήθους των πειρασμών, και ου δύναται θερμανθήναι τοις δάκρυσι της προς σε αγάπης. Αλλά συ, Κύριε Ιησού Χρίστε ο Θεός, ο θησαυρός των αγαθών, δώρησαί μοι μετάνοιαν ολόκλήρον και καρδίαν επίπονον, ίνα εξέλθω ολοψύχως εις αναζήτησίν σου. Χωρίς γαρ σου, παντός αγαθού ξενωθήσομαι. Χάρισαι ουν μοι, ω αγαθέ, την χάριν σου. Ο Πατήρ, ο προαγαγών σε εκ των κόλπων αυτού αχρόνως και αϊδίως, ανακαινισάτω εν εμοί τάς μορφάς της σης εικόνος. Κατέλιπόν σε, μη με εγκαταλίπης. Εξήλθον από σου, έξελθε εις αναζήτησίν μου και εισάγαγε με εις την νομήν σου και σογκαταρίθμησον με τοις προβάτοις της εκλεκτής σου ποίμνης και διάθρεψόν με συν αυτοίς εκ της χλόης των θείων μυστηρίων σου, ων η καθαρά καρδία καταγώγιον σου υπάρχει και καθοράται εν αυτή η έλλαμψις των σων αποκαλύψεων, ήτις εστί παράκλησις και αναψυχή των κοπιασάντων δια Σε εν ταις θλίψεσι και ταις παντοδαπαίς αικίαις.
Ης τίνος ελλάμψεως και ημείς αξιωθείημεν χάριτι και φιλανθρωπία Σου του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Δημοσίευση από fotis »

ΛΟΓΟΣ Γ': ΠΕΡΙ ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΩΣ
ΚΑΙ ΟΤΙ ΟΥ ΔΕΙ ΔΕΙΛΙΑΝ ΚΑΙ ΦΟΒΕΙΣΘΑΙ, ΑΛΛΑ ΣΤΗΡΙΖΕΣΘΑΙ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑΝ ΤΗ ΕΙΣ ΘΕΟΝ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΙ ΚΑΙ ΘΑΡΡΕΙΝ ΤΗ ΑΔΙΣΤΑΚΤΩ ΠΙΣΤΕΙ ΩΣ ΕΧΟΝΤΑΣ ΦΡΟΥΡΟΝ ΚΑΙ ΦΥΛΑΚΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ

Εάν ποτέ ευρέθης της αναχωρήσεως άξιος, της εχούσης ελαφρά τα φορτία εν τη βασιλεία της ελευθερίας αυτής, μη κατεπείξη σε ο λογισμός του φόβου κατά την συνήθειαν αυτού εν πολλοίς τρόποις της αλλοιώσεως των λογισμών και της αναστροφής αυτών, άλλα μάλλον έσο πιστεύων, ότι ο φύλαξ σου μετά σευατου εστί, και πληροφορήθητι εν τη σοφία σου ακριβώς, ότι συ μετά πάσης της κτίσεως υπό ενί Δεσπότη έστέ, ενΙ νεύματι τα πάντα κινούντι και σαλεύοντι και πραύνοντι και οικονομούντι, καί ουδείς σύνδουλος δύναται βλάψαι τινά των συνδούλων αυτού, δίχα της επιτροπής του προνοούντος των πάντων και διϊθύνοντος, και ευθέως ανάστα και θάρσει. Και εάν εδόθη η ελευθερία τισίν, άλλ ούκ εν παντί πράγματι. Ούτε γαρ οι δαίμονες, ούτε τα θηρία φθαρτικά, ούτε οι εν κακία άνθρωποι δύνανται πληρώσαι το θέλημα αυτών εις φθοράν και απώλειαν, ει μη το του κυβερνώντος επιτρέψειε βούλημα και δοίη τόπον ποσότητος• ου γαρ την ελευθερίαν επιτρέπει ελθείν εις ενέργειαν άπασαν. ει γαρ τούτο ην, ουκ είχε ζήσαι πάσα σαρξ. Ουκ εά γαρ ο Κύριος την κτίσιν αυτού, ίνα πλησίαση αύτη η των δαιμόνων εξουσία και των ανθρώπων και ενεργήση εν αυτή το θέλημα αυτών. Δια τούτο λέγε αεί τη ψυχή σου, Έχω φύλακα φυλάσσοντά με και ου δύναται τι των κτι¬σμάτων φανήναι ενώπιον μου μόνον, ει μη άνωθεν γένηται κέ¬λευσμα. Πίστευσον δε, ως ουδέ θεαθήναι τοις οφθαλμοίς σου και τοις ώσιν ακουτίσαι σου τάς αυτών απειλάς τολμώσιν. ει γαρ είχον επιτροπήν άνωθεν εκ του επουρανίου, ουκ ην ανάγκη λόγου και λόγων, αλλά τω εαυτών θελήματι και το έργον επηκολούθει.
Πάλιν δε λέγε σεαυτώ, ότι, ει το θέλημα εστί του Δεσπότου μου το κατεξουσιάσαι τους πονηρούς του πλάσματος, ουδέ εγώ τουτί δέχομαι δυσχερώς, ώσπερ τις μη θέλων καταργήσαι το θέλημα του Κυρίου αυτού. Και ούτως εν τοις πειρασμοίς σου χαράς πλησθήση, ως τις γνους και ακριβώς αισθηθείς, ότι το νεύμα του Δεσπότου διακυβερνώ σε και διευθύνει σε. Λοιπόν στήριξον την καρδίαν σου εν τω πεποιθέναι προς Κύριον και μη φοβηθης, μήτε από φόβου νυκτερινού μήτε από βέλους πετωμένου ημέρας. Ή πίστις γαρ, φησι, του δικαίου, η προς τον Θεόν, εξημεροί τα θηρία τα άγρια, ως τα πρόβατα.
Ουκ ειμί, φησί, δίκαιος, ίνα πεποιθώς ω επί Κύριον. Αλλά συ αληθώς δια την εργασίαν της δικαιοσύνης εξήλθες εις την έρημον την πλήρη θλίψεων και δια τούτο υπήκοος εγένου τω θελήματι του Θεού. Λοιπόν ματαίως κοπιάς, όταν βαστάζης τούτους τους κόπους, ούχ ότι ο Θεός θέλει τον κόπον των ανθρώπων, ει μη συ προσφέρης αυτώ θυσίαν αγάπης την σεαυτού θλίψιν. Ταύτην την διάκρισιν δεικνύουσι πάντες οι αγαπώντες τον Θεόν, θλίβοντες εαυτούς υπέρ της εις αυτόν αγά¬πης. οι γαρ ευδοκούντες εν τω φόβω του Θεού ζήσαι εν Χριστώ Ιησού, θλίψιν αίρουσι και διωγμόν υπομένουσι. Κακείνος εν εξουσία γενέσθαι ποιεί αυτούς των εαυτού κρυ¬πτών θησαυρών.
Περί προκοπής της εκ των πειρασμών γινομένης τοις μετά ευχαριστίας και ανδρείας αυτούς υπομένουσιν.
Είπε γαρ τις των αγίων, ότι ην τις των αναχωρητών γέρων τίμιος, και απήλθον προς αυτόν άπαξ και ήμην εν λύπη εκ των πειρασμών. Αυτός δε ην ασθενών κατακείμενος, και ότε ησπασάμην αυτόν, εκάθισα προς αυτόν και είπον αυτώ: Εύξαι υπέρ εμού, πάτερ, ότι πάνυ λυπούμαι εκ των πειρασμών των δαιμόνων.
Ό δε ανοίξας τους οφθαλμούς αυτού, προσέσχε μοι και είπε• Τέκνον, συ νεώτερος εί και ουκ αφίησιν ο Θεός επί σε πειρασμούς.
Καγώ είπον αυτώ•
Και νεώτερος ειμί, πειρασμούς δε ισχυρών έχω αν¬δρών. Κακείνος πάλιν είπε•Λοιπόν θέλει σε ο Θεός σοφίσαι.
Κάγώ είπον
Πώς σοφίσει με; εγώ γαρ καθ' ημέραν γεύομαι του θανάτου. Κακείνος αύθις•
Ο Θεός, είπε, αγαπά σε, σιώπα. Μέλλει ο Θεός δούναι σοι την χάριν αυτού.
Έφη δε πάλιν
Γνώθι, τέκνον, ότι τριάκοντα χρόνους πόλεμον μετά των δαιμόνων εποίησα, και τον εικοστόν παραδρομών, ου εβοηθήθην το σύνολον. Ηνίκα δε και τον πέμπτον τούτον παρελάσας ετύγχαναν, ηρξάμην ευρίσκειν ανάπαυσιν και, οδώ του χρόνου βαδίζοντος, επληθύνετο. Του δε εβδόμου παραρρυέντος και του μετ' αυτόν επιστάντος ογδόου, εις πλήθος επετείνετο πλείον. Παρατρέχοντος δε και του τριακοστού και προς το τέλος καταφθάνοντος, ήδη, ούτως εκραταιώθη η ανάπαυσις, ως μηδέ το μέτρον αυτής εις όσον προέβη γινώσκειν με. Και επέφερεν ότι• Ότε αναστήναι θελήσω εις την λειτουργίαν μου, μίαν δόξαν λειτουργήσαι αφίεμαι, εις δε τα λοιπά, εάν στώ τρεις ημέρας, εις έκπληξιν μετά του Θεού γίνομαι και του κόπου ουδ' όλως αισθάνομαι. Ιδού το έργον του πολλού καιρού, ποίαν ανάπαυσιν απλήρωτον απεγέννησεν.
Ότι η φυλακή της γλώσσης ου μόνον εξυπνίζει τόν νουν προς τον Θεόν, αλλά και τη εγκρατεία συμβάλλεται.
Ην τις των πατέρων και ην εσθίων δεύτερον της εβδομάδος, και είπεν ημίν, ότι εν τη ημέρα, εν η λαλώ τινι, τον κανόνα της νηστείας κατά την συνήθειαν μου ου δυνατόν μοι φυλάξαι, άλλ' αναγκάζομαι καταλύσαι. Και ενοήσαμεν, ότι η φυλακή της γλώττης ου μόνον εξυπνίζει τον νουν προς τον Θεόν, αλλά καΙ τοις έργοις τοις φανεροίς, τοις δια του σώματος ενεργουμένοις, ισχύν μεγάλην κρυπτώς παρέχει εις το τελεσθήναι αυτά, φωτίζει τε και εν τη κρυπτή εργασία, καθώς είπον οι Πατέρες ότι η φυλακή του στόματος εξυπνίζει την συνείδησιν προς τον Θεόν, εάν εν γνώσει τις σιωπά.
Ούτος ο άγιος συνήθειαν είχε πολλήν εις την αγρυπνίαν της νυκτός• Έλεγε γαρ, ότι την νύκτα εκείνην, καθ' ην ίσταμαι έως πρωί, μετά την ψαλμωδίαν αναπαύομαι, μετά δε το του ύπνου εξυπνισθήναί με, εν εκείνη τη ημέρα γίνομαι ούτως, ως άνθρωπος τις μη ων εν τω κόσμω τούτω, και λογισμοί γήινοι εν τη καρδία μοο ουδαμώς αναβαίνουσιν, ουδέ των ωρισμένων κανόνων χρείαν έχω, άλλ' εν τη εκπλήξει γίνομαι όλην την ημέραν εκείνην.
Εν μιά ούν των ημερών ήμην εσθίων, τεσσάρων παρελθουσών πρότερον, μηδενός το παράπαν γευσάμενος, και ότε ανέστην εις την των εσπερινών λειτουργίαν και ούτως ίνα γεύσωμαι, έστην εν τη αυλή του κελλίου μου, ότε ην ήλιος πολύς και αρξάμενος μόνον εις μίαν δόξαν, ησθήθην της λειτουργίας μου, και έκτοτε έμεινα μη γινώσκων όποι τυγχάνω και ήμην ούτως, έως του ανατείλαι πάλιν τον ήλιον εις την επιούσαν ημέραν και θερμάναι το πρόσωπον μου. Και τότε, ότε ο ήλιος επί πλείον εβάρυνέ μου και κατέκαυσε μου το πρόσωπον, εστράφη ο νους μου προς εμέ, και ιδού είδον, ότι άλλη ημέρα εστί, και ηυχαρίστησα τω Θεώ, ότι πόσον η χάρις αυτού υπερεκχείται επί τον άνθρωπον.Και εις ποίαν μεγαλωσύνην αξιοί τους καταδιώκοντας αυτόν
Λοιπόν αυτώ μόνω πρέπει η δόξα και η μεγαλοπρέπεια εις τους αιώνας των αιώνων.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Δημοσίευση από fotis »

ΛΟΓΟΣ Δ': ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Ο λόγος του Κυρίου ο αληθινός, όν είρηκεν, ότι ου δύναται τις μετά του πόθου του κόσμου την αγάπην κτήσασθαι του Θεού, ουδέ μετά της κοινωνίας αυτού δυνατόν κοινωνίαν κεκτήσθαι προς τον Θεόν, ουδέ συν τη μερίμνη αυτού έχειν την μέριμναν του Θεού. Όταν ταύτα τα του Θεού καταλείψωμεν δια την κενοδοξίαν, ή πολλάκις δια την ένδειαν της χρείας του σώματος, κλίνουσι πολλοί εξ ημών εις άλλα, οίτινες εξωμολογήσαντο εργάσασθαι τα της βασιλείας των ουρανών και ου μνημονεύουσι της επαγγελίας του Κυρίου, ης είρηκεν Εάν πάσαν μέριμναν υμών ποιήσητε περί της βασιλείας των ουρανών, ου στερήσω υμάς των της χρείας της φύσεως της ορωμένης, αλλ' έρχεται υμίν πάντα μετά των λοιπών. Ου γαρ αφήσω υμάς μεριμνήσαι περί αυτών. Περί των αψύχων πετει¬νών των δι' ημάς κτισθέντων μεριμνά, και ημών αμελήσειεν; Ουδαμώς. Τω μεριμνώντι εις τα πνευματικά, ή περί τίνος εξ αυτών, τα σωματικά ευτρεπίζονται αυτώ χωρίς της περί αυτά μερίμνης προς την στενοχωρίαν αυτών και προς τον καιρόν, ο δε εν τοις σωματικοίς μεριμνών πέρα του δέοντος, ακουσίως εκπίπτει και του Θεού. Εάν δε ημείς σπουδάσωμεν μεριμνήσαι είς ταύτα, τα δια το όνομα του Κυρίου, αυτός μεριμνά και περί των αμφοτέρων, κατά το μέτρον του αγώνος ημών.
Όμως ημείς την πείραν του Θεού, μη εν τοις σωματικοίς ζητήσωμεν, αντί των έργων των ψυχών ημών, αλλά περί της ελπίδος των μελλόντων τρέψωμεν πάντα τα έργα ημών. Ό γαρ προσάπαξ εξ αγάπης της ψυχής εαυτού εκδούς εαυτόν είς αρετήν και επιθυμήσας την εργασίαν αυτής τελειώσαι, ου μεριμνά πάλιν περί των σωματικών, είτε είσίν, είτε και μη, περί ων πολλάκις παραχωρεί πειραθήναι εν τοις τοιούτοις τους ενα¬ρέτους και εκ παντός τόπου αφίησιν εξυπνισθήναι κατ’ αυτών και πλήττει αυτούς εν τω σώματι αυτών, κατά τον Ιώβ, και εισφέρει αυτούς είς πτωχείαν και είς αποστασίαν της ανθρωπότητος, και πλήττει αυτούς είς άπερ κέκτηνται, μόνον δε ταίς ψυχαίς αυτών ου προσεγγίζει βλάβη.
Ου δυνατόν γαρ, εν τη οδώ της δικαιοσύνης όταν οδεύωμεν, μη απαντήσαι ημίν στυγνότητα, και το σώμα εν νόσοις μη κάμνειν και πόνοις, και αναλλοίωτον μένειν, είπερ εν τη αρετή ζην αγαπήσομεν. Άνθρωπος δε διάγων εν τω εαυτού θελήματι, εν φθονώ ή εν αφανισμώ της ψυχής αυτού ή εν τινι άλλω των βλαπτόντων αυτόν, κατάκρισιν έχει. Εάν δε, ότε πορευθείη εν τη οδώ της δικαιοσύνης και ποιείται την πορείαν αυτού προς τον Θεόν, πολλούς τε τους ομοίους αύτω κέκτηται και απαντήση τι των τοιούτων, ου πρέπει αύτω εκκλίναι εξ αυτής, αλλά μετά χαράς υποδέξασθαι δει ανεξετάστως και ευχαριστήσαι τω Θεώ, ότι έπεμψεν αύτω την χάριν ταύτην, και ηξιώθη δι' αυτόν είς πειρασμόν εμπεσείν και κοινωνός γενέ¬σθαι των παθημάτων των Προφητών τε και Αποστόλων και των λοιπών Αγίων, των όπερ της οδού ταύτης υπομεινάντων τάς θλίψεις, είτε εξ ανθρώπων έλθωσιν, είτ' εκ δαιμόνων, ειτ' εκ του σώματος. Χωρίς γαρ νεύματος Θεού ελθείν ταύτα και παραχωρηθήναι ουκ ενδέχεται, ίνα γενηται αύτω αφορμή είς δικαιοσύνην.
Ού δυνατόν γαρ άλλως πως ποιήσαι τον Θεόν ευεργετηθήναι τον επιθυμήσαντα είναι προς αυτόν, ή ενέγκαι αυτώ πειρασμούς υπέρ της αληθείας, δια το μη δύνασθαι τούτον ποι¬ήσαι εαυτόν αξιωθήναι της μεγαλωσύνης ταύτης, αντί των θείων τούτων εισελθείν είς πειρασμούς και χαρήναι χωρίς χα¬ρίσματος παρά του Χριστού. Μαρτυρεί δε τούτο ο άγιος Παύ¬λος. Τοσούτον γαρ τούτο το πράγμα μέγα εστίν, ως φανερώς καλείν αυτό χάρισμα, το παρασκευάζεσθαι τίνα υπέρ της είς Θεόν ελπίδος παθείν. Λέγει γάρ «τούτο εκ του Θεού εδόθη ημίν, το, ου μόνον είς Χριστόν πιστεύειν, αλλά και το, υπέρ αυτού πάσχειν». Και ώσπερ ο άγιος Πέτρος έγραψεν εν τη εαυτού επιστολή, ότι «όταν πάσχητε υπέρ της δικαιοσύνης, μακάριοι έστε, ότι κοινωνοί των παθημάτων του Χριστού γεγόνατε». Λοιπόν ούχ όταν γένη εν πλατυσμώ χαίρειν σε δέον, επί δε ταίς θλίψεσι τω προσώπω επιστυγνάζειν και ως αλλοτρίας της οδού του Θεού ταύτας λογίζεσθαι. Εξ αιώνος γαρ και από γε¬νεών εν σταυρώ και θανάτω πατείται η τρίβος αυτού. Πόθεν δε σοι τούτο; Ίνα μάθηση, ως έξωθεν της οδού του Θεού ει και εξ αυτής λείπη* ουχί κατ' ίχνος των αγίων εθέλεις οδεύσαι ή άλλην οδόν ιδίαν εαυτώ βούλει σκευάσαι και απαθώς διατρίψαι εν αυτή.
Η οδός του Θεού σταυρός καθημερινός εστίν. Ουδείς γαρ εν τω ουρανώ ανήλθε μετά ανέσεως. Την γαρ ταύτης οδόν γινώσκομεν όποι και καταλύει. Τον εν όλη καρδία εκδύντα εαυτόν τω Θεώ, ουδέποτε βούλεται ό Θεός αμέριμνον είναι.Τούτο δε μεριμνάν υπέρ της αληθείας. Αλλά και εκ τούτου γινώσκεται, ότι εκ του Θεού προνοείται, όταν πέμψη αύτω αεί λύπας.
Οι εν πειρασμοίς διάγοντες, ουδέποτε παραχωρούνται υπό της προνοίας ελθείν εις τας χείρας των δαιμόνων. Μάλι¬στα εάν τους πόδας καταφιλώσι των αδελφών και σκεπάζωσι τας αιτίας αυτών και κρύπτωσιν αυτάς, ως τας εαυτών. Ο θέλων εν τω κόσμω τούτω είναι αμέριμνος και τούτο επιθυμών και τη αρετή διατρίβειν επιποθών, ούτος κενός εστίν εκ ταύτης της οδού. Οι δίκαιοι γαρ ου μόνον τω εαυτών θελήματι αγωνί¬ζονται εν τοις αγαθοίς έργοις, αλλά και υπό των πειρασμών ακουσίως εν μεγάλω αγώνι τυγχάνουσι, πείρας ένεκεν της υπομονής αυτών. Ψυχή γαρ η κατέχουσα τον φόβον του Θεού, ου φοβείται εκ τίνος βλάπτοντος αυτήν σωματικώς. Ότι εν αυτώ ελπίζει από του νυν, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Δημοσίευση από fotis »

ΛΟΓΟΣ Ε': ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΝΕΣΘΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΘΟΛΟΥΝΤΩΝ ΤΟΝ ΝΟΥΝ
Πολλήν ό Θεός δέδωκε τοις άνθρώποις την τιμήν τη διπλή μαθήσει, δι' ης αυτοίς εχαρίσατο, και πανταχόθεν αυτοίς ήνοιξε θύραν κεκλεισμένην, του εισελθείν εις την σωτηριώδη επίγνωσιν. Θέλεις δε μάρτυρα πιστόν των ειρημένων; Σύ εις εαυτόν γενού, και ου μη απόλλη. Ει δε και έξωθεν βούλει τούτο γνώναι, έχεις άλλον διδάσκαλον και μάρτυρα οδηγούντα σε απλανώς προς την οδόν της αληθείας.
Νους εμπεφυρμένος ου δύναται φυγείν την λήθην, και η σοφία την εαυτής θύραν τω τοιούτω ουκ ανοίγει. Ο δυνη¬θείς καταλαβείν εν ακριβεί γνώσει προς ποίαν ισότητα το πέ¬ρας των πάντων περαιούται, προς αποταγήν των βιωτικών άλλου διδασκάλου ου δέεται. Ο υπό Θεού δοθείς εν πρώτοις φυ¬σικός νόμος τω ανθρώπω η θεωρία εστί των κτισμάτων αυτού, ο δε δια γραμμάτων νόμος μετά την παράβασιν προστεθείται.
Ο μη μακρύνων εαυτόν των αιτίων των παθών εκουσίως, ακουσίως υπό της αμαρτίας ανθέλκεται. Ταύτα δε είσι τα αίτια της αμαρτίας. Ο οίνος και αι γυναίκες και ο πλούτος και η ευεξία του σώματος. Ούχ ότι φυσικώς αμαρτίαι είσι ταύτα, αλλ΄ ότι η φύσις εξ αυτών ευκόλως κλίνει προς τα πάθη της αμαρτίας, και δια τούτο εκ τούτων οφείλει ο άνθρωπος παραφυλάττεσθαι σπουδαίως. Εάν διαπαντός της σης ασθενείας μνημονεύης, ου μη διαβης τον όρον της παραφυλακής. Παρά μεν ανθρώποις βδελυκτή η πενία, παρά δε Θεώ πολύ πλέον ψυχή υψηλοκάρδιος και νους μετέωρος παρά μεν ανθρώποις τίμιος ο πλούτος, παρά δε τω Θεώ ψυχή τεταπεινωμένη.
Όταν θέλης αρχήν ποιήσασθαι καλής εργασίας, πρώτον ετοίμασον σεαυτόν προς τους πειρασμούς τους επαγόμε¬νους σοι και μη διστάσης τη αληθεία. Έθος γαρ εστί τω εχθρώ, όταν ίδη τινά μετά θερμής πίστεως αρξάμενον αγαθής πολιτείας, προσυπαντάν αυτώ ποικίλοις και φοβεροίς πειρασμοίς, ίνα, εντεύθεν εις φόβον ελθών, ψυγήσοιτο της καλής προαιρέσεως και ουδαμώς έξοι θέρμην προσεγγίσαι τη θεαρέστω εργασία. Ούχ ότι δε τοιαύτην έχει δύναμιν ο αντικείμε¬νος (επεί ουκ αν τις εδύνατο ποτέ ποιείν το αγαθόν), συγχωρείται δ' όμως υπό του Θεού, ως επί του δικαίου Ιώβ μεμαθήκαμεν. Συ ούν ετοίμασον σεαυτόν ανδρείως απαντήσαι τοις πειρασμοίς τοις επαγομένοις ταις αρεταίς, και τότε της εργασίας τού¬των άρξαι. Εί γαρ μη προευτρεπίσθης προς την των πειρα¬σμών απάντησιν, της των αρετών εργασίας απόσχου.
Άνθρωπος διστάζων βοηθόν είναι της καλής εργασίας Θεόν, ούτος υπό της ιδίας σκιάς εκφοβείται, και εν τω καιρώ της ευθηνείας και της πλησμονής εκπεινός εστί, και εν τη οικεία γαλήνη ζάλης πληρούται. Ο δε πεποιθώς επί τω Θεώ, στερεούται την καρδίαν και επί πάντας ανθρώπους φανείται αυτού το τίμιον και ο έπαινος αυτού ενώπιον των εχθρών αυτού.
Αι του Θεού εντολαί υπέρ πάντας τους θησαυρούς του κό¬σμου, και ο ταύτας κτησάμενος εντός αυτού ευρίσκει τον Θεόν. Ο αεί κοιταζόμενος εν φροντίδι του Θεού, τούτον ταμειούχον εκτήσατο, και ο επιθυμών αυτού τα θελήματα, τους επουρανίους Αγγέλους έξει οδηγούς. Ο φοβούμενος τάς αμαρ¬τίας, απροσκόπως διαπεράσει την περίφοβον πορείαν και εν καιρώ σκοτώδει έμπροσθεν και ένδοθεν αυτού φως ευρίσκει. Του φοβουμένου τάς αμαρτίας ο Κύριος διαφυλάσσει τα διαβή¬ματα, και εν καιρώ ολισθήματος προφθάσαι αυτόν το του Θεού έλεος. Ο λογιζόμενος τα πλημμελήματα αυτού μικρά είναι, πί¬πτει εις χείρονα των πρώτων, και επταπλασίως αποτίσει την δίκην.
Σπείραι την ελεημοσύνην εν ταπεινώσει, και θερίσεις έλεον εν τη κρίσει. Εν οίς απώλεσας το αγαθόν, εν αυτοίς πάλιν κτήσαι αυτό. Οβολόν χρεωστείς τω Θεώ; Ου δέχεται εκ σου άντ' αυτού μαργαρίτην. Οίον, την σωφροσύνην απώλεσας; Ου δέχεται εκ σου ελεημοσύνην ο Θεός, σου επιμένοντος τη πορνεία. Διότι τον αγιασμόν του σώματος θέλει από σου. Επεί παρέβης την εντολήν, μη δοκών την κτήσιν καταλελοιπέναι του κόσμου, υπέρ άλλων πολεμήσεις; Το φυτόν κατέλιπες, και άλ¬λοις ήλθες πολεμείν;
Είπεν ο άγιος Εφραίμ, ότι εν καιρώ θέρους, ουκ εν τοις ιματίοις του χειμώνας τω καύσωνι ανταγωνίζη. Ούτως έκαστος ο σπείρει, τούτο και θερίσει, και παν αρρώστημα τοις οικείοις φαρμάκοις θεραπεύεται. Και συ τυχόν υπό του φθόνου νικώμενος, τι τω ύπνω πολεμήσαι σπουδάζεις; Εν όσω μικρόν και ανθηρόν το παράπτωμα, εκτίλον αυτό, πριν πλατυνθή και περκάση. Μη αμελήσης, όταν μικρόν σοι φαίνηται το ελάττωμα επεί ύστερον ευρήσεις αυτό δεσπότην απάνθρωπον και ως παις δέσμιος Έμπροσθεν αυτού δραμη. Ο δε εξ αρχής κατά του πάθους ανταγωνιζόμενος, ταχέως αυτού κατακυριεύσει.
Ο δυνάμενος υπενεγκείν την αδικίαν μετά χαράς, καιτοι υπό χείρα έχων το αποκρούσασθαι, ούτος θεόθεν την πα¬ράκληση εδέξατο δια της εις αυτόν πίστεως. Και ο μετά ταπεινοφροσύνης τάς κατ’ αυτού κατηγορίας υπομένων, ούτος προς την τελείωσιν κατήντησε και υπό αγίων Αγγέλων θαυμάζεται. Ουδεμία γαρ άλλη τοιαύτη αρετή μεγάλη και δυσκατόρθωτος.
Μη πιστεύσης σεαυτώ, ότι δυνατός ει, έως αν πειρασθής και εύρης σεαυτόν αναλλοίωτον. Ούτω και εν πασι δοκίμασον σεαυτόν. Κτήσαι πίστιν ορθήν εν σεαυτω, όπως κατα¬πατήση τους εχθρούς σου, και έχε τον νουν σου αμετέωρον και μη θαρρήσης τη ση δυνάμει, ίνα μη παραχωρηθής εις την της φύσεως ασθένειαν. Μηδέ τη ση γνώσει πιστεύσης, ίνα μη, μεσιτεύσας ο εχθρός τη εαυτώ πανουργία, παγίδευση σε. Έχε την γλώσσαν πραείαν, και ου μη σοι παντελώς ατιμία προσυπαντήση. Κτήσαι γλυκέα τα χείλη, και πάντας φίλους έξεις. Μη καυχήση ποτέ εν γλώσση σου εν τοις έργοις σου, ίνα μη καταισχυνθής. Έκαστον γαρ πράγμα, εις ο καυχάται ο άνθρωπος, εν τούτω παραχωρεί αυτώ ο Θεός αλλοιωθήναι, ίνα ταπεινωθή και μάθη την ταπείνωσιν. Δια τούτο δει σε πάντα τη του Θεού προγνώσει παραχωρείν και μη πιστεύειν, ότι εστί τι εν τώδε τω βίω αναλλοίωτον.
Ούτω δε γενόμενος, διαπαντός το σον όμμα προς τον Θεόν ανάτεινε ότι η σκέπη του Θεού και η πρόνοια κύκλοι έπι πάντας ανθρώπους. Ούχ οράται δε, ει μη υπό των καθαρισάντων εαυτούς από της αμαρτίας και εν τω Θεώ και μόνω εχόντων την μελέτην αυτών διηνεκώς. Εξαιρέτως δε φανερούται τούτοις η πρόνοια του Θεού, όταν εισέλθωσιν εις πειρασμόν μέγαν υπέρ του Θεού. Τότε γαρ ταύτης αισθάνονται, ωσανεί τοις σωματικοίς οφθαλμοίς ορώντες αυτήν, έκαστος κατά την αναλογίαν και αιτίαν του συμβαίνοντος πειρασμού, όπως προς ανδρείαν τους αγωνιστάς αλείψη, ως επί του Ιακώβ και Ιησού του Ναυή και των τριών Παίδων και Πέτρου και των λοιπών αγίων, οις εν ανθρωπίνω σχήματι τινι εφαίνετο, θαρσοποιούσα και στηρίζουσα προς την ευσέβειαν.
Ει δε λέγεις ταύτα τοις άγίοις οικονομικώς δεδόσθαι παρά του Θεού, και ιδίως των τοιούτων οπτασιών ηξιούντο, εστωσάν σοι προς ανδρείας υποδείγματα οι άγιοι μάρτυρες, οίτινες πολλάκις μεν πολλοί, ενίοτε δε εις καθείς, και εν πολλοίς τόποις και διαφόροις, δια Χριστόν ηγωνίσαντο και τη εν αυτοίς εληλυθυία δυνάμει ανδρείως υπέμειναν πηλίνοις σώμασι τάς ζέσεις του σιδήρου και τάς παντοδαπάς κολάσεις, πράγματα υπέρ φύσιν. Τοις τοιούτοις γαρ φανερώς εφαίνοντο οι άγιοι Άγγελοι, ίνα μάθη έκαστος, ότι δαψιλώς η θεία πρόνοια επ' εκείνους πρόεισι, τους κατά πάντα τρόπον και πάντα πειρασμόν και πάσαν θλίψιν δι' αυτόν υπομένοντας, προς επίδειξιν της αυ¬τών ανδραγαθίας και αισχύνην των εχθρών αυτών. Και γαρ όσον οι άγιοι ταίς τοιαύταις οπτασίαις ηνδρίζοντο, τοσούτον οι υπεναντίοι τη αυτών καρτερία εθυμομάχουν και εμαίνοντο.
Και τίγρη λέγειν περί τε ασκητών, των του κόσμου ξένων και αναχωρητών, οίτινες την έρημον επόλισαν, και Αγ¬γέλων εποίησαν σκήνωμα καταγώγιον, προς ους αεί εφοίτων, δια την της πολιτείας αυτών κατάστασιν και ως ενός Δεσπότου υπασπισταί κατά καιρόν αλλήλοις ως συνασπισταί συνεγίνοντο; Οίτινες πάσας τάς ημέρας της ζωής αυτών την ερημίαν ησπάζοντο, και εν όρεσι και σπηλαίοις και ταίς οπαίς της γης την κατοίκησιν είχον, δια την προς τον Θεόν αγάπην. Και κα¬θώς τα γήινα καταλιπόντες, τα ουράνια ηγάπησαν και Αγγέλων μιμηταί γεγόνασι, κατά τούτο δικαίως και αυτοί οι άγιοι Άγγε¬λοι την αυτών θέαν ουκ απέκρυψαν εξ αυτών και την τούτων θέλησιν επλήρουν πάσαν.
Αλλά και κατά καιρούς αυτοίς εφαίνοντο, το όπως χρή αυτούς πολιτεύεσθαι διδάσκοντες. Και ποτέ μεν απορούμενα τινά αυτοίς εσαφήνιζον, ποτέ δε οι άγιοι τούτους επηρώτωντο δέον. Και ποτέ μεν καθ’ οδόν πλανωμένους τούτους ωδήγουν, ποτέ δε πειρασμοίς περιπεσόντας ελυτρούντο. Και ποτέ μεν, αιφνιδίου συμπτώματος και κινδύνου επερχομένου, εκ μέσου τούτους διήρπαζον, ως εξ όφεως ή πέτρας ή σχίδακος ή λίθου βολής, ποτέ δε, φανερώς του εχθρού πολεμούντος τοις αγίοις, οφθαλμοφανώς εδείκνυντο και προς βοήθειαν αυτών απεστάλθαι έλεγον και θάρσος και ευτολμίαν και παραψυχήν αυτοίς ενεποίουν. Και άλλοτε μεν ιάσεις δι' αυτών επετέλουν, ενίοτε δε αυτούς τους αγίους πάθεσι τισιν εμπεσόντας ίωντο. Και ποτέ μεν, τα σώματα αυτών ασιτεία καταπεσόντα, αφή χει¬ρός ή λόγοις υπέρ φύσιν ενεδυνάμουν και ενίσχυον, ποτέ δε τροφήν αυτοίς προσεκόμιζον, άρτους, εσθ' ότε και θερμούς και άλλα τινά προσφάγια. Και τισί μεν αυτών την μετάστασιν προεδήλουν, τισι δε και τον τρόπον της μεταστάσεως.
Και τι δει πολλά καταριθμείν, τα την προς ημάς των αγίων Αγγέλων αγάπην παριστώντα και την εις τους δικαίουςάπασαν επιμέλειαν; και γαρ ως τίνες αδελφοί των μικρότερωνμείζονες, ούτως ημών προνοούνται. Είρηται δε ταύτα, ίνα πάς τις μάθη, «Ότι εγγύς Κύριος πάσι τοις επικαλουμένοις αυτόν εν αληθεία», και όσην πρόνοιαν ποιείται είς τους εκδεδωκότας εαυτούς τη αυτού ευαρεστήσει και ολοκαρδίως αύτω ακολουθούντας.
Εάν πιστεύσης, ότι ο Θεός πρόνοιαν σου ποιήται, τι μεριμνάς και φροντίζεις περί πρόσκαιρων και των της σαρ¬κός σου χρειών; Ει δε ου πιστεύεις, ότι πρόνοιαν σου ποιείται ο Θεός, και δια τούτο φροντίζεις εκτός αυτού τα περί της χρείας σου, ταλαιπωρότερος ει πάντων ανθρώπων. Και ίνα τί και ζής η και ζήση; «Επίρριψον επί Κύριον την μέριμνάν σου, και αυ¬τός σε διαθρέψει», και «ου μη πτοηθής πτόησιν επερχομένην σοι».
Ο καθάπαξ εαυτόν αφιερώσας τω Θεώ, εν αναπαύσει νοός διάγει. Εκτός ακτημοσύνης ου δύναται η ψυχή ελευθερωθήναι εκ της ταραχής των λογισμών, και εκτός της ησυχίαςτων αισθήσεων, της ειρήνης της διανοίας ουκ αισθηθήσεται.
Εκτός του εισελθείν είς πειρασμούς, την σοφίαν του Πνεύμα¬τος ου μη τις κτήσηται και εκτός επιπόνου αναγνώσεως, την λεπτότητα των λογισμών ου γνώσεται και εκτός γαλήνης των λογισμών, ο νους εν αποκρύφοις μυστηρίοις ου κινηθήσεται και εκτός της δια πίστεως πεποιθήσεως, ου δύναται η ψυχή μετά θάρσους κατατολμήσαι των πειρασμών και εκτός δε πεί¬ρας της σκέπης του Θεού εναργούς, ελπίσαι η καρδία επ' αυτόν ου δύναται και εκτός του γεύσασθαι την ψυχήν των παθημάτων του Χριστού εν γνώσει, κοινωνίαν μετ' αυτού ου μη σχή.
Τούτον άνθρωπον του Θεού λογίζου είναι, τον δια πολλήν ευσπλαγχνίαν εαυτόν θανατώσαντα της αναγκαίας χρεί¬ας. Ο γαρ ελεών πτωχόν, τον Θεόν έχει μεριμνώντα περί αυ¬τού, και ο δι' αυτόν πτωχεύων, εύρε θησαυρούς ανελλιπείς.
Ο Θεός ου χρήζει τινός, ευφραίνεται δε όταν ίδη τινά αναπαύοντα την εικόνα αυτού και τιμώντα αυτήν δι' αυτόν.Όταν τις αιτήσηται εκ σου όπερ έχεις, μη είπης εν τη καρδίασου, ότι εάσω τούτο τη ψυχή μου, ίνα αναπαύσωμαι εν αυτώ, και ο Θεός μέλλει αυτώ χορηγήσαι αλλαχόθεν την χρείαν αύτου. Αδίκων γαρ εστί τα ρήματα ταύτα και μη γινωσκόντων τον Θεόν. Δίκαιος και χρηστός άνθρωπος την εαυτού τιμήν ου δίδωσιν άλλω, ουδέ τον της χάριτος καιρόν απράκτως συγχω¬ρήσει παρελθείν. Ο μεν πτωχός και επιδεής άνθρωπος χορηγείται υπό Θεού, συ δε απεστράφης την εκ Θεού τιμήν σου και εμάκρυνας την χάριν αυτού από σου, στρέψας τον πένητα. Όταν ούν δώς, ευφραίνου και ειπέ Δόξα σοι ο Θεός, ότι ηξίωσας με ευρείν τίνα αναπαύσαι. Ει δε ουκ έχεις ο δώσεις, μάλλον χάρηθι και ειπέ ευχαριστών τω Θεώ'
Ευχαριστώ σοι ο Θεός μου, ότι έδωκας μοι ταύτην την χάριν και την τιμήν, του πτωχεύσαι υπέρ του ονό¬ματος σου, και ηξίωσας με γεύσασθαι της θλίψεως της εν τη οδώ των εντολών σου τεθείσης, εν τε αρρω¬στία και πτωχεία, καθώς εγεύσαντο οι άγιοι σου, οι περιπατήσαντες εν τη οδώ ταύτη.
Και όταν ασθενής, ειπέ
Μακάριος ο αξιωθείς υπό του Θεού πειρασθήναι εν οίς κληρονομούμεν την ζωήν. Τάς γαρ αρρωστίας δια την υγείαν της ψυχής επάγει ο Θεός. Είπε γαρ τις των αγίων
Τούτο εσημειωσάμην, ότι μοναχός μη θεαρέστως δουλεύων τω Κυρίω και μη σπουδαίως αγωνιζόμενος εις την σωτηρίαν της εαυτού ψυχής, αλλ' αμελώς περί την άσκησιν των αρετών διακείμενος, πάντως παραχωρείται υπό του Θεού πειρασμοίς περιπεσείν, ίνα μη αργήση και εκ της πολλής αργίας αυτού νεύση επί τα χείρονα.
Δια τούτο γούν επιρρίπτει ο Θεός πειρασμούς έπι τους ράθυ¬μους και αμελείς, ίνα εν τούτοις μελετώσι και μη εν τοις ματαίοις ποιεί δε τούτο ο Θεός αεί εν τοις αγαπώσιν αυτόν, ίνα παιδεύση και σοφίση και διδάξη αυτούς το θέλημα αυτού. Και όταν δεηθώσιν αυτού, ουκ εισακούει αυτών ταχέως, έως αν ατονήσωσι και μάθωσιν ασφαλώς, ότι εκ της αμελείας και ραθυμίας αυτών συμβέβηκεν αυτοίς ταύτα. Γέγραπται γαρ, «όταν εκτείνητε τάς χείρας υμών προς με, αποστρέψω τους οφθαλμούς μου αφ' υμών. Και εάν πληθύνητε την δέησιν, ουκ εισακούσομαι υμών». Και γαρ, ει και περί άλλων τούτο είρηται, άλλ' ουν περί των εγκαταλιμπανόντων την οδόν του Κυρίου γέγραπται.
Επειδή δε τον Θεόν πολυέλεον είναι φάσκομεν, τίνος ένεκεν εν τοις πειρασμοίς κρούοντες διηνεκώς και δεόμενοι,ουκ εισακουόμεθα, αλλά την ημών δέησιν παρορά; Ή πάντωςδιδασκόμεθα τούτο παρά του Προφήτου λέγοντος, «ου μικρά η χειρ Κυρίου του εξελέσθαι, ουδέ βαρήκοος εστί του ακούσαι, αλλ' αι αμαρτίαι ημών διεχώρισαν ημάς άπ' αυτού και αι ανομίαι ημών απέστρεψαν το πρόσωπον αυτού, του μη εισακούειν»; Μνημόνευε του Θεού εν παντι καιρώ, και μνημονεύει σου και αυτός, όταν εμπέσης εις κακά.
Η φύσις σου δεκτική των παθών γέγονε και του παρόντος κόσμου οι πειρασμοί πολλοί γεγόνασι, και ουκ απέχουσιναπό σου τα κακά, άλλ' ενδοθέν σου βρυουσί σοι και υποκάτωτων ποδών σου. Εκ του τόπου, εν ω έστηκας, μη εξέλθης, και όταν ο Θεός επινεύση, ελευθερωθήση τούτων. Και καθάπερ εγγίζουσιν αλλήλοις τα βλέφαρα, ούτω και οι πειρασμοί εγγύς των ανθρώπων είσί. Ταύτα δε ωκονόμησεν ό Θεός εν σοφία, δια την σήν ωφέλειαν, όπως επιμόνως κρούης την θύραν αυτού και τω φόβω των θλιβερών ενσπαρή η μνήμη αυτού εν τη ση διανοία και πλησιάσης αυτώ δια των εντεύξεων και αγιασθή σου η καρδία τη διηνεκεί αυτού μνήμη. Και δεομένου σου, εισακούσεται σου, και μαθήση, ότι ο Θεός εστίν ο εξαιρούμενος σε, και αισθηθήση του πλάσαντός σε και προνοούντος και φυλάττοντος και του δια σε διττόν κόσμον πεποιηκότος' ένα μεν ως διδάσκαλον και παιδευτήν πρόσκαιρον, έτερον δε ως πατρικόν δόμον και σήν κληρονομίαν αιώνιον.
Ουκ εποίησέ σε ο Θεός ανεπίδεκτον των λυπηρών, ίνα μη,της θεότητος εφιέμενος, κληρονομήσης όπερ και ο πρινεωσφόρος, ύστερον δε δια της επάρσεως Σατανάς γενόμενος,εκληρονόμησεν. Ομοίως δε ουδέ ακλινή και ακίνητόν σε εποίησεν, ίνα μη γένη ως η των αψύχων φύσις, και γένηταί σοι τα αγαθά ακερδή και άμισθα, ως τοις αλόγοις τα φυσικά πλεονε¬κτήματα τα κτηνώδη. Οπόση γαρ ωφέλεια και ευχαριστία και ταπείνωσις εντίκτεται εκ της των σκολόπων τούτων επαγω¬γής, πάσι ράδιόν εστί καταμαθείν.
Φανερόν ούν εστίν, ότι το αγωνίσασθαι εις τα αγαθά και εκκλίναι από των κακών, εν ημίν εστί. Και η τιμή και ηατιμία, αι εκ τούτων γινόμεναι, εις ημάς αναφέρονται. Τη μενγαρ ατιμία αισχυνόμενοι φοβούμεθα, τη δε τιμή την ευχαριστίαν τω Θεώ προσάγομεν και προς την αρετήν επεκτεινόμεθα. Τού¬τους τους παιδαγωγούς σοι ο Θεός επλήθυνεν, ίνα μη, ελεύθε¬ρος ων εξ αυτών και ανεπίδεκτος των θλιβερών και υπεράνω παντός φόβου, επιλάθη Κυρίου του Θεού σου και εκκλίνης απ' αυτού και εμπέσης εις πολυθεϊαν, καθώσπερ και άλλοι πολλοί, καίτοι ομοιοπαθείς σοι όντες και τοις τοιούτοις λυπηροίς μαστιζόμενοι, εν μια καιρού ροπή δια πρόσκαιρον και ευτελή εξουσίαν και ευεξίαν, ου μόνον εις πολυθείαν εξέπεσον, αλλά και εαυτούς αφρόνως θεομηνίσαι κατετόλμησαν.
Τούτου ούν χάριν εν τοις θλιβεροίς συνεχώρησέ σε είναι. Ενίοτε δε ίνα μη, εκκλίνας, παροργίσης αυτόν και τη επαγωγή της τιμωρίας εξολοθρεύση σε από προσώπου αυτού. Εώ γαρ λέγειν την ασέβειαν και τάς λοιπάς βλασφημίας τάς τικτομένας εκ της του βίου ευημερίας και αφοβίας, καν τα προειρημένα μη τολμήση τις ειπείν. Τούτον χάριν δια τε των παθών και των λυπηρών επλήθυνε την μνήμην αότού εν τη καρδία σου και τω φόβω των εναντίων εξύπνισε σε προς την της ευσπλαγχνίας αυτού πύλην, και δια της εκ τούτων απολυτρώσεως και αιτίας την προς αυτόν αγάπην σοι εγκατέσπειρε. Καταβαλών δε την αγάπην, τη της υιοθεσίας τιμή προσήγγισέ σε και την πλουσίαν αυτού χάριν, οπόση εστίν, επιδείκνυσί σοι. Πόθεν γαρ εγίνωσκες την τοιαύτην αυτού πρόνοιαν και κηδεμονίαν, εί μη σοι τα εναντία συνέβαινον; Διότι ως επί το πλείστον εκ τούτων δυνατόν πληθυνθήναι την αγάπην του Θεού εν τη ψυχή σου, του¬τέστιν εκ της κατανοήσεως των αυτού χαρισμάτων και της μνήμης του πλήθους της προνοίας αυτού.
Ταύτα σοι πάντα τα αγαθά εκ των λυπηρών γεννώνται, ίνα μάθης ευχαριστείν. Λοιπόν μνημόνευε του Θεού, ίνα σου και αυτός πάντοτε μνημόνευση, και μνημονεύσας και διασώσας σε, λήψη παρ' αυτού πάντα μακαρισμόν. Μη έπιλάθου αυτού, μετεωριζόμενος εν τοις ματαίοις, ίνα μη σου έπιλάθηται εν τω καιρώ των πολέμων σου. Εν τη ση εύθηνίφ γενού αύτω υπή¬κοος, ίνα εν ταίς θλίψεσι σχής προς αυτόν παρρησίαν, δια της καρδιακής και επιμόνου προς αυτόν εντεύξεως.
Καθάρισον σεαυτόν ενώπιον Κυρίου διαπαντός, έχων την μνήμην αυτού εν τη καρδία σου, ίνα μη, χρονίσας έξωθεν της μνήμης αυτού, απαρρησίαστος γένη όταν εισέλθης προς αυ¬τόν διότι η παρρησία η προς τον Θεόν εκ της προς αυτόν συνεχούς ομιλίας γίνεται και της πολλής προσευχής. Η προς αν¬θρώπους σχέσις και διαμονή δια του σώματος εστίν, η δε προς Θεόν σχέσις δια της ψυχικής μνήμης και της των δεήσεων προσοχής και ολοκαυτώσεως, εκ δε της πολλής διαμονής της αυτού μνήμης, προς έκπληξιν και θαύματα κατά καιρόν μετατίθεται «ευφρανθήσεται γαρ καρδία ζητούντων τον Κύριον».
Ζητήσατε τον Κύριον, ώ κατάδικοι, και κραταιώθητε τη ελπίδι, ζητήσατε το πρόσωπον αυτού δια μετανοίας, αγιασθήσεσθε τω αγιασμώ του προσώπου αυτού και των αμαρτιών υμών αποκαθαρισθήσεσθε. Δράμετε προς Κύριον, όσοι εν αμαρτίαις υπεύθυνοι, τον δυνάμενον συγχωρείν αμαρτή¬ματα και παροράν πλημμελήματα μεθ' όρκου γαρ είρηκε δια του Προφήτου λέγων «ζω εγώ, λέγει Κύριος- ου βούλομαι τον θάνατον του αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν» και πάλιν «όλην την ημέραν διεπέτασα τάς χείρας μου προς λαόν απειθούντα και αντιλέγοντα». Και πάλιν «ίνα τι θανάτω αποθνήσκετε, οίκος Ισραήλ;» «επιστράφητε προς με, και επιστραφήσομαι προς υμάς» • και πάλιν «εν η αν ημέρα επιστραφή ο αμαρτωλός από της οδού αυτού και επιστρέψη προς Κύριον και ποίηση κρίμα και δικαιοσύνην, των ανομιών αυτού ου μη μνησθώ ζών δε ζήσεται, λέγει Κύριος, και ο δίκαιος, εάν εγκα¬ταλείψη την δικαιοσύνην αυτού και αμαρτήσας αδικήση, της δι¬καιοσύνης αυτού ου μη μνησθώ, άλλ' ολίσθημα θήσω ενώπιον αυτού και εν τω σκότει των έργων αυτού αποθανείται επιμείνας αυτοίς». Τίνος ένεκεν; Διότι ό αμαρτωλός ου σκελισθήσεται τη εαυτού αμαρτία η αν ημέρα επιστρέψη προς Κύριον. Και του δικαίου η δικαιοσύνη ου λυτρώσεται αυτόν, η αν ημέρα αμάρτη, ει γε επιμείνη τω τοιούτω αμαρτήματι.
Και τω Ιερεμία δε ούτως είρηκεν ο Θεός «ανάλαβε συ μεμβράνην και όσα αν σοι είπον γράψον από των ημε¬ρών Ιωσίου του βασιλέως Ιούδα μέχρι της σήμερον πάντα τα κακά, όσα σοι είπον επάξαι τω λαώ τούτω, ίνα, ακούσας και φοβηθείς, καταλείψη άνθρωπος την οδόν αυτού την πονηράν και επιστραφέντες μετανοήσωσι και αφέλωμαι τάς αμαρτίας αυτών». Και η σοφία είπεν «ο κρύπτων την αμαρτίαν αυτού, ου χρησιμεύσει, ο δε ομολογών τάς εαυτού αμαρτίας και διαπεράσας αυτάς, ελέους τεύξεται παρά του Θεού». Και ο Ησαίας φησίν «εκζητήσατε τον Κύριον και ευρόντες, επικαλέσασθε αυτόν και προσεγγίσαντες, καταλειψάτω την ιδίαν οδόν ο αμαρτωλός και ο άδικος ανήρ τάς εαυτόν ενθυμήσεις, και επιστράφητε προς με, καγώ ελεήσω υμάς αι γαρ ενθυμήσεις μου ου κατά τάς υμετέρας ενθυμήσεις, ουδέ αι οδοί μου κατά τάς υμετέρας οδούς. Εάν ούν ακούσητε μου, τα αγαθά της γης φάγεσθε. Δεύτε προς με και υπακούσατε μου, και ζήσεσθε τη ψυχή υμών». Όταν φυλάξης τάς οδούς Κυρίου και ποιήσης τα θελήματα αυτού, τότε έλπισον επί Κύριον και επικάλεσαι αυ¬τόν, και επιβοωμένου σου ερεί σοι, «ιδού πάρειμι».
Επελθόντος τω αδίκω πειρασμού, ουκ έχει πεποίθησιν επικαλέσασθαι τον Θεόν, ουδέ προσδοκήσαι την εξ αυ¬τού σωτηρίαν. Διότι εν ημέραις αναπαύσεως αυτού εμακρύνθη από του θελήματος του Θεού. Πριν του πολέμου άρξη, επιζήτησον την συμμαχίαν, και προ του αρρωστήσαι, αναζήτησον τον θεραπευτήν. Και πριν επέλθη σοι τα θλιβερά, πρόσευξαι, και εν τω καιρώ των λυπηρών ευρήσεις αυτόν και επακούσεταί σου.
Προ του σε ολισθήσαι, επικάλεσαι και δεήθητι, και προ του σε εύξασθαι, ετοίμασον τάς υποσχέσεις, τα εντεύθεν φημι εφόδια. Η κιβωτός του Νώε εν τω καιρώ της ειρήνης κατεσκευάσθη και προ εκατοστού έτους τα ξύλα αυτής εφυτεύετο, εν δε τω καιρώ της οργής, οι μεν άδικοι απώλοντο, τω δε δικαίω σκέπη εγένετο.
Στόμα άδικον δια προσευχής εμφράττεται. Η γαρ κατάγνωσις της συνειδήσεως απαρρησίαστον ποιεί τον άνθρωπον. Καρδία αγαθή καταφέρει δάκρυα μετά χαράς εν τη προσευχή. Οις ο κόσμος νενέκρωται, ούτοι τάς επηρείας μετά χαράς υπομένουσιν. Οίς δε ζή ο κόσμος, ούτοι ου δύνανται αδικίαν υπομείναι, αλλ' η υπό της κενοδοξίας νικώμενοι οργίζον¬ται και ταράττονται αλόγως κινούμενοι ή υπό της λύπης αλίσκονται. Ω, πώς δυσκατόρθωτος εστίν η τοιαύτη αρετή και πόσην δόξαν κέκτηται παρά τω Θεώ! Ο θέλων την αρετήν ταύτην κατορθώσαι, ήγουν το αδικείσθαι και μακροθυμείν, χρήζει μακρυνθήναι των ιδίων αυτού και ξενητεύσαί διότι ου δύναται αυτήν εν τη ιδία πατρίδι κατορθώσαι. Των γαρ μεγά¬λων και δυνατών εστίν υπομείναι της αρετής ταύτης την αλγηδόνα, μέσον των ιδίων όντων, και οις ο κόσμος ούτος τέθνηκε, πάσης της παρούσης παρακλήσεως απελπίσασιν.
Ώσπερ ή χάρις πλησιάζει τη ταπεινοφροσύνη, ούτω και τηυπερηφανία οδυνηροί συμβάσεις. Οφθαλμοί Κυρίου επί τους ταπεινόφρονας του ευφράναι αυτούς, πρόσωπον δε Κυρίουκατ' ενώπιον υπερηφάνων, του ταπεινώσαι αυτούς. Η ταπείνωσις δια παντός δέχεται παρά Θεού το έλεος, τη δε σκληροκαρδία και ολιγοπιστία συναντήματα φοβερά προσυπαντώσι. Σμίκρυνον σεαυτόν εν πασι προς πάντας ανθρώπους, και υψωθήση επάνω των αρχόντων του αιώνος τούτου. Προκατάλαβε πάντας δια του σου ασπασμού και της προσκυνήσεως, και τιμηθήση υπέρ τους δωροφορούντας χρυσίον σουφείρ.
Εξευτέλισον σευατόν, και όψει την δόξαν του Θεού ενσευατώ. Όπου γαρ βλαστάνει η ταπείνωσις, εκεί η τουΘεού δόξα βρύει. Εάν φανερώς εξουδενωθήναι αγωνίση υπό πάντων ανθρώπων, ποιείν σε δοξασθήναι ό Θεός, εάν δε εν τη 5 καρδία σου, δείκνυσί σοι ο Θεός την δόξαν αυτού. Γενού ευκαταφρόνητος εν τη μεγαλωσύνη σου, και μη μέγας εν τη ελαχιστία σου.
Σπούδασον του καταφρονηθήναι, και της τιμής του Θεούεμπλησθήση. Μη ζήτησης τιμηθήναι, πεπληρωμένος ωνέσωθεν τραυμάτων. Ψέξον την τιμήν, ίνα τιμηθής, και μη αγαπήσης αυτήν, ίνα μη ατιμασθής. Ο τρέχων όπισθεν της τιμής, φεύγει από έμπροσθεν αυτού, και ο φεύγων αυτήν, καταδιώξεται αυτόν και κήρυξ γίνεται πάσιν ανθρώποις της ταπεινώσεως αυτού. Ει καταφρονείς σεαυτου, ίνα μη τιμηθής, ο Θεός δημο¬σιεύσει σε, ει δε δια την αλήθειαν ψέξεις σεαυτόν, επιτρέπει ο Θεός πάσι τοις κτίσμασιν αυτού επαινέσαι σε, και ανοίξουσιν έμπροσθεν σου την θύραν της δόξης του πλαστουργού σου και επαινέσουσί σε. Διότι συ εν αληθεία κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν αυτού υπάρχεις.
Άνθρωπον ταίς μεν αρεταίς διαλάμποντα, τοις δε ανθρώποις ευτελή φαινόμενον, φωτεινόν μεν τω βίω, σοφόν δετη γνώσει, και ταπεινόν τω πνεύματι, τις τεθέαται; Μακάριος οταπεινών εαυτόν εν πασιν, ότι υψωθήσεται. Ο γαρ δια τον Θεόν ταπεινών εαυτόν εν πασιν και σμικρύνων, υπό του Θεού δοξάζεται και ο δια τον Θεόν πεινών και διψών, μεθύσει αυ¬τόν ο Θεός των αγαθών αυτού. Και ο δια τον Θεόν γυμνητεύων, ενδύεται υπ' αυτού στολήν αφθαρσίας και δόξης, και ο δι' αυτόν πτωχεύων, τω αληθινώ αυτού πλούτω παρακαλείται.
Εξουδένωσον σεαυτόν δια τον Θεόν και, σου αγνοούντος, πληθυνθήσεταί σου η δόξα εν πάση τη ζωή σου. 'Εχε σεαυτόν αμαρτωλόν, ίνα δικαιωθής εν πάση τη ζωή σου. Γίνου ιδιώτης εν τη σοφία σου, και μη φανής σοφός, ιδιώτης ων. Και εάν τον αφελή και αμαθή η ταπείνωσις υψοί, πόσης οίει τιμής τοις μεγάλοις και τιμίοις πρόξενον γίνεσθαι;
Φεύγε την κενοδοξίαν, και δοξασθήση, και φοβήθητι τηνυπερηφανίαν, και μεγαλυνθήση. Ου τοις υιοίς των αν¬θρώπων διεμηνύθη η κενοδοξία, ουδέ η υψηλοφροσύνη τω γέ¬νει των γυναικών. Ει εκουσίως απετάξω πάσι τοις βίου πράγμασι, περί μηδανιμού πράγματος μηδαμώς μετά τίνος φιλονεικήσης. Εί την κενοδοξίαν εβδελύξω, φεύγε τους αγρεύοντας αυτήν. Φεύγε τους φιλοκτήμονας, ως και το κτάσθαι. Μάκρυ¬ναν σεαυτόν από των σπαταλώντων, ως και από της σπατά¬λης. Φεύγε τους ακόλαστους, ως και την ακολασίαν. Ει γαρ η ψιλή των είρημενων μνήμη ταράττει την διάνοιαν, πόσω μάλ¬λον η θεωρία και η μετ' αυτών διαγωγή; Προσέγγισον τοις δικαίοις, και δι' αυτών τω Θεώ πλησιάσεις. Συναναστρέφου τοις έχουσι ταπείνωσιν, και μάθηση τους τρόπους αυτών. Εί γαρ η θεωρία των είρημενων ωφέλιμος, πόσω μάλλον η διδασκαλία του στόματος αυτών;
Αγάπησον τους πτωχούς, ίνα δι' αυτών και συ τεύξη του ελέους. Μη προσέγγισης τοις φιλονείκοις, ίνα μη αναγκασθής έξω γενέσθαι της σης γαλήνης. Μη αηδώς φέρε τάς δυσοσμίας των αρρώστων, και μάλιστα των πενήτων, επειδή και συ σώμα περίκεισαι. Μη επιπλήξης τους τεθλιμμένους τη καρδία, ίνα μη τη ράβδω αυτών μαστιχθής και ζητήσης παρακαλούντας, και ου μη εύρης. Μη εκφαυλίσης τους ηκρωτηριασμένους, ότι πάντες εις τον άδην ισοτίμως πορευσόμεθα. Αγάπησον τους αμαρτωλούς, μίσησον δε τα έργα αυτών, και μη καταφρόνησης αυτών δια τα ελαττώματα αυτών, μη ποτέ και συ πειρασθής εν οίς είσι. Μνήσθητι, ότι κοινωνός ει της γεηράς φύσεως, και πάσιν ευ ποιεί. Μη επίπληττε τους δεομένους της σης ευχής, και των μαλθακών λόγων τήςπαρακλήσεως μη απο¬στέρει, ίνα μη απόλωνται και απαιτηθής τάς ψυχάς αυτών, άλλα μίμησαι τους ιατρούς, οίτινες τα θερμότερα πάθη ιώνται τοις ψυχροτέροις φαρμάκοις, και τα ψυχρότερα τοις εναντίοις.
Ανάγκασον σεαυτόν, όταν υπαντήσης τω πλησίον σου, ίνα τίμησης αυτόν υπέρ το μέτρον αυτού. Φίλησον δε τάς χεί¬ρας αυτού και τους πόδας, και κράτησον αύτάς πολλάκις μετά πολλής τιμής και επίθες αυτάς επί τους οφθαλμούς σου και επαίνεσον αυτόν και εις άπερ ουκ έχει. Όταν δε χωρισθή από σου, λάλησον περί αυτού πάν αγαθόν, και ει τι τίμιον. Εν γαρ τούτοις και τοις τοιούτοις έλκεις αυτόν εις το αγαθόν και αναγ¬κάζεις αυτόν αίσχύνεσθαι εκ της προσηγορίας, ης προσηγόρευσας αυτόν, και σπείρεις εις αυτόν σπέρματα αρετής. Εκ δε της τοιαύτης συνήθειας, ης σεαυτόν εθίζεις, τυπούται εν σοι τύπος αγαθός, και ταπείνωσιν πολλήν κτήση εν σεαυτω, και χωρίς κόπου κατορθοίς τα μεγάλα. Ου μόνον δε τούτο, άλλα και εάν έχη τινά ελαττώματα, τιμώμενος υπό σου, ευχερώς δέχεται παρά σου την θεραπείαν, αισχυνόμενος εκ της τιμής, ης εποίησας αυτώ.
Ούτος ο τρόπος έστω σοι αεί, το ευπροσήγορον και τιμητικόν είναι προς πάντας, και μη παροξύνης τινά ή ζηλώσης, μήτε δια πίστιν μήτε δια τα έργα αυτού τα κακά, αλλά φύλαττε σεαυτόν, του μη μέμψασθαι ή έλεγξαι τινά εν τινί έχομεν γαρ κριτήν απροσωπόληπτον εν ουρανοίς. Ει δε θέλεις επιστρέψαι αυτόν προς την αλήθειαν, λυπήθητι υπέρ αυτού και μετά δακρύων και αγάπης είπε αυτώ λόγον ένα ή δύο,και μη πυρωθής τω θυμώ κατ' αυτού, και όψεται εν σοι σημείον έχθρας. Η γαρ αγάπη ουκ οίδε θυμούσθαι ή παροξύνεσθαι ή μέμφεσθαι τίνα εμπαθώς. Ένδειξις της αγάπης και της γνώσεως εστίν η ταπεινωσις, ήτις τίκτεται από συνειδήσεως αγαθής.
Εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα και το κράτος συν τω Πατρί και τω αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Δημοσίευση από fotis »

ΛΟΓΟΣ ΣΤ': ΠΕΡΙ ΩΦΕΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Ισχυρός εστίν αληθώς και δυσχερής και δύσκολος ο αγών γινόμενος εν τοις πράγμασι, και όσον εάν δύνηται ο άνθρωπος γενέσθαι αήττητος και ισχυρός, όταν πλησιάσωσιν αύτω αι των προσβολών αιτίαι, των πολέμων και των αγώνων, φόβος προσκολλάται αυτώ και ταχύς εις πτώσιν γίνεται, πολύ πλέον της απαντήσεως του φανερού πο¬λέμου του διαβόλου. Διότι, όσον ου μακρύνεται ο άνθρωπος εξ ων η καρδία αυτού πτοείται, αεί γίνεται τω εχθρώ αυτού τόπος κατ' αυτού, και εάν μικρόν νυστάξη, ευχερώς απόλλυσιν αυτόν. Όταν γαρ η ψυχή κρατηθή εν ταίς βλαβεραίς απαντήσεσι του κόσμου, αύται αι απαντήσεις γίνονται αυτή σκόλοπες, και ωσανεί φυσικώς ηττάται, όταν αυταίς υπαντήση.
Και τοίνυν οι Πατέρες ημών οι αρχαίοι, οι πορευθέντες εν ταύταις ταίς τρίβοις, επισταμένοι ως ουκ εν παντι καιρώ ο νους έρρωται, ουδέ δύναται ίστασθαι εν τάξει μιά ακλινώς και τηρείν την εαυτού φρουράν, γίνεται δε εν καιρώ μη δύνασθαι κατιδείν εις τα βλάπτοντα αυτόν, διεσκέψαντο εν σοφία και ημφιάσαντο την ακτημοσύνην ως όπλον, την εκ πολλών αγώνων ελευθέραν υπάρχουσαν, καθώς γέγραπται, ίνα ούτω δια της ενδείας αυτού ο άνθρωπος εξειλήσαι δυνηθείη εκ πολ¬λών παραπτωμάτων. Και απήλθον εις την έρημον, εν ή ουκ εστί πράγματα, άπερ εισίν αιτίαι των παθών, ίνα μηδέ όταν ώρα γένηται αυτούς ασθενήσαι, εύρωσι τάς αιτίας των πτώσε¬ων, λέγω δη του θυμού και της επιθυμίας και της μνησικακίας και της δόξης, άλλ' ίνα ταύτα τε και τα λοιπά τούτων ελαφρά γένωνται, δια την έρημον εκείνην. Εν αυτή γαρ ωχύρωσαν εαυτούς και ετείχισαν, ως πύργω ακαταμαχήτω, και τότε ηδυνήθησαν έκαστος αυτών τελειώσαι τον εαυτού αγώνα εν ησυχία, όπου αι αισθήσεις ούχ εύρον βοήθειαν συγγενέσθαι τω αντιπαλαίοντι ημάς εν τη απαντήσει των βλαπτόντων. Κρείσσον γαρ ημίν θάνατος εν τω αγώνι, ή ζήσαι εν τω πτώματι.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Δημοσίευση από fotis »

ΛΟΓΟΣ Ζ΄: ΠΕΡΙ ΤΑΞΕΩΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΡΙΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΝΗΚΟΝΤΩΝ ΑΥΤΟΙΣ
Αύτη εστίν η τάξις η σώφρων και Θεώ προσφιλής, το μή περιβλέπειν τοις οφθαλμοίς ώδε κακείσε, αλλά πάντοτε τοις έμπροσθεν επεκτείνεσθαι και μη αργολογείν, αλλά τα μόνα αναγκαία λαλείν και ενδύμασι πενιχροίς αυταρκείσθαι προς την χρείαν του σώματος, και ούτω τοις βρώμασι τοις συνιστάνουσι το σώμα κεχρήσθαι και μη τη γαστριμαργία. Μεταλαμβάνειν από πάντων προς ολίγον και μη τα μεν εκφαυλίζειν, τα δε εκλέγεσθαι και εκ τούτων θέλειν εμπλήσαι την γαστέρα. Μείζων πάσης αρετής η διάκρισις. Οίνου δε, χωρίς ετέρων ή εκτός ασθενείας ή αδυναμίας, μη μεταλαμβάνης. Μη εκκόψης τον λόγον του λαλούντος και ως απαίδευτος αντιφθέγξη, αλλ’ ως σοφός πάγιος ίσο. Και όπου δ' αν ευρέθης, μικρότερον σεαυτόν λογίζου και υπηρέτην των αδελφών σου.
Μή γύμνωσης έμπροσθεν τινός τι των μελών σου, μη δε προσέγγισης σώματι τίνος, εκτός αναγκαίας αιτίας- μηδέ τω σώματι τω σώ τίνα προσεγγίσαι εάσης, χωρίς εύλογου, ως έφην, αιτίας. Έκκλινον από της παρρησίας, ως από θανάτου. Κτήσαι δε σώφρονα τάξιν τω ύπνω σου, ίνα μη απομακρυνθή από σου η δύναμις η περιφρουρούσα σε, όπου δ' αν κοιμηθής, εί δυνατόν μηδεις σε θεάσηται. Πτύελον έμπροσθεν τίνος μη ρί¬ψης, εάν δε σοι βήξ επέλθη καθημένω, στρέψον σου το πρό¬σωπον εις τουπίσω, και ούτω βήξον. Μετά σωφροσύνης φάγε και πίε, ως πρέπει τέκνοις Θεού.
Μή εκτείνης σήν χείρα του λαβείν τι άπ' έμπροσθεν των εταίρων σου άναιδώς. Εάν δε καθίση μετά σου ξένος, πρότρεψον αυτόν άπαξ και δις εις το φαγείν και ευτάκτως παράθες τη τραπέζη και μη τεταραγμένως. Ευτάκτως κάθισον και συνεσταλμένως, μη γυμνών τι των μελών σου. Όταν χασμάσαι, σκέπαζε σου το στόμα, του μη θεαθήναι, κρατήσαντος γαρ τάς αναπνοάς σου, παρελεύσεται. Εάν εισέλθης εις το κελλίον του σου επιστάτου ή φίλου ή μαθητού, παραφυλάττου τους σους οφθαλμούς, του μη ιδείν τι των όντων εκεί, εάν δε αναγκασθής υπό του λογισμού, πρόσχες, ίνα μη υπακούσης και ποίησης τούτο• ο γαρ εν τούτοις αναιδώς διακείμενος, ξένος εστί του μοναχικού σχήματος και του Χριστού, του τούτο το σχήμα χαρισαμένου ημίν. Μη πρόσχης τοις τόποις, εν οις κέκρυπται τα σκεύη του κελλίου του φίλου σου. Μετά γαλήνης άνοιξον σήν θύραν και κλείσον, και την του εταίρου σου. Μη αιφνιδίως προς τίνα εισέλθης, αλλά, κρούσας έξωθεν και προτραπείς, τότε είσελθε ευλαβώς.
Μη σπουδάσης εν τω σώ βαδίσματι, εκτός αναγκαίας χρείας κατεπειγούσης σε. Γενού τοις πασιν υπήκοος ενπαντι έργω αγαθώ, ίνα μη γένηται έργον διαβολικόν. Εν πραότητι πάσι διαλέγου και μετά σωφροσύνης προς πάντας ατένισον και μη εμπλήσης σους οφθαλμούς από προσώπου τινός. Πορευόμενος εν τη οδώ, μη προκαταλάβης τους μείζονάς σου, εάν δε προκαταληφθη ο εταίρος σου, μικρόν προλαβών, έκδεξαι τούτον. Ο γαρ μη ποιών ούτως, άφρων εστί και χοίρω μη έχοντι νόμον παραπλήσιος. Εάν λαλήση ο εταίρος σου τισιν απαντήσασιν, εκδέχου αυτόν και μη κατεπείγης τούτον. Ο υγι¬ής λεγέτω τω ασθενούντι προ του καιρού, Ποιήσωμεν την χρείαν.
Μή έλέγξης τινά εν τινι παραπτώματι, αλλά σεαυτόν ήγου πασιν υπεύθυνον και του πταίσματος αίτιον. Πάν έρ¬γον ευτελές ποιείν μετά ταπεινοφροσύνης μη απαναίνου μήτε μην παραιτού. Εάν δε παραβιασθής γελάσαι, μη απαναίνου, μη φανώσι σου οι οδόντες. Εάν δε αναγκασθής λαλήσαι γυναιξί, στρέψον σου το πρόσωπον εκ της θέας αυτών, και ούτως αυταίς διαλέγου. Από δε κανονικών απέχου, ως από πυρός και ως από παγίδος διαβόλου, εκ τε της απαντήσεως αυτών και συνομιλίας και θέας, ίνα μη ψυχρανθη η καρδία σου εκ της αγάπης του Θεού και χράνης σου την καρδίαν τω βορβόρω των παθών, καν ώσι σου αδελφαί κατά σάρκα, ως από ξένων σαυτόν παρατήρησαι. Εκ της μίξεως της μετά των ίδιων σου παραφυλάττου, ίνα μη ψυχρανθη ή καρδία σου εκ της αγάπης του Θεού. Τάς μετά νεωτέρων παρρησίας και συντυχίας φεύγε ως φιλίαν διαβόλου. Ένα έχε συνόμιλον και συμμύστην, τον φοβούμενον τον Θεόν και έαυτω προσέχοντα πάντοτε, πτωχόν μεν όντα εν τω κατασκηνώματι αυτού, πλούσιον δε εν τοις του Θεού μυστηρίοις.
Από παντός κρύψον τα σα μυστήρια και τάς σας πράξεις και τους σους πολέμους. Μη καθίσης άνευ επιρριπταρίου έμπροσθεν τίνος, εκτός ανάγκης μετά δε σωφροσύνης είς την αναγκαίαν χρείαν έξελθε, ως ευλαβούμενος τον διατηρουντά σε Άγγελον, και μετά φόβου Θεού διατέλεσον και ανάγκασον σευατόν έως θανάτου, καν η καρδία σου απαρέσκηται.
Κρείσσον σοι φαγείν ιόν θανάσιμον ή μετά γυναικός εσθίειν, καν γένηταί σου μήτηρ ή αδελφή. Κρείσσόν σοι συνοικήσαι δράκοντι ή συγκαθεύδειν νεωτέρω και συσκεπασθήναι, καν γένηταί σου αδελφός κατά σάρκα. Εάν είπη σοι πορευομένω εν όδω τις σου μείζων, "Έρχου ίνα ψάλωμεν', μη παράκουσης αυτού. Εάν δε μη είπη, τη μεν γλώττη σιώπησον, τη δε ση καρδία τον Θεόν δοξολόγησον. Μη αντιστής τινι περί τίνος μήτε μαχεσθής μήτε ψεύση μήτε ομνύης επί τω ονόματι Κυρίου του Θεού σου. Καταφρονήθητι, και μη καταφρόνησης. Αδικήθητι, και μη αδικήσης. Κρείσσον διαφθαρήναι τα σωμα¬τικά μετά του σώματος, ή ζημιωθήναι τι των της ψυχής. Εν κρίσει μετά τίνος μη εισέλθης, άλλ' υπόμεινον κατακριθείς, ακατάκριτος ων. Μη αγαπήσης τη ση ψυχή τι των κοσμικών, άλλ' υποτάγηθι τοις ηγεμόσι και άρχουσι, και της μετ' αυτών μίξεως απέχου. Αύτη γαρ παγίς εστί, παγιδεύουσα τους αμελεστέρους εις απώλειαν.
Ω γαστρίμαργε, ο την ιδίαν ζητών θεραπεύσαι γαστέρα, κρείσσον σοι βαλείν εν τη ση κοιλία άνθρακα πυρός, ή τα τηγανίσματα των ηγουμένων και αρχόντων. Επίχεε σου έπι πάντας το έλεος και γενου συνεσταλμένος από πάντων. Εκ της πολυλογίας σαυτόν παρατήρησον αύτη γαρ σβέννυσι εκ της καρδίας τας νοεράς κινήσεις τας εκ Θεού φυομένας. Φεύγε του δογματίσαι ως από λέοντος ατάκτου μήτε μην μετά των τροφί¬μων της εκκλησίας είς τούτο συνεισέλθης μήτε μετά των αλλό¬τριων. Και είς τας πλατείας των αργίλων ή μαχίμων μη περάσης, ίνα μη εμπλησθή σου η καρδία θυμού και κατακυρίευση της ψυχής σου το της πλάνης σκότος. Υπερηφάνω μη συνοί¬κησης, ίνα μη του αγίου Πνεύματος η ενέργεια αρθή από της ψυχής σου και γένηται οικητήριον παντός πονηρού πάθους.
Ταύτας τάς παραφυλακάς εάν φύλαξης, ώ άνθρωπε, και ασχολήσης σεαυτόν διαπαντός εν τη μελέτη του Θεού, εν αλήθεια οψεταί σου η ψυχή εν εαυτή το φως του Χριστού και εις τον αιώνα μη σκοτάση. Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. Αμήν
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Δημοσίευση από fotis »

ΛΟΓΟΣ Η': ΠΕΡΙ ΤΑΞΕΩΣ ΛΕΠΤΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΣ
Πρόσεχε σεαυτώ, ώ αγαπητέ, αεί και ίδε εν τη συνεχεία των έργων σου και τάς θλίψεις τάς συναντώσας σοι και την χωράν της ερήμου της διαγωγής σου και την λεπτό¬τητα του νοός σου μετά της στρυφνότητος της γνώσεως σου και το μήκος το πολύ της ησυχίας σου μετά των φαρμάκων των πολλών, ήτοι των πειρασμών, των εκ του αληθινού ιατρού επαγόμενων προς υγείαν εκείνου του έσω ανθρώπου, εν καιρώ δη, εκ των δαιμόνων και εν καιρώ εν νόσοις και εν πόνοις του σώματος και εν καιρώ, εν πτοήσει των νοημάτων της ψυχής σου εν ταίς μνήμαις ταίς δειναίς ταίς μελλούσαις είναι εις τα έσχατα εν καιρώ δε, εν τω κεντρισμώ και περιδέσμω της χά-ριτος της θερμής και των γλυκέων δακρύων και της χαράς του πνεύματος μετά των λοιπών, ίνα μη πληθύνω τους λόγους.
Άρα εν πασι τούτοις εντελώς καθοράς, ότι το έλκος σου ήρξατο υγιαίνειν και σφραγίζεσθαι; Τούτο δε εστίν, άρα τα πάθη ήρξαντο ασθενείν; Θού τεκμήριον και είσελθε εν έαυτώ διαπαντός και ίδε ποια μεν των παθών οράς, ότι ησθένησαν κατενώπιον σον, ποια δε εξ αυτών απώλοντο και απέστησαν παντελώς, και ποία εξ αυτών ήρξαντο σιωπάν εκ της υγιείας της ψυχής σου και ουχί εκ της αποστάσεως των πτοούντων, και ποια εκ της διανοίας έμαθε κραταιούσθαι και ουχί εκ της στερήσεως των αίτιων. Και πρόσεχε πάλιν εί άρα βλέπεις παντελώς εντός της σήψεως του έλκους σου, ότι ήρξατο σάρξ ζώσα ανέρχεσθαι, όπερ εστίν η ειρήνη της ψυχής και ποία μεν των παθών ακολούθως και ηπειγμένως εκβιάζονται, και εν ποίω καιρώ και καιρώ και ει είσι ταύτα σωματικά ή ψυχικά ή σύνθετα και σύμμικτα, και εί ως ασθενή εν τη μνήμη κινούνται σκοτεινώς ή ισχυρώς κατά της ψυχής επανίστανται, και εί άρα ως εξουσιάζοντα ή κλεψιμαίω τρόπω, και πώς προ¬σέχει αυτοίς ο νους ο βασιλεύς, ο εξουσιάζων των αισθήσεων. Όταν κύψωσι και συνάψωσι πόλεμον, πολεμεί μετ' αυτών και εξατονείν αυτά ποιεί εν τη ισχύϊ εαυτού ή ουδέ πάλιν εν οράσει καθορά αυτά και ψηφίζει αυτά; Και ποια μεν αυτών απηλείφησαν εκ των παλαιών, ποια δε νεωστί επλάσθησαν; Και τα πάθη δε εν εικονισμώ κινούνται ή εν αισθήσει χωρίς εικονι¬σμών, και εν μνήμη χωρίς πάθους και διαλογισμώ εκτός ερεθι¬σμού; Και εκ τούτων πάλιν δυνατόν γνώναι το μέτρον της ψυχής, πώς ίσταται.
Εκείνα μεν τα πρώτα κατάστασιν ου πεφθάκασι. Διότι ακμήν άγων επίκειται τη ψυχή, καν και ισχυρότητα κατ' αυτών δεικνύει. Ταύτα δε, καθώς είπεν η Γραφή, εν χρήσει «εκάθισε», λέγουσα, «Δαβίδ εν τω οίκω αυτού, και ανέπαυσεν αυτόν ο Θεός εκ των περικύκλω αυτού πάντων». Ταύτα ου περί ενός των παθών νοήσεις, αλλά και μετά των παθών των φυσικών, της επιθυμίας και του θυμού, και τα πάθη της φιλο¬δοξίας της εικονιζούσης τα πρόσωπα και φανταζούσης και είς επιθυμίαν και έφεσιν διεγειρούσης και το πάθος της φιλαργυρίας αύθις, όταν κοινωνή αυτώ η ψυχή κρυπτώς, καν και ου πείθηται είς έργον ελθείν, αλλά τα είδωλα των της φιλαργυρίας πραγμάτων εν τη όλη της συναγωγής του πλούτου εικονίζη εν τω νοί και την ψυχήν πείθη μελετήσαι εν αυτοίς και πόθον εμποιή κτήσασθαι αυτά μετά των λοιπών.
Ουχί πάντα τα πάθη εν προσβολή πολεμούσιν. Έστι γαρ πάθη, τάς θλίψεις μόνον δεικνύοντα τη ψυχή αμέλεια και ακηδία και λύπη, ουκ εν προσβολή ουδέ εν ανέσει προσβάλλουσιν, αλλά βάρος μόνον επιτιθέασι τη ψυχή. Η δε ισχύς της ψυχής εν νίκη κατά των εν προσβολή πολεμούντων δοκιμάζε¬ται, και τούτων πάντων γνώσιν λεπτήν και τεκμήρια χρή τω άνθρώπω έχειν, όπως αισθηθή είς έκαστον βήμα, ο τίθησι, που έφθασε και εν ποία χώρα ήρξατο η ψυχή αυτού πατήσαι, εν τη γη του Χαναάν ή έξωθεν του Ιορδάνου.
Πρόσεχε δε και τούτο. Εάν δια του φωτός της ψυχής ικανή η γνώσις προς διάκρισιν τούτων ή εν σκότει διακρίνη αυτά ή παντελώς εστέρηται εκ των τοιούτων, ευρίσκεις άρα παντελώς, ότι ήρξατο ο λογισμός καθαρεύεσθαι; Δίδωσι τόπον ο μετεωρισμός εν τη διανοία κατά την ώραν της προσευχής; Και ποιον άρα πάθος ταράσσει εν τω προσεγγίσαι τη προσευχή την διάνοιαν; Αισθάνη εν σεαυτώ, ότι ή δύναμις της ησυχίας επεσκίασεν επί την ψυχήν εν επιεικείς και γαλήνη και ειρήνη, ην παρά το έθος είωθε γεννάν τη διανοία; Αρπάζεται ο νους αεί έξωθεν του θελήματος εις τάς εννοίας των ασωμάτων, εις άπερ ουκ επετράπησαν αί αισθήσεις ερμηνεύσαι αυτά; Εξάπτεται εν σοι εξαίφνης χαρά, η κατασιγάζουσα την γλώσσαν; Εν τη ανομοίω τρυφή εαυτής βρύει εκ της καρδίας αεί ηδονή τις και έλκει τον νουν όλον εξ όλου;
Ανεπαισθήτως κατά καιρόν και καιρόν εμπίπτει εις όλον το σώμα τρυφή τις και αγαλλίασις, άπερ γλώσσα σαρκί¬νη ου δύναται αυτά εξειπείν, έως αν πάντα τα επίγεια σποδόν και σκύβαλα ηγήσηται, εν τη μνήμη ταύτη. Εκείνη γαρ η πρώτη η της καρδίας• εν καιρώ εν ώρα της προσευχής και εν καιρώ εν τη αναγνώσει και εν καιρώ πάλιν εκ της διηνεκούς μελέτης και του μήκους της διανοίας θερμαίνεται ο νους. Αύτη δε η εσχάτη, ως τα πολλά έξωθεν τούτων και ποσάκις εν έργω παρέργω, και είς τα πολλά των νυκτών εν τω αυτώ τρόπω ότε μεταξύ του ύπνου και της εγρηγόρσεως, ως υπνών και ως μη υπνών και ως εγρηγορώς και ουκ εγρηγορώς επισυμβαίνει. Όταν δε επιδημήση τω ανθρώπω εκείνη η τρυφή η σφύζουσα εν όλω τω σώματι αυτού, ούτω νομίζει ότι ο τοιούτος εν εκείνη τη ώρα, ως ουκ εστίν άλλο τι ή των ουρανών βασιλεία ή τούτο.
Βλέπε πάλιν εί η ψυχή εκτήσατο δύναμιν ψιλούσαν τάς μνήμας τάς αισθητάς εν τη δυνάμει της ελπίδος της κατακρατούσης της καρδίας, και κραταιούσαν τάς αισθήσεις τάς εσωτικάς εν ανερμηνεύτω πληροφορίας πείθοι και εί εξυπνίσθη η καρδία, χωρίς της περί αυτής προνοίας αιχμαλωτισθήναι των επιγείων, εν τη απαύστω διηγήσει μετά της εργασίας αυ¬τής της αδιαλείπτου, της ούσης μετά του Σωτήρος ημών.
Κτήσαι γνώσιν της διαφοράς της κλήσεως αυτής και της διηγήσεως, όταν ακούσης. Ταχέως δε γεύσασθαι τούτων ποιεί τη ψυχή η μη διακοπτόμενη ησυχία εν τη αδιαλείπτω ερ¬γασία αυτής και διαμενούση. Απόλλυνται γαρ πάλιν μετά την εύρεσιν αυτών εκ της αμελείας των δεχόμενων, και εν μακρώ χρόνω αύθις ούχ ευρίσκονται. Εν τούτοις γαρ τολμά τις του ει¬πείν, τεθαρρηκώς τη μαρτυρία της συνειδήσεως αυτού, όπερ είπεν ο μακάριος Παύλος φάσκων, «πεπεισμαι, ότι ούτε θάνα¬τος ούτε ζωή, ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα, ούτε τα λοιπά άλλα, χωρίσαι με της αγάπης δύνανται του Χριστού» ούτε γαρ θλίψεις αί του σώματος και μετ' αυτών αί της ψυχής, ούτε λι¬μός, , ου διωγμός, ου γυμνότης, ου μόνωσις, ουκ εγκλεισμός, ου κίνδυνος, ου μάχαιρα, αλλ' ουδέ οι άγγελοι του Σατανά, ούτε αί δυνάμεις αυτού εν τοις κακοίς τρόποις των μηχανημάτων, ούτε η καταργουμένη δόξα εν τη εαυτής προσβολή, τη προσβαλλούση αυτώ, ούτε συκοφαντίαι και μέμψεις εν κολαφισμώ δωρεάν και μάτην γινόμεναι.
Εαν δε ταύτα, ώ αδελφέ, κατά τίνα τρόπον πλεονάζειν ή υστερείν, θεωρείσθαι εν τη ψυχή σου ουκ ήρξαντο, οι κά¬ματοι σον και αί θλίψεις και η ησυχία σου άπασα μόχθος εστίν ανόνητος και ουδέ, εάν θαυμάσια εν ταίς χερσί σου εργάζωνται και τους νεκρούς ανιστώσιν, είς ομοίωσιν τούτων λογίζονται. Και δη αρτίως κίνησον την ψυχήν σου και εν δάκρυσι πείσον τον σώζοντα τα πάντα αφαιρείν τον βήλον της θύρας της καρ¬δίας σου και την σκότωσιν της καταιγίδος των παθών εκτίλαι του ένδοθεν στερεώματος, του αξιωθήναι σε ιδείν την ακτίνα της ημέρας, ίνα μη γένη ως νεκρός καθήμενος εν σκοτώσει είς τους αιώνας.
Αγρυπνία διηνεκής μετά αναγνώσεως και μετάνοιαι συνεχείς εκ διαδοχής γινόμεναι υπό τίνος ου χρονίζουσι δού¬ναι ταύτα τα αγαθά τοις ούσι σπουδαίοις. Και ο εύρων, εν τού¬τοις εύρεν αυτά,
Καί οι θέλοντες πάλιν ταύτα ευρείν, χρήζουσιν εμμείναι τη ησυχία, συνάμα τη έργασίφ τούτων, και προς τούτοις μη δεσμευθήναι την αυτών διάνοιαν εν τινι, μηδέ εν ανθρώπω εκτός της ψυχής εαυτών, εν τη εργασία δε αυτής τη ένδον εράζεσθαι. Αλλά και εν αυτοίς τοις έργοις, επ' ενίοις τούτων ευρίσκομεν μερικώς εγγύς ημών αίσθησιν ακριβή, δι' ης και περί των λοιπών βεβαιούμεθα.
Ο εν τη ησυχία καθήμενος και πείραν της χρηστότητος λαβών του Θεού, ου χρήζει πολλής πιθανότητας, αλλ' ουδέ κατά τίνα τρόπον απιστίας νοσεί η ψυχή αυτού, ως οι διστάζοντες τη αληθεία. Η μαρτυρία γαρ της εαυτού διανοίας ικανοί πείσαι εαυτόν υπέρ απείρους λόγους, πείρας όντας χωρίς.
Τω δε Θεώ ημών είη δόξα και μεγαλοπρέπεια είς τους αιώνας. Αμήν.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Απάντηση

Επιστροφή στο “Αγιορείται Πατέρες”