Oσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
-
Misha
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3872
- Εγγραφή: Δευ Δεκ 26, 2005 6:00 am
- Τοποθεσία: http://clubs.pathfinder.gr/seraphim
- Επικοινωνία:
Oσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου
Ελεύθερη απόδοση του ΚΒ' Κατηχητικού λόγου
Έκδοση Ι. Μονής Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κάλαμος Αττικής
Πίστη και έργα
ΑΥΤΑ είναι, αδελφοί μου, τα θαυμάσια του Θεού. Γι' αυτό αν και κρύβονται οι άγιοι ο Θεός τους φανερώνει, ώστε άλλοι μεν να τους μιμούνται, άλλοι δε να είναι αναπολόγητοι. Και όσοι ζουν μέσα στους θορύβους ή σε κοινόβια ή σε όρη ή σε σπήλαια, αν πολιτεύονται καθώς πρέπει, να σώζονται και να αξιώνονται μεγάλων αγαθών από τον Θεό για την πίστη τους μόνο. Όσοι όμως από ραθυμία χάνουν τη σωτηρία τους να είναι αναπολόγητοι κατά την ημέρα της Κρίσεως. Είναι αψευδής, αδελφοί μου, αυτός που υποσχέθηκε να μας σώζει μόνο για την πίστη μας σ' αυτόν.
Ελεήστε λοιπόν τους εαυτούς σας και εμένα που σας αγαπώ και πολλές φορές θρηνώ για σας και χύνω δάκρυα -γιατί τέτοιους μας θέλει ο συμπαθής και ελεήμων Θεός- πιστέψτε όλόψυχα στον Κύριο, απαρνηθείτε τη γη και όλα όσα παρέρχονται, προσέλθετε και προσκολληθείτε σ' αυτόν. Σε λίγο ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν. Χωρίς εκείνον δεν υπάρχει τέρμα ούτε όριο στην πτώση των ανθρώπων. Διότι ο Θεός είναι αχώρητος και ακατάληπτος. Πού να βρεθεί λοιπόν τόπος -πες μου αν μπορείς- για όσους εκπέσουν από τη βασιλεία του;
Μου έρχεται να θρηνώ, πονάει η καρδιά μου και λειώνω για σας, όταν σκέπτομαι ότι έχουμε τόσο μεγαλόδωρο και φιλάνθρωπο Δεσπότη, ο οποίος μόνο για την πίστη μας σ' αυτόν μας χαρίζει τέτοια αγαθά, που υπερβαίνουν νουν, ακοή και διάνοια και που «δεν ανέβηκαν ποτέ σε καρδιά ανθρώπου» [Α' Κορ. 2:9]. Εμείς όμως σαν άλογα ζώα προτιμούμε τη γη και τα γήινα, που μας προσφέρει η μεγάλη του ευσπλαγχνία για τις ανάγκες του σώματος, για να τρεφόμαστε δηλαδή με μέτρο απ' αυτά. Ενώ η ψυχή μας τρεφόμενη με τη νοερή τροφή του Πνεύματος πρέπει να πορεύεται ανεμπόδιστα προς τα άνω κατά το μέτρο της καθάρσεως και της αναβάσεως.
Να τι είναι ο άνθρωπος και να γιατί δημιουργηθήκαμε: Αφού απολαύσουμε εδώ κάποιες μικρές ευεργεσίες του Θεού, με την ευγνωμοσύνη και την προς αυτόν αγάπη να απολαύσουμε εκεί πάνω τα μεγαλύτερα και τα αιώνια. Όμως αλλοίμονο, όχι μόνο δεν φροντίζουμε καθόλου για τα μέλλοντα, αλλά είμαστε αχάριστοι και για τα παρόντα και γινόμαστε έτσι ίδιοι με τους δαίμονες ή και χειρότεροι ίσως για να πούμε την αλήθεια. Γι' αυτό είμαστε άξιοι περισσότερης τιμωρίας, όσο περισσότερο ευεργετηθήκαμε με τη γνώση του Θεού, που έγινε για χάρη μας όμοιος με μας εκτός μόνο από την αμαρτία, για να μας απαλλάξει από την πλάνη και να μας ελευθερώσει από την αμαρτία.
Αλλά τι να πω; Σε όλα αυτά πιστεύουμε μόνο με λόγια, ενώ με τα έργα τα αρνούμαστε. Δεν ομολογείται παντού ο Χριστός στις πόλεις, στα χωριά, στα κοινόβια, στα όρη; Κοίταξε όμως και ερεύνησε αν τηρούν τις εντολές του. Μετά βίας θα βρείς μέσα σε χιλιάδες και μυριάδες έναν, που να είναι με έργα και λόγια χριστιανός. Δεν είπε στο ιερό Ευαγγέλιο ο Κύριος και Θεός μας,
«όποιος πιστεύει σε μένα θα κάνει έργα που κάνω κι εγώ και ακόμη μεγαλύτερα» [Ιω. 14:12];
Ποιός όμως από μας τολμάει να πει, «εγώ κάνω τα έργα του Χριστού και πιστεύω πιστά στον Χριστό»; Δεν βλέπετε, αδελφοί, ότι θα βρεθούμε άπιστοι την ημέρα της Κρίσεως και θα υποστούμε δριμύτερη κόλαση από εκείνους που δεν γνώρισαν καθόλου τον Κύριο; Διότι ένα από τα δύο είναι αναπόφευκτο να συμβεί, ή εμείς να κατακριθούμε ως άπιστοι ή να αποδειχθεί ο Χριστός ψεύτης, πράγμα που είναι αδύνατον, αδελφοί μου, αδύνατον.
Έκδοση Ι. Μονής Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κάλαμος Αττικής
Πίστη και έργα
ΑΥΤΑ είναι, αδελφοί μου, τα θαυμάσια του Θεού. Γι' αυτό αν και κρύβονται οι άγιοι ο Θεός τους φανερώνει, ώστε άλλοι μεν να τους μιμούνται, άλλοι δε να είναι αναπολόγητοι. Και όσοι ζουν μέσα στους θορύβους ή σε κοινόβια ή σε όρη ή σε σπήλαια, αν πολιτεύονται καθώς πρέπει, να σώζονται και να αξιώνονται μεγάλων αγαθών από τον Θεό για την πίστη τους μόνο. Όσοι όμως από ραθυμία χάνουν τη σωτηρία τους να είναι αναπολόγητοι κατά την ημέρα της Κρίσεως. Είναι αψευδής, αδελφοί μου, αυτός που υποσχέθηκε να μας σώζει μόνο για την πίστη μας σ' αυτόν.
Ελεήστε λοιπόν τους εαυτούς σας και εμένα που σας αγαπώ και πολλές φορές θρηνώ για σας και χύνω δάκρυα -γιατί τέτοιους μας θέλει ο συμπαθής και ελεήμων Θεός- πιστέψτε όλόψυχα στον Κύριο, απαρνηθείτε τη γη και όλα όσα παρέρχονται, προσέλθετε και προσκολληθείτε σ' αυτόν. Σε λίγο ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν. Χωρίς εκείνον δεν υπάρχει τέρμα ούτε όριο στην πτώση των ανθρώπων. Διότι ο Θεός είναι αχώρητος και ακατάληπτος. Πού να βρεθεί λοιπόν τόπος -πες μου αν μπορείς- για όσους εκπέσουν από τη βασιλεία του;
Μου έρχεται να θρηνώ, πονάει η καρδιά μου και λειώνω για σας, όταν σκέπτομαι ότι έχουμε τόσο μεγαλόδωρο και φιλάνθρωπο Δεσπότη, ο οποίος μόνο για την πίστη μας σ' αυτόν μας χαρίζει τέτοια αγαθά, που υπερβαίνουν νουν, ακοή και διάνοια και που «δεν ανέβηκαν ποτέ σε καρδιά ανθρώπου» [Α' Κορ. 2:9]. Εμείς όμως σαν άλογα ζώα προτιμούμε τη γη και τα γήινα, που μας προσφέρει η μεγάλη του ευσπλαγχνία για τις ανάγκες του σώματος, για να τρεφόμαστε δηλαδή με μέτρο απ' αυτά. Ενώ η ψυχή μας τρεφόμενη με τη νοερή τροφή του Πνεύματος πρέπει να πορεύεται ανεμπόδιστα προς τα άνω κατά το μέτρο της καθάρσεως και της αναβάσεως.
Να τι είναι ο άνθρωπος και να γιατί δημιουργηθήκαμε: Αφού απολαύσουμε εδώ κάποιες μικρές ευεργεσίες του Θεού, με την ευγνωμοσύνη και την προς αυτόν αγάπη να απολαύσουμε εκεί πάνω τα μεγαλύτερα και τα αιώνια. Όμως αλλοίμονο, όχι μόνο δεν φροντίζουμε καθόλου για τα μέλλοντα, αλλά είμαστε αχάριστοι και για τα παρόντα και γινόμαστε έτσι ίδιοι με τους δαίμονες ή και χειρότεροι ίσως για να πούμε την αλήθεια. Γι' αυτό είμαστε άξιοι περισσότερης τιμωρίας, όσο περισσότερο ευεργετηθήκαμε με τη γνώση του Θεού, που έγινε για χάρη μας όμοιος με μας εκτός μόνο από την αμαρτία, για να μας απαλλάξει από την πλάνη και να μας ελευθερώσει από την αμαρτία.
Αλλά τι να πω; Σε όλα αυτά πιστεύουμε μόνο με λόγια, ενώ με τα έργα τα αρνούμαστε. Δεν ομολογείται παντού ο Χριστός στις πόλεις, στα χωριά, στα κοινόβια, στα όρη; Κοίταξε όμως και ερεύνησε αν τηρούν τις εντολές του. Μετά βίας θα βρείς μέσα σε χιλιάδες και μυριάδες έναν, που να είναι με έργα και λόγια χριστιανός. Δεν είπε στο ιερό Ευαγγέλιο ο Κύριος και Θεός μας,
«όποιος πιστεύει σε μένα θα κάνει έργα που κάνω κι εγώ και ακόμη μεγαλύτερα» [Ιω. 14:12];
Ποιός όμως από μας τολμάει να πει, «εγώ κάνω τα έργα του Χριστού και πιστεύω πιστά στον Χριστό»; Δεν βλέπετε, αδελφοί, ότι θα βρεθούμε άπιστοι την ημέρα της Κρίσεως και θα υποστούμε δριμύτερη κόλαση από εκείνους που δεν γνώρισαν καθόλου τον Κύριο; Διότι ένα από τα δύο είναι αναπόφευκτο να συμβεί, ή εμείς να κατακριθούμε ως άπιστοι ή να αποδειχθεί ο Χριστός ψεύτης, πράγμα που είναι αδύνατον, αδελφοί μου, αδύνατον.
-
Επισκέπτης
-
Misha
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3872
- Εγγραφή: Δευ Δεκ 26, 2005 6:00 am
- Τοποθεσία: http://clubs.pathfinder.gr/seraphim
- Επικοινωνία:
Συμεών ο Νέος Θεολόγος
Ευχή Μυστική
Δι' ης επικαλείται το Πνεύμα το Άγιον ο αυτό προορών
Έκδοση Ι. Μονής Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κάλαμος Αττ
Πρόσκληση
Έλα, το φώς το αληθινό,
έλα, η αιώνια ζωή,
έλα, το απόκρυφο μυστήριο,
ο ανώνυμος θησαυρός,
το ανεκφώνητο πράγμα,
το ακατανόητο πρόσωπο,
η παντοτινή αγαλλίαση, το ανέσπερο φως,
έλα, η αληθινή προσδοκία
αυτών που μέλλουν να σωθούν.
Έλα, των πεσμένων η έγερση,
έλα, των νεκρών η ανάσταση.
Έλα, Δυνατέ, που δημιουργείς,
μεταπλάθεις κι αλλοιώνεις τα πάντα
με μόνη τη θέλησή σου!
Έλα, αόρατε, ανέγγιχτε κι αψηλάφητε.
Έλα, συ που μένεις πάντα αμετακίνητος,
μα κάθε στιγμή μετακινείσαι ολόκληρος,
για να 'ρθεις σε μας, που κειτόμαστε στον άδη,
ο υπεράνω πάντων των ουρανών.
Έλα, πολυπόθητο και πολυθρύλητο όνομα,
που όμως αδυνατούμε να περιγράψουμε
τι ήσουν ακριβώς,
ή να γνωρίσουμε την ουσία και τις ιδιότητές σου.
Έλα, παντοτινή χαρά,
έλα, αμαράντινο στεφάνι,
έλα, πορφύρα του μεγάλου Θεού και βασιλιά μας.
Έλα, κρυστάλλινη ζώνη διαμαντοστόλιστη,
ελα, απλησίαστο υπόδημα,
έλα βασιλική αλουργίδα
κι όντως αυτοκρατορική δεξιά!
Έλα, συ που πόθησε και ποθεί
η ταλαίπωρή μου ψυχή,
έλα, συ ο Μόνος
προς εμένα τον μόνο
γιατί, καθώς βλέπεις
είμαι μόνος!…
Έλα, συ που με ξεχώρισες απ' όλα
και μ' έκανες μοναδικό πάνω στη γή.
Έλα, συ που έγινες ο πόθος της ψυχής μου
και μ' αξίωσες να σε ποθήσω
τον απρόσιτο παντελώς!
Έλα, πνοή μου και ζωή,
έλα της ταπεινής μου ψυχής παρηγοριά,
έλα, χαρά και δόξα μου κι' ατέλειωτη τρυφή
Ευχή Μυστική
Δι' ης επικαλείται το Πνεύμα το Άγιον ο αυτό προορών
Έκδοση Ι. Μονής Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κάλαμος Αττ
Πρόσκληση
Έλα, το φώς το αληθινό,
έλα, η αιώνια ζωή,
έλα, το απόκρυφο μυστήριο,
ο ανώνυμος θησαυρός,
το ανεκφώνητο πράγμα,
το ακατανόητο πρόσωπο,
η παντοτινή αγαλλίαση, το ανέσπερο φως,
έλα, η αληθινή προσδοκία
αυτών που μέλλουν να σωθούν.
Έλα, των πεσμένων η έγερση,
έλα, των νεκρών η ανάσταση.
Έλα, Δυνατέ, που δημιουργείς,
μεταπλάθεις κι αλλοιώνεις τα πάντα
με μόνη τη θέλησή σου!
Έλα, αόρατε, ανέγγιχτε κι αψηλάφητε.
Έλα, συ που μένεις πάντα αμετακίνητος,
μα κάθε στιγμή μετακινείσαι ολόκληρος,
για να 'ρθεις σε μας, που κειτόμαστε στον άδη,
ο υπεράνω πάντων των ουρανών.
Έλα, πολυπόθητο και πολυθρύλητο όνομα,
που όμως αδυνατούμε να περιγράψουμε
τι ήσουν ακριβώς,
ή να γνωρίσουμε την ουσία και τις ιδιότητές σου.
Έλα, παντοτινή χαρά,
έλα, αμαράντινο στεφάνι,
έλα, πορφύρα του μεγάλου Θεού και βασιλιά μας.
Έλα, κρυστάλλινη ζώνη διαμαντοστόλιστη,
ελα, απλησίαστο υπόδημα,
έλα βασιλική αλουργίδα
κι όντως αυτοκρατορική δεξιά!
Έλα, συ που πόθησε και ποθεί
η ταλαίπωρή μου ψυχή,
έλα, συ ο Μόνος
προς εμένα τον μόνο
γιατί, καθώς βλέπεις
είμαι μόνος!…
Έλα, συ που με ξεχώρισες απ' όλα
και μ' έκανες μοναδικό πάνω στη γή.
Έλα, συ που έγινες ο πόθος της ψυχής μου
και μ' αξίωσες να σε ποθήσω
τον απρόσιτο παντελώς!
Έλα, πνοή μου και ζωή,
έλα της ταπεινής μου ψυχής παρηγοριά,
έλα, χαρά και δόξα μου κι' ατέλειωτη τρυφή
<div><img width="158" height="171" border="0" src="whiteangelap0.jpg" /></div><br />
-
Misha
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3872
- Εγγραφή: Δευ Δεκ 26, 2005 6:00 am
- Τοποθεσία: http://clubs.pathfinder.gr/seraphim
- Επικοινωνία:
Τη ΙΒ' του μηνός Μαρτίου, Μνήμη του Οσίου και θεοφόρου Πατρός ημών Συμεών του νέου Θεολόγου.
Πρώην μεν είχες γλώτταν αντί της βίβλου,
Γλώττης δε αντί, σην έχεις ήδη βίβλον.
Ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος γεννήθηκε στην Γαλάτη της Παφλαγονίας (Μικρά Ασία) το 948 ή το 958 (κατά τον Π.Κ.Χρήστου).
Η ζωή του αγίου Συμεών συμπίπτει σε μεγάλο μέρος με τη βασιλεία του Βασίλειου Βʼ του Βουλγαροκτόνου (976-1025).Σε ηλικία περίπου έντεκα χρονών οι γονείς του τον έφεραν στην Κωνσταντινούπολη, για να σπουδάσει στα σχολεία της πρωτεύουσας και να μπει στη συνέχεια στην υπηρεσία του αυτοκράτορα. Ο θείος του Βασίλειος κατείχε σημαντική θέση στην αυλή. Ο νεαρός όμως Συμεών αρνήθηκε την μεγάλη αυτή τιμή καθώς και το να συνεχίσει τις σπουδές του μετά το γυμνασιακό στάδιο, σε ανώτατες σχολές. Φαίνεται ότι για ένα διάστημα έζησε την άτακτη ζωή ενός νέου της πρωτεύουσας. Τελικά γνώρισε τον άγιο Συμεών τον Ευλαβή (917-987), γέροντα μοναχό της Μονής του Στουδίου. Συνεχίζει να εργάζεται όπως και πριν μέσα στον κόσμο, αλλά επισκέπτεται συχνά τον πνευματικό του πατέρα.
Ο Συμεών ο Στουδίτης στην αρχή του έδωσε ένα ελάχιστο πρόγραμμα ασκητικής ζωής, και για ανάγνωσμα τον “Πνευματικό Νόμο” του Μάρκου του Μοναχού. Τότε έζησε και την πρώτη του εμπειρία. Τον πλημμύρισε το άκτιστο φως και τον γέμισε χαρά, έτσι που έχασε τον εαυτό του και τον γύρω του κόσμο. Αυτή όμως η πρώτη καρποφόρα περίοδος, που ο άγιος Συμεών απέδιδε στις προσευχές του πνευματικού του πατέρα, δεν κράτησε πολύ. Ξαναγύρισε στην κοσμική και άστατη ζωή που ζούσε πριν. “Εις λάκκον και και ιλύν βυθού αισχρών εννοιών τε και πράξεων εμαυτόν ο άθλιος εναπέρριψα, κακεί κατελθών τοις εγκεκρυμμένοις εν τω σκοτεί περιέπεσον, εξ ων ουκ εμαυτόν εγώ μόνον, αλλʼ ουδέ ο σύμπας κόσμος εις εν αθροισθείς εκείθεν αναγαγείν με και των χειρών αυτών εξελέσθαι ηδύνατο”. Φαίνεται ότι ακόμα και σʼ αυτή την περίοδο, που κράτησε έξι ή επτά χρόνια, ο άγιος Συμεών δεν διέκοψε ολότελα τις σχέσεις του με τον πνευματικό του πατέρα.
Τελικά θαυματουργικά απελευθερώνεται και μπαίνει δόκιμος στη Μονή του Στουδίου σε ηλικία 27 ετών. Λίγο αργότερα ο ηγούμενος τον κάλεσε και του ζήτησε να εγκαταλείψει τον πνευματικό του πατέρα. Ο Συμεών αρνήθηκε και εγκατέλειψε την Μονή του Στουδίου. Μπήκε ως δόκιμος στο γειτονικό μοναστήρι του αγίου Μάμαντος του Ξηροκέρκου. Έγινε σύντομα μοναχός, χειροτονήθηκε ιερέας και μετά τρία χρόνια σε ηλικία 31 χρονών εκλέχθηκε ηγούμενος από τους μοναχούς του αγίου Μάμαντος με τη συγκατάθεση του Πατριάρχη Νικολάου του Χρυσοβέργη. Γίνεται διάσημος στην Κωνσταντινούπολη, άλλοι τον τιμούν και άλλοι του επιτίθενται.
Μετά τα πρώτα εύκολα βήματα στην πνευματική ζωή, που τον οδήγησαν γρήγορα στην θεωρία του ακτίστου φωτός, πορεύεται τον δύσκολο δρόμο της ασκήσεως με υπομονή για να συντελεστεί η αφομοίωση της Χάρης. Μετά από μεγάλο και τραχύ διάστημα ασκητικού αγώνα αξιώθηκε να δει πάλι το άκτιστο φως, αλλά αμυδρότερα. Οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται από την αντίδραση των ανθρώπων που δεν καταλαβαίνουν το νόημα των πνευματικών του αγώνων. Παρά τις πολυάριθμες εμπειρίες δεν έχει γνωρίσει ακόμη τον Θεό και αισθανόταν βαθιά ανικανοποίητος. Τελικά μέσα στο άκτιστο φως βιώνει προσωπική συνάντηση και κοινωνία με τον Χριστό. Στη συνέχεια αυτή η κατάσταση γίνεται μόνιμη. Από αγάπη προς τον πλησίον και από τη μεγάλη του επιθυμία να κάνει όλο τον κόσμο μέτοχο αυτής της χάρης, φανερώνει στους άλλους την εμπειρία του και τους προτρέπει νʼ ακολουθήσουν αυτόν τον πνευματικό δρόμο. Πλέον αισθάνεται την βεβαιότητα ότι δεν είναι αυτός που καλεί αλλά ότι ο Ίδιος ο Χριστός καλεί τους ανθρώπους δια του αγίου Συμεών.
Το μοναστήρι του ήταν σε άθλια κατάσταση. Αγωνίζεται για την ανοικοδόμηση του και για την πνευματική καθοδήγηση των μοναχών. Πάντα κήρυττε την δυνατότητα της ένωσης με τον Θεό στην παρούσα ζωή. Ο δρόμος που οδηγεί σε αυτή την ένωση, η εφαρμογή των εντολών του Χριστού, η οδός η στενή και τεθλιμμένη του σταυρού, οι ασκητικοί αγώνες. Τονίζει ότι αρχίζουμε να συμμετέχουμε στην ανάσταση του Χριστού ήδη από τον παρόντα κόσμο. Ήδη από εδώ αρχίζουμε να βλέπουμε τον Χριστό. Η διδασκαλία δεν απευθυνόταν σε ερημίτες και αναχωρητές μοναχούς. Απευθυνόταν σε συνηθισμένους μοναχούς ενός κοινοβίου της πρωτεύουσας και σε έναν ευρύτερο κύκλο πιστών.
Ο άγιος Συμεών είχε πεποίθηση ότι στα λόγια και τη διδασκαλία του εμπνεόταν από το άγιο Πνεύμα. Διευκρινίζει ότι μιλάει τόσο συχνά για τον εαυτό του και για τις εμπειρίες του επειδή θέλει και τα πνευματικά του παιδιά να μοιραστούν τα ίδια με αυτόν δώρα.
Στο μοναστήρι του αγίου Μάμαντος έρχονται πολύ καινούριοι μοναχοί. Σχηματίστηκε μια ομάδα μαθητών πιστών και αφοσιωμένων. Ανάμεσα τους ένας πρώην επίσκοπος της Ιταλίας με το όνομα Ιερόθεος. Στο λαό της Κωνσταντινούπολης γίνεται όλο και περισσότερο γνωστός. Πολλά σημαντικά πρόσωπα τον επισκέπτονται αναζητώντας πνευματική καθοδήγηση. Μερικοί όμως από τη συνοδεία του δεν μπορούν να συνεχίσουν. Μια ψυχρότητα άρχισε να εισχωρεί. Δημιουργείται μια ομάδα που αντιδρά. Υπάρχει ένταση ανάμεσα στον άγιο Συμεών και σε μια μερίδα μοναχών.
Παρά την εχθρότητα που συναντούσε εξακολουθεί να καλεί τους μοναχούς, που ήταν κάτω από την καθοδήγηση του, σε μια ανώτερη πνευματική ζωή, που να αναζητά τον θείο φωτισμό. Δεκαπέντε περίπου χρόνια μετά την άνοδο του στην ηγουμενία, ένα μέρος των μοναχών του αγίου Μάμαντος, περίπου 30, επαναστατούν εναντίον του.
Μια μέρα ενώ κήρυττε στην εκκλησία την ώρα του όρθρου, όπως συνήθιζε, τον διέκοψαν βίαια. Έπεσαν πάνω του “ωσεί θήρες” με την πρόθεση να τον πετάξουν έξω από το μοναστήρι. Η απόπειρα απέτυχε χάρη στην ηρεμία του αγίου Συμεών, που έμεινε “άσειστος” στη θέση του, “υπομειδιών και φαιδρόν ατενίζων προς τους αλάστορας”. Οι επαναστάτες αφού έκαναν πολύ θόρυβο έσπασαν τις κλειδαριές της πόρτας του μοναστηριού και έτρεξαν διασχίζοντας την πόλη προς το Πατριαρχείο. Ο Πατριάρχης Σισσίνιος (995-998) εξόρισε από το μοναστήρι τους μοναχούς. Η ποινή ακυρώθηκε μετά από μεσολάβηση του αγίου Συμεών. Το 1005 παραιτήθηκε ύστερα από είκοσι πέντε χρόνια ηγουμενίας.
Ο άγιος Συμεών ταλαιπωρήθηκε επίσης λόγω της επίθεσης που δέχτηκε από τον πρώην μητροπολίτη Νικομηδείας Στέφανο. Ο Στέφανος ήταν πολιτική προσωπικότητα και παράγοντας της διπλωματίας, “ανήρ ελλόγιμος και επί σοφία και αρετή διαβόητος και πειθοί μαλάξαι ικανός γνώμην σκληράν και ατίθασσον”.
Συνέβη κάποτε να συναντηθούν οι δύο άνδρες στο Πατριαρχείο και ο σύγκελος Στέφανος επωφελήθηκε από την ευκαιρία, για να θέσει μια δύσκολη θεολογική ερώτηση στον Συμεών, ελπίζοντας να τον παγιδέψει και να δείξει έτσι την άγνοια του. “Πως χωρίζεις τον Υιόν από του Πατρός, επινοία ή πράγματι;” Ο άγιος υποσχέθηκε να δώσει γραπτή την απάντηση του. Στην απάντηση του ανασκευάζει τις προϋποθέσεις της ερωτήσεως του Στεφάνου, εξηγώντας την πραγματική έννοια των τριαδικών διακρίσεων στο Θεό, που είναι μέσα στις διακρίσεις Του αδιαίρετος και ένας κατά τη φύσι Του. Επίσης στηλιτεύει όλους εκείνους –και εδώ αναφέρεται στο σύγκελλο- που τολμούν να θεολογούν, χωρίς να έχουν μέσα τους το Πνεύμα του Θεού:
… εκπορευθέν το Πνεύμα,
το Πανάγιον, εκ του Πατρός αφράστως
και απεστάλη διʼ Υιού τοις ανθρώποις·
ου τοις απίστοις ουδέ τοις φιλοσόφοις,
ου τοις ρήτορσιν ουδέ τοις φιλοδόξοις,
ου τοις μαθούσι συγγραφάς των Ελλήνων,
ου τοις τας γραφάς αγοούσι τας έσω,
ου τοις εξασκήσασι σκηνικόν βίον,
ου τοις λαλούσι τορνευτώς και πλουσίως,
ου τοις λαχούσι μεγάλων ονομάτων,
ου τοις τυχούσι φιλείσθαι παρʼ ενδόξων …
Η σύγκρουση ήταν ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τρόπους θεολογίας και κατανόησης της πνευματικής ζωής.
Γράφει σχετικά ο Π. Κ. Χρήστου: “Ο Συμεών ο Νέος ο Θεολόγος έζησε σʼ εποχή αξιοσημείωτης ακμής όλων των τομέων του δημόσιου βίου στο Βυζάντιο, πολιτικού, οικονομικού, πολιτιστικού, εκκλησιαστικού· σύμφωνα με την χρονολογία μου από το 958 έως το 1036. … Το Βυζάντιο είχε τώρα την άνεση να οργανώσει επάνω σε νέες βάσ
εις την ανώτατη παιδεία που επρόκειτο νʼ αποβεί πρότυπο για τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, τα οποία θα εμφανίζονταν λίγο αργότερα, να δώσει νέα ώθηση στην ανάπτυξη της φιλοσοφίας και των επιστημών, να οργανώσει συστηματικά την κοινωνική μέριμνα … Ηγούμενος ακόμη, ο ευγνώμων μαθητής είχε συστήσει εορτασμό για τον διδάσκαλο (τον Συμεών τον Ευλαβή, τον Στουδίτη), ευθύς μετά τον θάνατό του. Τον εγνώριζε καλά από τα παιδικά του χρόνια κι επίστευε ότι δεν είναι σωστό να κρύβει τα θεία χαρίσματά του, ότι έχει χρέος να τα διακηρύσσει. Συνέταξε λοιπόν το συναξάρι του, εφιλοπόνησε εγκώμια και συνέθεσε ύμνους σʼ αυτόν. Ο εορτασμός συνεχίστηκε απρόσκοπτα μερικά έτη, αλλʼ έπειτα άρχισε η αντίδρασις. Το έναυσμα γιʼ αυτήν Έδωσε ο Στέφανος, μητροπολίτης Νικομηδείας, ένας αξιόλογος ιεράρχης με σοβαρή μόρφωση και σημαντικές ικανότητες, αλλά δεμένος σφικτά με μια συμπεριφορά που συνδύαζε κοσμική συμβατικότητα με παραδοσιακή αυστηρότητα. Δεν ήταν διατεθειμένος νʼ ανεχθεί νεωτερισμούς σαν αυτόν που ήθελε να εισαγάγει ο Συμεών.
Το θέμα που τους εχώριζε δεν ήταν τόσο ασήμαντο όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Δεν επρόκειτο για την καθιέρωση της μνήμης ενός επί πλέον αγίου, αλλά περί μιας θεμελιώδους αρχής της χριστιανικής πίστεως· αν δηλαδή το Άγιο Πνεύμα ενεργεί στην Εκκλησία και σήμερα, όπως άλλοτε, ή έπαυσε η ενέργεια του· αν η πνευματική τελείωσις είναι κατάστασις που μπορεί να την κατακτήσουν και σήμερα οι πιστοί, όπως άλλοτε, ή είναι μια παρωχημένη υπόθεσις.
Ένας άλλος Συμεών, ο Μεταφραστής, λίγες δεκαετίες ενωρίτερα είχε διασκευάσει επί το λογιώτερο και ευσεβέστερο τους βίους αγίων και τους είχε εκδώσει στην μνημειώδη συλλογή του, το “Μηνολόγιο”. Παρατηρώνταν υψηλός βαθμός σεβασμού προς τους αγίους αυτήν την εποχή· αλλά οι άγιοι ήσαν όλοι παλαιοί. Η γενική εντύπωσις ήταν τότε ότι η αγιότης είναι προνόμιο των παλαιών εποχών και δεν μπορεί να αναδειχθούν τώρα νέοι άγιοι. Και αυτήν την γνώμη εκπροσωπούσε ο Στέφανος Νικομηδείας. … Το κήρυγμα του Συμεών είναι ότι η τελειότης μπορεί να αποκτηθεί σε κάθε εποχή και ότι η αγιότης είναι προνόμιο όλων των εποχών και όλων των ανθρώπων· διότι το Πνεύμα ενεργεί και σήμερα. … Είναι αξιοσημείωτη η επιμονή του Συμεών στην προσπάθεια ανανεώσεως της λειτουργικής ζωής …” (Περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ, “Άγιος Συμεών ο Θεολόγος του φωτός”, Π. Κ. Χρήστου, σελ. 9 και 12).
Η σύγκρουση κράτησε περίπου 6 χρόνια και τελείωσε στις 3 Ιανουαρίου 1009 με την εξορία του αγίου Συμεών. Τον εγκατέλειψαν μόνο χειμωνιάτικα χωρίς να του δώσουν ούτε τα αναγκαία για την διατροφή του. Ο σύγκελος έπεισε τον Πατριάρχη να δώσει εντολή να γίνουν έρευνες στο μοναστήρι με την ελπίδα ότι θα εύρισκε μεγάλα χρηματικά ποσά. Οι άνθρωποι του μπήκαν στο μοναστήρι του αγίου Μάμαντος, σπάζοντας τα πάντα και αρπάζοντας τα βιβλία και τα ρούχα του αγίου, χωρίς να βρουν κανένα θησαυρό. Τελικά ο άγιος Συμεών ανακλήθηκε από την εξορία και βρήκε στην Κωνσταντινούπολη το πλήθος των θαυμαστών του. Ο Πατριάρχης τον δέχθηκε με τιμή. Με την πατριαρχική διαιτησία τελείωσε γύρω στα 1010-1011 η σύγκρουση με τον σύγκελλο Στέφανο.
Το μίσος κατά της διδασκαλίας του Συμεών ήταν μεγάλο. Η αντίθετη παράταξη είχε τις απόψεις της, που τις θεωρούσε παραδοσιακές και ρεαλιστικές. Η θέση τους ήταν ότι η εποχή τους ήταν εντελώς διαφορετική από την εποχή των Αποστόλων και πως ήταν αδύνατο να μιμηθούνε τότε την αγιότητα τους· αυτός που διδάσκει κάτι τέτοιο ή αλαζόνας είναι ή τρελός. Για τον άγιο Συμεών όμως αυτές οι ιδέες ήταν μια σοβαρή παραμόρφωση του Ευαγγελίου και αγωνιζόταν να αποκαταστήσει την αυθεντική ευαγγελική ζωή που είχε ατονήσει. Πρώτα πρέπει κανείς να δει τον Θεό και μετά να μιλάει γιʼ Αυτόν.
Εγκαταστάθηκε οριστικά πια στον τόπο της εξορίας του, εκούσια αυτή τη φορά και ολοκλήρωσε την επισκευή του μοναστηριού της αγίας Μαρίνας. Η φήμη του ως χαρισματούχου, ως ανθρώπου προικισμένου με προφητικά χαρίσματα που έκανε θαύματα, εξαπλώνεται όλο και πιο πολύ και τραβά κοντά του πλήθος ανθρώπων.
Παρά την προχωρημένη ηλικία του, πήγε να ξαναδεί την πατρίδα του και το πατρικό του σπίτι. Τελικά αρρωσταίνει. “Η δε νόσος ρύσις ην της γαστρός την ουσίαν κενούσα και τον σύνδεσμον των συνδραμόντων στοιχείων εις έκαστον απολύουσα. Έκειτο ουν ο μακάριος εφʼ ικανάς τας ημέρας τη νόσω κρατηθείς και την δύναμιν υπετέμνετο, τας σάρκας ετήκετο και του δεσμού παρελύετο”. Έμεινε εντελώς παράλυτος και τον γυρνούσαν στο κρεβάτι με κάποια “μηχανή”. “Μόλις μετά μηχανής τινος ένθεν και εκείθεν σαλεύοντες επάνω της κλίνης εστρέφομεν υπό της αρρωστίας κατεργασθέντα …”. Τον είδαν όμως μια μέρα τέσσερεις και πλέον πήχεις πάνω από το έδαφος του κελλιού του να υπερίπταται και να προσεύχεται μέσα σε “ανεκλάλητο” φως.
Μετά από δεκατρία χρόνια ζωής στην εξορία ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος κοιμήθηκε στις 12 Μαρτίου του 1021 ή του 1036 (κατά τον Π.Κ.Χρήστου). Όπως μας διηγείται ο βιογράφος του είχε προβλέψει την ημερομηνία του θανάτου του και τη μεταφορά των λειψάνων του, που έγινε μετά 30 χρόνια.
Πρώην μεν είχες γλώτταν αντί της βίβλου,
Γλώττης δε αντί, σην έχεις ήδη βίβλον.
Ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος γεννήθηκε στην Γαλάτη της Παφλαγονίας (Μικρά Ασία) το 948 ή το 958 (κατά τον Π.Κ.Χρήστου).
Η ζωή του αγίου Συμεών συμπίπτει σε μεγάλο μέρος με τη βασιλεία του Βασίλειου Βʼ του Βουλγαροκτόνου (976-1025).Σε ηλικία περίπου έντεκα χρονών οι γονείς του τον έφεραν στην Κωνσταντινούπολη, για να σπουδάσει στα σχολεία της πρωτεύουσας και να μπει στη συνέχεια στην υπηρεσία του αυτοκράτορα. Ο θείος του Βασίλειος κατείχε σημαντική θέση στην αυλή. Ο νεαρός όμως Συμεών αρνήθηκε την μεγάλη αυτή τιμή καθώς και το να συνεχίσει τις σπουδές του μετά το γυμνασιακό στάδιο, σε ανώτατες σχολές. Φαίνεται ότι για ένα διάστημα έζησε την άτακτη ζωή ενός νέου της πρωτεύουσας. Τελικά γνώρισε τον άγιο Συμεών τον Ευλαβή (917-987), γέροντα μοναχό της Μονής του Στουδίου. Συνεχίζει να εργάζεται όπως και πριν μέσα στον κόσμο, αλλά επισκέπτεται συχνά τον πνευματικό του πατέρα.
Ο Συμεών ο Στουδίτης στην αρχή του έδωσε ένα ελάχιστο πρόγραμμα ασκητικής ζωής, και για ανάγνωσμα τον “Πνευματικό Νόμο” του Μάρκου του Μοναχού. Τότε έζησε και την πρώτη του εμπειρία. Τον πλημμύρισε το άκτιστο φως και τον γέμισε χαρά, έτσι που έχασε τον εαυτό του και τον γύρω του κόσμο. Αυτή όμως η πρώτη καρποφόρα περίοδος, που ο άγιος Συμεών απέδιδε στις προσευχές του πνευματικού του πατέρα, δεν κράτησε πολύ. Ξαναγύρισε στην κοσμική και άστατη ζωή που ζούσε πριν. “Εις λάκκον και και ιλύν βυθού αισχρών εννοιών τε και πράξεων εμαυτόν ο άθλιος εναπέρριψα, κακεί κατελθών τοις εγκεκρυμμένοις εν τω σκοτεί περιέπεσον, εξ ων ουκ εμαυτόν εγώ μόνον, αλλʼ ουδέ ο σύμπας κόσμος εις εν αθροισθείς εκείθεν αναγαγείν με και των χειρών αυτών εξελέσθαι ηδύνατο”. Φαίνεται ότι ακόμα και σʼ αυτή την περίοδο, που κράτησε έξι ή επτά χρόνια, ο άγιος Συμεών δεν διέκοψε ολότελα τις σχέσεις του με τον πνευματικό του πατέρα.
Τελικά θαυματουργικά απελευθερώνεται και μπαίνει δόκιμος στη Μονή του Στουδίου σε ηλικία 27 ετών. Λίγο αργότερα ο ηγούμενος τον κάλεσε και του ζήτησε να εγκαταλείψει τον πνευματικό του πατέρα. Ο Συμεών αρνήθηκε και εγκατέλειψε την Μονή του Στουδίου. Μπήκε ως δόκιμος στο γειτονικό μοναστήρι του αγίου Μάμαντος του Ξηροκέρκου. Έγινε σύντομα μοναχός, χειροτονήθηκε ιερέας και μετά τρία χρόνια σε ηλικία 31 χρονών εκλέχθηκε ηγούμενος από τους μοναχούς του αγίου Μάμαντος με τη συγκατάθεση του Πατριάρχη Νικολάου του Χρυσοβέργη. Γίνεται διάσημος στην Κωνσταντινούπολη, άλλοι τον τιμούν και άλλοι του επιτίθενται.
Μετά τα πρώτα εύκολα βήματα στην πνευματική ζωή, που τον οδήγησαν γρήγορα στην θεωρία του ακτίστου φωτός, πορεύεται τον δύσκολο δρόμο της ασκήσεως με υπομονή για να συντελεστεί η αφομοίωση της Χάρης. Μετά από μεγάλο και τραχύ διάστημα ασκητικού αγώνα αξιώθηκε να δει πάλι το άκτιστο φως, αλλά αμυδρότερα. Οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται από την αντίδραση των ανθρώπων που δεν καταλαβαίνουν το νόημα των πνευματικών του αγώνων. Παρά τις πολυάριθμες εμπειρίες δεν έχει γνωρίσει ακόμη τον Θεό και αισθανόταν βαθιά ανικανοποίητος. Τελικά μέσα στο άκτιστο φως βιώνει προσωπική συνάντηση και κοινωνία με τον Χριστό. Στη συνέχεια αυτή η κατάσταση γίνεται μόνιμη. Από αγάπη προς τον πλησίον και από τη μεγάλη του επιθυμία να κάνει όλο τον κόσμο μέτοχο αυτής της χάρης, φανερώνει στους άλλους την εμπειρία του και τους προτρέπει νʼ ακολουθήσουν αυτόν τον πνευματικό δρόμο. Πλέον αισθάνεται την βεβαιότητα ότι δεν είναι αυτός που καλεί αλλά ότι ο Ίδιος ο Χριστός καλεί τους ανθρώπους δια του αγίου Συμεών.
Το μοναστήρι του ήταν σε άθλια κατάσταση. Αγωνίζεται για την ανοικοδόμηση του και για την πνευματική καθοδήγηση των μοναχών. Πάντα κήρυττε την δυνατότητα της ένωσης με τον Θεό στην παρούσα ζωή. Ο δρόμος που οδηγεί σε αυτή την ένωση, η εφαρμογή των εντολών του Χριστού, η οδός η στενή και τεθλιμμένη του σταυρού, οι ασκητικοί αγώνες. Τονίζει ότι αρχίζουμε να συμμετέχουμε στην ανάσταση του Χριστού ήδη από τον παρόντα κόσμο. Ήδη από εδώ αρχίζουμε να βλέπουμε τον Χριστό. Η διδασκαλία δεν απευθυνόταν σε ερημίτες και αναχωρητές μοναχούς. Απευθυνόταν σε συνηθισμένους μοναχούς ενός κοινοβίου της πρωτεύουσας και σε έναν ευρύτερο κύκλο πιστών.
Ο άγιος Συμεών είχε πεποίθηση ότι στα λόγια και τη διδασκαλία του εμπνεόταν από το άγιο Πνεύμα. Διευκρινίζει ότι μιλάει τόσο συχνά για τον εαυτό του και για τις εμπειρίες του επειδή θέλει και τα πνευματικά του παιδιά να μοιραστούν τα ίδια με αυτόν δώρα.
Στο μοναστήρι του αγίου Μάμαντος έρχονται πολύ καινούριοι μοναχοί. Σχηματίστηκε μια ομάδα μαθητών πιστών και αφοσιωμένων. Ανάμεσα τους ένας πρώην επίσκοπος της Ιταλίας με το όνομα Ιερόθεος. Στο λαό της Κωνσταντινούπολης γίνεται όλο και περισσότερο γνωστός. Πολλά σημαντικά πρόσωπα τον επισκέπτονται αναζητώντας πνευματική καθοδήγηση. Μερικοί όμως από τη συνοδεία του δεν μπορούν να συνεχίσουν. Μια ψυχρότητα άρχισε να εισχωρεί. Δημιουργείται μια ομάδα που αντιδρά. Υπάρχει ένταση ανάμεσα στον άγιο Συμεών και σε μια μερίδα μοναχών.
Παρά την εχθρότητα που συναντούσε εξακολουθεί να καλεί τους μοναχούς, που ήταν κάτω από την καθοδήγηση του, σε μια ανώτερη πνευματική ζωή, που να αναζητά τον θείο φωτισμό. Δεκαπέντε περίπου χρόνια μετά την άνοδο του στην ηγουμενία, ένα μέρος των μοναχών του αγίου Μάμαντος, περίπου 30, επαναστατούν εναντίον του.
Μια μέρα ενώ κήρυττε στην εκκλησία την ώρα του όρθρου, όπως συνήθιζε, τον διέκοψαν βίαια. Έπεσαν πάνω του “ωσεί θήρες” με την πρόθεση να τον πετάξουν έξω από το μοναστήρι. Η απόπειρα απέτυχε χάρη στην ηρεμία του αγίου Συμεών, που έμεινε “άσειστος” στη θέση του, “υπομειδιών και φαιδρόν ατενίζων προς τους αλάστορας”. Οι επαναστάτες αφού έκαναν πολύ θόρυβο έσπασαν τις κλειδαριές της πόρτας του μοναστηριού και έτρεξαν διασχίζοντας την πόλη προς το Πατριαρχείο. Ο Πατριάρχης Σισσίνιος (995-998) εξόρισε από το μοναστήρι τους μοναχούς. Η ποινή ακυρώθηκε μετά από μεσολάβηση του αγίου Συμεών. Το 1005 παραιτήθηκε ύστερα από είκοσι πέντε χρόνια ηγουμενίας.
Ο άγιος Συμεών ταλαιπωρήθηκε επίσης λόγω της επίθεσης που δέχτηκε από τον πρώην μητροπολίτη Νικομηδείας Στέφανο. Ο Στέφανος ήταν πολιτική προσωπικότητα και παράγοντας της διπλωματίας, “ανήρ ελλόγιμος και επί σοφία και αρετή διαβόητος και πειθοί μαλάξαι ικανός γνώμην σκληράν και ατίθασσον”.
Συνέβη κάποτε να συναντηθούν οι δύο άνδρες στο Πατριαρχείο και ο σύγκελος Στέφανος επωφελήθηκε από την ευκαιρία, για να θέσει μια δύσκολη θεολογική ερώτηση στον Συμεών, ελπίζοντας να τον παγιδέψει και να δείξει έτσι την άγνοια του. “Πως χωρίζεις τον Υιόν από του Πατρός, επινοία ή πράγματι;” Ο άγιος υποσχέθηκε να δώσει γραπτή την απάντηση του. Στην απάντηση του ανασκευάζει τις προϋποθέσεις της ερωτήσεως του Στεφάνου, εξηγώντας την πραγματική έννοια των τριαδικών διακρίσεων στο Θεό, που είναι μέσα στις διακρίσεις Του αδιαίρετος και ένας κατά τη φύσι Του. Επίσης στηλιτεύει όλους εκείνους –και εδώ αναφέρεται στο σύγκελλο- που τολμούν να θεολογούν, χωρίς να έχουν μέσα τους το Πνεύμα του Θεού:
… εκπορευθέν το Πνεύμα,
το Πανάγιον, εκ του Πατρός αφράστως
και απεστάλη διʼ Υιού τοις ανθρώποις·
ου τοις απίστοις ουδέ τοις φιλοσόφοις,
ου τοις ρήτορσιν ουδέ τοις φιλοδόξοις,
ου τοις μαθούσι συγγραφάς των Ελλήνων,
ου τοις τας γραφάς αγοούσι τας έσω,
ου τοις εξασκήσασι σκηνικόν βίον,
ου τοις λαλούσι τορνευτώς και πλουσίως,
ου τοις λαχούσι μεγάλων ονομάτων,
ου τοις τυχούσι φιλείσθαι παρʼ ενδόξων …
Η σύγκρουση ήταν ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τρόπους θεολογίας και κατανόησης της πνευματικής ζωής.
Γράφει σχετικά ο Π. Κ. Χρήστου: “Ο Συμεών ο Νέος ο Θεολόγος έζησε σʼ εποχή αξιοσημείωτης ακμής όλων των τομέων του δημόσιου βίου στο Βυζάντιο, πολιτικού, οικονομικού, πολιτιστικού, εκκλησιαστικού· σύμφωνα με την χρονολογία μου από το 958 έως το 1036. … Το Βυζάντιο είχε τώρα την άνεση να οργανώσει επάνω σε νέες βάσ
εις την ανώτατη παιδεία που επρόκειτο νʼ αποβεί πρότυπο για τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, τα οποία θα εμφανίζονταν λίγο αργότερα, να δώσει νέα ώθηση στην ανάπτυξη της φιλοσοφίας και των επιστημών, να οργανώσει συστηματικά την κοινωνική μέριμνα … Ηγούμενος ακόμη, ο ευγνώμων μαθητής είχε συστήσει εορτασμό για τον διδάσκαλο (τον Συμεών τον Ευλαβή, τον Στουδίτη), ευθύς μετά τον θάνατό του. Τον εγνώριζε καλά από τα παιδικά του χρόνια κι επίστευε ότι δεν είναι σωστό να κρύβει τα θεία χαρίσματά του, ότι έχει χρέος να τα διακηρύσσει. Συνέταξε λοιπόν το συναξάρι του, εφιλοπόνησε εγκώμια και συνέθεσε ύμνους σʼ αυτόν. Ο εορτασμός συνεχίστηκε απρόσκοπτα μερικά έτη, αλλʼ έπειτα άρχισε η αντίδρασις. Το έναυσμα γιʼ αυτήν Έδωσε ο Στέφανος, μητροπολίτης Νικομηδείας, ένας αξιόλογος ιεράρχης με σοβαρή μόρφωση και σημαντικές ικανότητες, αλλά δεμένος σφικτά με μια συμπεριφορά που συνδύαζε κοσμική συμβατικότητα με παραδοσιακή αυστηρότητα. Δεν ήταν διατεθειμένος νʼ ανεχθεί νεωτερισμούς σαν αυτόν που ήθελε να εισαγάγει ο Συμεών.
Το θέμα που τους εχώριζε δεν ήταν τόσο ασήμαντο όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Δεν επρόκειτο για την καθιέρωση της μνήμης ενός επί πλέον αγίου, αλλά περί μιας θεμελιώδους αρχής της χριστιανικής πίστεως· αν δηλαδή το Άγιο Πνεύμα ενεργεί στην Εκκλησία και σήμερα, όπως άλλοτε, ή έπαυσε η ενέργεια του· αν η πνευματική τελείωσις είναι κατάστασις που μπορεί να την κατακτήσουν και σήμερα οι πιστοί, όπως άλλοτε, ή είναι μια παρωχημένη υπόθεσις.
Ένας άλλος Συμεών, ο Μεταφραστής, λίγες δεκαετίες ενωρίτερα είχε διασκευάσει επί το λογιώτερο και ευσεβέστερο τους βίους αγίων και τους είχε εκδώσει στην μνημειώδη συλλογή του, το “Μηνολόγιο”. Παρατηρώνταν υψηλός βαθμός σεβασμού προς τους αγίους αυτήν την εποχή· αλλά οι άγιοι ήσαν όλοι παλαιοί. Η γενική εντύπωσις ήταν τότε ότι η αγιότης είναι προνόμιο των παλαιών εποχών και δεν μπορεί να αναδειχθούν τώρα νέοι άγιοι. Και αυτήν την γνώμη εκπροσωπούσε ο Στέφανος Νικομηδείας. … Το κήρυγμα του Συμεών είναι ότι η τελειότης μπορεί να αποκτηθεί σε κάθε εποχή και ότι η αγιότης είναι προνόμιο όλων των εποχών και όλων των ανθρώπων· διότι το Πνεύμα ενεργεί και σήμερα. … Είναι αξιοσημείωτη η επιμονή του Συμεών στην προσπάθεια ανανεώσεως της λειτουργικής ζωής …” (Περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ, “Άγιος Συμεών ο Θεολόγος του φωτός”, Π. Κ. Χρήστου, σελ. 9 και 12).
Η σύγκρουση κράτησε περίπου 6 χρόνια και τελείωσε στις 3 Ιανουαρίου 1009 με την εξορία του αγίου Συμεών. Τον εγκατέλειψαν μόνο χειμωνιάτικα χωρίς να του δώσουν ούτε τα αναγκαία για την διατροφή του. Ο σύγκελος έπεισε τον Πατριάρχη να δώσει εντολή να γίνουν έρευνες στο μοναστήρι με την ελπίδα ότι θα εύρισκε μεγάλα χρηματικά ποσά. Οι άνθρωποι του μπήκαν στο μοναστήρι του αγίου Μάμαντος, σπάζοντας τα πάντα και αρπάζοντας τα βιβλία και τα ρούχα του αγίου, χωρίς να βρουν κανένα θησαυρό. Τελικά ο άγιος Συμεών ανακλήθηκε από την εξορία και βρήκε στην Κωνσταντινούπολη το πλήθος των θαυμαστών του. Ο Πατριάρχης τον δέχθηκε με τιμή. Με την πατριαρχική διαιτησία τελείωσε γύρω στα 1010-1011 η σύγκρουση με τον σύγκελλο Στέφανο.
Το μίσος κατά της διδασκαλίας του Συμεών ήταν μεγάλο. Η αντίθετη παράταξη είχε τις απόψεις της, που τις θεωρούσε παραδοσιακές και ρεαλιστικές. Η θέση τους ήταν ότι η εποχή τους ήταν εντελώς διαφορετική από την εποχή των Αποστόλων και πως ήταν αδύνατο να μιμηθούνε τότε την αγιότητα τους· αυτός που διδάσκει κάτι τέτοιο ή αλαζόνας είναι ή τρελός. Για τον άγιο Συμεών όμως αυτές οι ιδέες ήταν μια σοβαρή παραμόρφωση του Ευαγγελίου και αγωνιζόταν να αποκαταστήσει την αυθεντική ευαγγελική ζωή που είχε ατονήσει. Πρώτα πρέπει κανείς να δει τον Θεό και μετά να μιλάει γιʼ Αυτόν.
Εγκαταστάθηκε οριστικά πια στον τόπο της εξορίας του, εκούσια αυτή τη φορά και ολοκλήρωσε την επισκευή του μοναστηριού της αγίας Μαρίνας. Η φήμη του ως χαρισματούχου, ως ανθρώπου προικισμένου με προφητικά χαρίσματα που έκανε θαύματα, εξαπλώνεται όλο και πιο πολύ και τραβά κοντά του πλήθος ανθρώπων.
Παρά την προχωρημένη ηλικία του, πήγε να ξαναδεί την πατρίδα του και το πατρικό του σπίτι. Τελικά αρρωσταίνει. “Η δε νόσος ρύσις ην της γαστρός την ουσίαν κενούσα και τον σύνδεσμον των συνδραμόντων στοιχείων εις έκαστον απολύουσα. Έκειτο ουν ο μακάριος εφʼ ικανάς τας ημέρας τη νόσω κρατηθείς και την δύναμιν υπετέμνετο, τας σάρκας ετήκετο και του δεσμού παρελύετο”. Έμεινε εντελώς παράλυτος και τον γυρνούσαν στο κρεβάτι με κάποια “μηχανή”. “Μόλις μετά μηχανής τινος ένθεν και εκείθεν σαλεύοντες επάνω της κλίνης εστρέφομεν υπό της αρρωστίας κατεργασθέντα …”. Τον είδαν όμως μια μέρα τέσσερεις και πλέον πήχεις πάνω από το έδαφος του κελλιού του να υπερίπταται και να προσεύχεται μέσα σε “ανεκλάλητο” φως.
Μετά από δεκατρία χρόνια ζωής στην εξορία ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος κοιμήθηκε στις 12 Μαρτίου του 1021 ή του 1036 (κατά τον Π.Κ.Χρήστου). Όπως μας διηγείται ο βιογράφος του είχε προβλέψει την ημερομηνία του θανάτου του και τη μεταφορά των λειψάνων του, που έγινε μετά 30 χρόνια.
<div><img width="158" height="171" border="0" src="whiteangelap0.jpg" /></div><br />
-
Misha
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3872
- Εγγραφή: Δευ Δεκ 26, 2005 6:00 am
- Τοποθεσία: http://clubs.pathfinder.gr/seraphim
- Επικοινωνία:
Πώς και πυρ υπάρχεις βλύζον,
πώς και ύδωρ είς δροσίζον,
πώς και καίεις και γλυκαίνεις,
πώς φθοράν εξαφανίζεις;
Πώς θεούς ποιείς ανθρώπους,
πώς το σκότος φως εργάζη,
πώς ανάγεις εκ του άδου,
πώς θνητούς εξαφθαρτίζεις;
Πώς προς φως το σκότος έλκεις,
πώς την νύκτα περιδράσση,
πώς καρδίαν περιλάμπεις,
πώς με όλον μεταβάλλεις;
Πώς ενούσαι τοις ανθρώποις,
πώς υιούς Θεού εργάζη,
πώς εκκαίεις σου τω πόθω,
πώς τιτρώσκεις άνευ ξίφους;
πώς και ύδωρ είς δροσίζον,
πώς και καίεις και γλυκαίνεις,
πώς φθοράν εξαφανίζεις;
Πώς θεούς ποιείς ανθρώπους,
πώς το σκότος φως εργάζη,
πώς ανάγεις εκ του άδου,
πώς θνητούς εξαφθαρτίζεις;
Πώς προς φως το σκότος έλκεις,
πώς την νύκτα περιδράσση,
πώς καρδίαν περιλάμπεις,
πώς με όλον μεταβάλλεις;
Πώς ενούσαι τοις ανθρώποις,
πώς υιούς Θεού εργάζη,
πώς εκκαίεις σου τω πόθω,
πώς τιτρώσκεις άνευ ξίφους;
<div><img width="158" height="171" border="0" src="whiteangelap0.jpg" /></div><br />
-
Misha
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3872
- Εγγραφή: Δευ Δεκ 26, 2005 6:00 am
- Τοποθεσία: http://clubs.pathfinder.gr/seraphim
- Επικοινωνία:
Παραθέτω ένα κείμενο του αγαπημένου κυρ Φώτη Κόντογλου του Κυδωνιέως , του υπέρμαχου της Ορθόδοξης αισθητικής , για τον Άγιο Συμεών
Κόντογλου Φώτης
Λόγοι Αθανασίας Πλήρεις. O Άγιος Συμεών ο Nέος Θεολόγος
Θάγραφα σήμερα απάνω σε κάποιο άλλο θέμα, που να μην είναι θρησκευτικό. Aλλά πήρα πολλά γράμματα και τηλεφωνήματα από αναγνώστες της "Eλευθερίας" που εκφράζουν τη ζωηρή επιθυμία τους να διαβάσουν περισσότερα σχετικά με τους Oρθοδόξους Πατέρας και τα συγγράμματά τους, επειδή δε βρίσκουν πουθενά τέτοια πνευματική τροφή. Λοιπόν, άλλαξα σκοπό και θα γράψω για τον άγιο Συμεών το Nέο Θεολόγο.
Aληθινά. Aνύποπτοι είναι όσοι δεν γευθήκανε απ' αυτή την αθάνατη βρύση, θέλω να πω από τους λόγους των αγίων Πατέρων, που πολλοί τα έχουνε για παπαδίστικες φλυαρίες.
Oι λόγοι του αγίου Συμεών του Nέου Θεολόγου διαβάζονται στην Eυρώπη σήμερα περισσότερο από κάθε άλλο πατερικό βιβλίο, απ' όσα μεταφρασθήκανε σε ξένες γλώσσες, όπως έγραψα προ λίγες μέρες. Tούτος ο άγιος έχει κάποια χάρη να κάνη χειροπιαστά τα πιο άπιαστα και τα πιο βαθειά μυστήρια της θρησκείας. Σαν να σου τα δείχνη, ο μακάριος, με το δάχτυλό του, επειδή αξιώθηκε να ζη μέσα στο ανέκφραστο Φως του Xριστού, όντας ακόμα μέσα στο σώμα.
Γεννήθηκε στην Παφλαγονία, που βρίσκεται στη Mικρά Aσία, κατά το μέρος της Mαύρης Θάλασσας, από γονέους που είχανε τον τρόπο τους. K' επειδή ένας θείος του είχε μεγάλο αξίωμα στο παλάτι, τον στείλανε στην Πόλη κοντά του, να μάθη γράμματα και να μπη στη θέση του αργότερα. Mα ο Συμεών δεν ήθελε να μάθη πολλά γράμματα, γιατί τα νόμιζε ανώφελα, κι' ολοένα συναναστρεφότανε με καλόγερους και με φτωχούς ερημίτες, που κατεβαίνανε στην Πόλη και τριγυρνούσανε σαν τους ντερβισάδες. Σ' αυτούς εύρισκε αυτό που ποθούσε.
Σαν μεγάλωσε λίγο, πήγε κ' έγινε μοναχός στο μοναστήρι του Στουδίου, υποταχτικός σ' έναν άγιον γέροντα, που τον λέγανε και κείνον Συμεών, και κείνος τον κυβερνούσε με αυστηρότητα. Eκεί, ζώντας σαν άσαρκος άγγελος, έφταξε σε υψηλά μέτρα που προφανερώνανε ποιος ήθελε να κατασταθή στο τέλος. Συνήθιζε να κλείνεται μέσα σε μια μικρή εκκλησία που είχε ένα σεντούκι γεμάτο κόκκαλα. K' εκεί έκανε την προσευχή του.
Στο μεταξύ, ο πατέρας του πήγε στο μοναστήρι να τον πάρη, και τον παρακαλούσε με δάκρυα να πάγη μαζί του, πλην ο Συμεών δεν θέλησε, κ' έκανε χαρτί να μοιράση ο πατέρας του στους φτωχούς το μερίδιό του, κι' αυτός απόμεινε στο μοναστήρι, και περίσσεψε τη σκληραγωγία του κορμιού του, και την υπακοή του στον πνευματικό πατέρα του, μην έχοντας ολότελα θέλημα δικό του. Kαι τόση αφοσίωση είχε στο γέροντά του, ώστε δεν υπήρχε πράγμα που να του παραγγείλη και να μην το κάνη, ακόμα κι' αν του έλεγε να πέση στη θάλασσα. Tο γέροντά του τον σεβότανε σαν άγιο, όπως κ' ήτανε άγιος, και μετά το θάνατό του έγραψε γι' αυτόν ακολουθία και ύμνους, κ' έδωσε σ' έναν αγιογράφο να ζωγραφίση την εικόνα του, και την έβαλε στην εκκλησία με καντήλι, και γιόρταζε την ημέρα της κοιμήσεώς του.
Γι' αυτή την τιμή που έκανε στο γέροντα Συμεών, ετράβηξε πολλά βάσανα, εξορίες και μαρτύρια και κατατρεγμούς από κάποιους δεσποτάδες υποκριτές κι' άπιστους, που τον λέγανε αγράμματον, αυτοί οι γραμματισμένοι, όπως και σήμερα κάποιοι θεολόγοι σπουδασμένοι στας Eυρώπας καταφρονούνε τους απλούς κι' αγράμματους καλόγερους.
Σε τούτο το μεταξύ, ο πατέρας του δεν ησύχασε, κ' έβαλε κάθε μέσον να τον ξεκαλογερέψη και να τον πάρη να τον παντρέψη. Bλέποντας ο γέρο Συμεών πως δεν εύρισκε ησυχία ο μαθητής του, τον πήγε σ' ένα άλλο μοναστήρι, του αγίου Mάμαντος, και τον παράδωσε στον ηγούμενο Aντώνιο, ξακουσμένον για την αρετήν του. Eκεί μέσα γίνηκε ο τύπος κ' υπογραμμός της μοναχικής πολιτείας, και με τον καιρό τον χειροτονήσανε ιερέα, και σαν πέθανε ο Aντώνιος, τον εκλέξανε οι αδελφοί ηγούμενο, που όποτε λειτουργούσε, βλέπανε το άγιο Πνεύμα σαν φωτιά να κατεβαίνη στο κεφάλι του. Aυτό το φρικτό σημείο το βλέπανε επί σαρανταοχτώ χρόνια.
Aλλά, με όλη την αγιότητα που είχε, βρεθήκανε άνθρωποι ασεβέστατοι που τον βασανίσανε με κάθε τρόπο, βρίζοντάς τον και λέγοντας πως είναι υποκριτής και κατηγορώντας τον πως έκανε άγιο το γέροντά του και τον γιόρταζε. Kι' ο μακάριος Συμεών τους συγχωρούσε, αλλά μαζί τους πολεμούσε με τα πνευματικά όπλα.
H ζωή του στάθηκε γεμάτη από πειρασμούς και διωγμούς, και για να την εκθέση κανένας καταλεπτώς δεν φθάνει όχι μονάχα τούτη η στενή λωρίδα του χαρτιού που έχω, αλλά βιβλίο ολόκληρο. Για να συντομέψω λοιπόν, θα βάλω παρακάτω μοναχά κάποια σπουδαία περιστατικά που δείχνουνε την αγιότητά του και που τα έγραψε ο άξιος μαθητής του Nικήτας Στηθάτος.
O άγιος Συμεών είχε ένα καλογεροπαίδι που το λέγανε Nικηφόρο, και που το είχε αναθρέψει ο ίδιος. Aυτός ο Nικηφόρος διηγήθηκε στον Nικήτα κάποια θαύματα, με την απλότητα που είχε, στη διάνοια και στη γλώσσα. "Mε αγαπούσε, λέγει, ο γέροντάς μου τόσο πολύ, που δεν άφηνε κανέναν άλλον, παρεκτός από εμένα, ν' απομείνη μαζί του στο κελλί του. Ή γιατί ήμουνα άκακος, ή γιατί τον υπηρετούσα στα γηρατειά του, ή από οικονομία Θεού για να φανερωθούνε τα έργα του. Kαθώς λοιπόν εκειτόμουνα, μια νύχτα, σε μια γωνιά του κελλιού, σαν να με ξύπνησε κάποιος, και βλέπω ένα θέαμα φοβερό. Kοντά στη σκεπή του κελλιού ήτανε κρεμασμένη μια εικόνα της Θεοτόκου που τη λένε Δέηση, και μπροστά της έκαιγε ένα καντήλι. Λοιπόν, αντίκρυ σ' αυτή την εικόνα, ως τέσσερες πήχεις ψηλότερα από τη γη, είδα τον ʼγιο που στεκότανε στον αέρα, κ' είχε τα χέρια του ανασηκωμένα, και προσευχότανε, λάμποντας ολόκληρος σαν το φως. K' εγώ, βλέποντας αυτά, από το φόβο μου χώθηκα μέσα στο σκέπασμά μου και σκεπάσθηκα κατακούκουλα. Kι' αφού ξημέρωσε, διηγήθηκα στον ʼγιο κρυφά αυτό που είδα. Kι' ο ʼγιος αναστέναξε και μου παράγγειλε να μην το πω σε κανέναν".
ʼλλη μια φορά ξαναείδε το ίδιο θαύμα, λίγο πριν από το θάνατο του αγίου: "Eπειδή λοιπόν ήλθε ο καιρός του θανάτου του, εκείτετον ο μακάριος από κακή δυσεντερία, βασανιζόμενος πολλές μέρες, δίχως να μπορή να σαλέψη μόνος του, αν δεν τον γυρίζαμε εμείς από το ένα κι' από το άλλο μέρος. Eνώ βρισκότανε σ' αυτήν την κατάσταση, μου παράγγειλε ν' απομείνω μοναχός μαζί του.
Mια νύχτα λοιπόν, που κοιμόμουνα ξαπλωμένος απάνω σ' ένα σεντούκι, σαν να με σκούντηξε κάποιος, και ξύπνησα, και βλέπω εκείνον τον μακάριο, που πριν από λίγη ώρα τον είχαμε γυρίσει, να στέκεται στον αγέρα ως τέσσερες πήχες απάνω από τη γη και να προσεύχεται. Kαι θυμούμενος την πρώτη φορά που τον είχα δη έτσι, θαύμαζα την αγιότητά του, συλλογιζόμενος πως αυτός, που δεν μπορούσε να σαλέψη, πως σηκώθηκε απ' το στρώμα, κ' ενώ φορούσε σώμα βαρύ, στεκότανε στον αγέρα. K' έτσι αποκοιμήθηκα, και πάλι ξύπνησα, και τον βλέπω πως έπεσε στο κρεββάτι του και σκεπάσθηκε μόνος του.
Σαν ξημέρωσε του το φανέρωσα, και μου έκανε δεσμό να μην το πω σε κανέναν πριν από το θάνατό του".
Aυτός ο ʼγιος, που πολεμήθηκε πολύ στη ζωή του από τους κακούς ανθρώπους, και περιφρονήθηκε σαν αγράμματος από τους σπουδασμένους του καιρού του, τιμήθηκε και ζωντανός, αλλά περισσότερο μετά το θάνατό του, που έλαμψε με τα συγγράμματά του και φώτισε τις ψυχές των ανθρώπων, και ονομάσθηκε Nέος Θεολόγος, κατά το λόγο του προφήτη που λέγει "και εν καιρώ επισκοπής αυτών αναλάμψουσι και ως σπινθήρες εν καλάμη διαδραμούνται".
K' εσύ, όποιος κι' αν είσαι, στοχάσου τα μυστήρια του Θεού: Eκείνος ο φτωχός και καταφρονεμένος καλόγερος, που έζησε στα 1000 μ.X., δηλαδή 900 χρόνια πριν από μας, αφού διαβάστηκε με δίψα από μυριάδες ανθρώπους του καιρού του, έσχισε σαν πύρινο μετέωρο, αυτούς τους 9 αιώνες, που καταβροχθίσανε και ρίξανε στο βάραθρο της λησμονιάς μυριάδες ανθρώπους που πολλοί απ' αυτούς νομίζανε πως θα μείνουνε αθάνατοι, κ' έφταξε ως τον καιρό τον δικό μας, φωτοβόλος κι' άφθαρτος σαν ήλιος, για να δώση ζωή και ελπίδα στους σημερινούς ανθρώπους, που τον βρήκανε ψάχνοντας, σαν νάναι ο πιο πολύτιμος κι' αθάνατος θησαυρός.
Σήμερα, σε καιρό που η αμαρτωλή ζωή, που ζούνε οι άνθρωποι, παράλυσε σχεδόν όλες τις πνευματικές δυνάμεις που έβαλε ο Θεός μέσα στον άνθρωπο, και τον έκανε να κολλήση στα κτηνώδη πάθη και να παραδοθή σύ
μψυχος στον Mαμωνά, σήμερα τρέχουνε ένα πλήθος ψυχές να πιούνε από το αστείρευτο κι' αθάνατο νερό που αναβρύζει από τα λόγια του αγίου Συμεών, και που είναι δροσερώτατο, μ' όλο που η πηγή απ' όπου βγαίνει βρίσκεται 1000 χρόνια μακριά από μας, μέσα στο σκοτάδι του καιρού.
Tα αγιασμένα βιβλία του διαβάζουνται με δίψα σε κάθε χώρα, και θα διαβάζουνται ολοένα και περισσότερο, σε γλώσσες που αγωνιζόμαστε εμείς να μεταφράσουνε τα γραψίματά μας, που θα τα θάψη μεθαύριο η λησμονιά, μ' όλους τους νεωτερισμούς και τις δυσκολονόητες και περίπλοκες θεωρίες μας.
Γιατί όλα αυτά που γράφουμε εμείς, φιλοσοφίες, λογοτεχνίες, επιστημονικές θεωρίες, βγαίνουνε από τον υλικό νου μας, "τον νουν της σαρκός μας", όπως τον λέγει ο απόστολος Παύλος, και γι' αυτό έχουνε το θάνατο μέσα τους, ενώ ό,τι έγραψε ο άγιος Συμεών είναι "αθανασίας πλήρες".
Κόντογλου Φώτης
Λόγοι Αθανασίας Πλήρεις. O Άγιος Συμεών ο Nέος Θεολόγος
Θάγραφα σήμερα απάνω σε κάποιο άλλο θέμα, που να μην είναι θρησκευτικό. Aλλά πήρα πολλά γράμματα και τηλεφωνήματα από αναγνώστες της "Eλευθερίας" που εκφράζουν τη ζωηρή επιθυμία τους να διαβάσουν περισσότερα σχετικά με τους Oρθοδόξους Πατέρας και τα συγγράμματά τους, επειδή δε βρίσκουν πουθενά τέτοια πνευματική τροφή. Λοιπόν, άλλαξα σκοπό και θα γράψω για τον άγιο Συμεών το Nέο Θεολόγο.
Aληθινά. Aνύποπτοι είναι όσοι δεν γευθήκανε απ' αυτή την αθάνατη βρύση, θέλω να πω από τους λόγους των αγίων Πατέρων, που πολλοί τα έχουνε για παπαδίστικες φλυαρίες.
Oι λόγοι του αγίου Συμεών του Nέου Θεολόγου διαβάζονται στην Eυρώπη σήμερα περισσότερο από κάθε άλλο πατερικό βιβλίο, απ' όσα μεταφρασθήκανε σε ξένες γλώσσες, όπως έγραψα προ λίγες μέρες. Tούτος ο άγιος έχει κάποια χάρη να κάνη χειροπιαστά τα πιο άπιαστα και τα πιο βαθειά μυστήρια της θρησκείας. Σαν να σου τα δείχνη, ο μακάριος, με το δάχτυλό του, επειδή αξιώθηκε να ζη μέσα στο ανέκφραστο Φως του Xριστού, όντας ακόμα μέσα στο σώμα.
Γεννήθηκε στην Παφλαγονία, που βρίσκεται στη Mικρά Aσία, κατά το μέρος της Mαύρης Θάλασσας, από γονέους που είχανε τον τρόπο τους. K' επειδή ένας θείος του είχε μεγάλο αξίωμα στο παλάτι, τον στείλανε στην Πόλη κοντά του, να μάθη γράμματα και να μπη στη θέση του αργότερα. Mα ο Συμεών δεν ήθελε να μάθη πολλά γράμματα, γιατί τα νόμιζε ανώφελα, κι' ολοένα συναναστρεφότανε με καλόγερους και με φτωχούς ερημίτες, που κατεβαίνανε στην Πόλη και τριγυρνούσανε σαν τους ντερβισάδες. Σ' αυτούς εύρισκε αυτό που ποθούσε.
Σαν μεγάλωσε λίγο, πήγε κ' έγινε μοναχός στο μοναστήρι του Στουδίου, υποταχτικός σ' έναν άγιον γέροντα, που τον λέγανε και κείνον Συμεών, και κείνος τον κυβερνούσε με αυστηρότητα. Eκεί, ζώντας σαν άσαρκος άγγελος, έφταξε σε υψηλά μέτρα που προφανερώνανε ποιος ήθελε να κατασταθή στο τέλος. Συνήθιζε να κλείνεται μέσα σε μια μικρή εκκλησία που είχε ένα σεντούκι γεμάτο κόκκαλα. K' εκεί έκανε την προσευχή του.
Στο μεταξύ, ο πατέρας του πήγε στο μοναστήρι να τον πάρη, και τον παρακαλούσε με δάκρυα να πάγη μαζί του, πλην ο Συμεών δεν θέλησε, κ' έκανε χαρτί να μοιράση ο πατέρας του στους φτωχούς το μερίδιό του, κι' αυτός απόμεινε στο μοναστήρι, και περίσσεψε τη σκληραγωγία του κορμιού του, και την υπακοή του στον πνευματικό πατέρα του, μην έχοντας ολότελα θέλημα δικό του. Kαι τόση αφοσίωση είχε στο γέροντά του, ώστε δεν υπήρχε πράγμα που να του παραγγείλη και να μην το κάνη, ακόμα κι' αν του έλεγε να πέση στη θάλασσα. Tο γέροντά του τον σεβότανε σαν άγιο, όπως κ' ήτανε άγιος, και μετά το θάνατό του έγραψε γι' αυτόν ακολουθία και ύμνους, κ' έδωσε σ' έναν αγιογράφο να ζωγραφίση την εικόνα του, και την έβαλε στην εκκλησία με καντήλι, και γιόρταζε την ημέρα της κοιμήσεώς του.
Γι' αυτή την τιμή που έκανε στο γέροντα Συμεών, ετράβηξε πολλά βάσανα, εξορίες και μαρτύρια και κατατρεγμούς από κάποιους δεσποτάδες υποκριτές κι' άπιστους, που τον λέγανε αγράμματον, αυτοί οι γραμματισμένοι, όπως και σήμερα κάποιοι θεολόγοι σπουδασμένοι στας Eυρώπας καταφρονούνε τους απλούς κι' αγράμματους καλόγερους.
Σε τούτο το μεταξύ, ο πατέρας του δεν ησύχασε, κ' έβαλε κάθε μέσον να τον ξεκαλογερέψη και να τον πάρη να τον παντρέψη. Bλέποντας ο γέρο Συμεών πως δεν εύρισκε ησυχία ο μαθητής του, τον πήγε σ' ένα άλλο μοναστήρι, του αγίου Mάμαντος, και τον παράδωσε στον ηγούμενο Aντώνιο, ξακουσμένον για την αρετήν του. Eκεί μέσα γίνηκε ο τύπος κ' υπογραμμός της μοναχικής πολιτείας, και με τον καιρό τον χειροτονήσανε ιερέα, και σαν πέθανε ο Aντώνιος, τον εκλέξανε οι αδελφοί ηγούμενο, που όποτε λειτουργούσε, βλέπανε το άγιο Πνεύμα σαν φωτιά να κατεβαίνη στο κεφάλι του. Aυτό το φρικτό σημείο το βλέπανε επί σαρανταοχτώ χρόνια.
Aλλά, με όλη την αγιότητα που είχε, βρεθήκανε άνθρωποι ασεβέστατοι που τον βασανίσανε με κάθε τρόπο, βρίζοντάς τον και λέγοντας πως είναι υποκριτής και κατηγορώντας τον πως έκανε άγιο το γέροντά του και τον γιόρταζε. Kι' ο μακάριος Συμεών τους συγχωρούσε, αλλά μαζί τους πολεμούσε με τα πνευματικά όπλα.
H ζωή του στάθηκε γεμάτη από πειρασμούς και διωγμούς, και για να την εκθέση κανένας καταλεπτώς δεν φθάνει όχι μονάχα τούτη η στενή λωρίδα του χαρτιού που έχω, αλλά βιβλίο ολόκληρο. Για να συντομέψω λοιπόν, θα βάλω παρακάτω μοναχά κάποια σπουδαία περιστατικά που δείχνουνε την αγιότητά του και που τα έγραψε ο άξιος μαθητής του Nικήτας Στηθάτος.
O άγιος Συμεών είχε ένα καλογεροπαίδι που το λέγανε Nικηφόρο, και που το είχε αναθρέψει ο ίδιος. Aυτός ο Nικηφόρος διηγήθηκε στον Nικήτα κάποια θαύματα, με την απλότητα που είχε, στη διάνοια και στη γλώσσα. "Mε αγαπούσε, λέγει, ο γέροντάς μου τόσο πολύ, που δεν άφηνε κανέναν άλλον, παρεκτός από εμένα, ν' απομείνη μαζί του στο κελλί του. Ή γιατί ήμουνα άκακος, ή γιατί τον υπηρετούσα στα γηρατειά του, ή από οικονομία Θεού για να φανερωθούνε τα έργα του. Kαθώς λοιπόν εκειτόμουνα, μια νύχτα, σε μια γωνιά του κελλιού, σαν να με ξύπνησε κάποιος, και βλέπω ένα θέαμα φοβερό. Kοντά στη σκεπή του κελλιού ήτανε κρεμασμένη μια εικόνα της Θεοτόκου που τη λένε Δέηση, και μπροστά της έκαιγε ένα καντήλι. Λοιπόν, αντίκρυ σ' αυτή την εικόνα, ως τέσσερες πήχεις ψηλότερα από τη γη, είδα τον ʼγιο που στεκότανε στον αέρα, κ' είχε τα χέρια του ανασηκωμένα, και προσευχότανε, λάμποντας ολόκληρος σαν το φως. K' εγώ, βλέποντας αυτά, από το φόβο μου χώθηκα μέσα στο σκέπασμά μου και σκεπάσθηκα κατακούκουλα. Kι' αφού ξημέρωσε, διηγήθηκα στον ʼγιο κρυφά αυτό που είδα. Kι' ο ʼγιος αναστέναξε και μου παράγγειλε να μην το πω σε κανέναν".
ʼλλη μια φορά ξαναείδε το ίδιο θαύμα, λίγο πριν από το θάνατο του αγίου: "Eπειδή λοιπόν ήλθε ο καιρός του θανάτου του, εκείτετον ο μακάριος από κακή δυσεντερία, βασανιζόμενος πολλές μέρες, δίχως να μπορή να σαλέψη μόνος του, αν δεν τον γυρίζαμε εμείς από το ένα κι' από το άλλο μέρος. Eνώ βρισκότανε σ' αυτήν την κατάσταση, μου παράγγειλε ν' απομείνω μοναχός μαζί του.
Mια νύχτα λοιπόν, που κοιμόμουνα ξαπλωμένος απάνω σ' ένα σεντούκι, σαν να με σκούντηξε κάποιος, και ξύπνησα, και βλέπω εκείνον τον μακάριο, που πριν από λίγη ώρα τον είχαμε γυρίσει, να στέκεται στον αγέρα ως τέσσερες πήχες απάνω από τη γη και να προσεύχεται. Kαι θυμούμενος την πρώτη φορά που τον είχα δη έτσι, θαύμαζα την αγιότητά του, συλλογιζόμενος πως αυτός, που δεν μπορούσε να σαλέψη, πως σηκώθηκε απ' το στρώμα, κ' ενώ φορούσε σώμα βαρύ, στεκότανε στον αγέρα. K' έτσι αποκοιμήθηκα, και πάλι ξύπνησα, και τον βλέπω πως έπεσε στο κρεββάτι του και σκεπάσθηκε μόνος του.
Σαν ξημέρωσε του το φανέρωσα, και μου έκανε δεσμό να μην το πω σε κανέναν πριν από το θάνατό του".
Aυτός ο ʼγιος, που πολεμήθηκε πολύ στη ζωή του από τους κακούς ανθρώπους, και περιφρονήθηκε σαν αγράμματος από τους σπουδασμένους του καιρού του, τιμήθηκε και ζωντανός, αλλά περισσότερο μετά το θάνατό του, που έλαμψε με τα συγγράμματά του και φώτισε τις ψυχές των ανθρώπων, και ονομάσθηκε Nέος Θεολόγος, κατά το λόγο του προφήτη που λέγει "και εν καιρώ επισκοπής αυτών αναλάμψουσι και ως σπινθήρες εν καλάμη διαδραμούνται".
K' εσύ, όποιος κι' αν είσαι, στοχάσου τα μυστήρια του Θεού: Eκείνος ο φτωχός και καταφρονεμένος καλόγερος, που έζησε στα 1000 μ.X., δηλαδή 900 χρόνια πριν από μας, αφού διαβάστηκε με δίψα από μυριάδες ανθρώπους του καιρού του, έσχισε σαν πύρινο μετέωρο, αυτούς τους 9 αιώνες, που καταβροχθίσανε και ρίξανε στο βάραθρο της λησμονιάς μυριάδες ανθρώπους που πολλοί απ' αυτούς νομίζανε πως θα μείνουνε αθάνατοι, κ' έφταξε ως τον καιρό τον δικό μας, φωτοβόλος κι' άφθαρτος σαν ήλιος, για να δώση ζωή και ελπίδα στους σημερινούς ανθρώπους, που τον βρήκανε ψάχνοντας, σαν νάναι ο πιο πολύτιμος κι' αθάνατος θησαυρός.
Σήμερα, σε καιρό που η αμαρτωλή ζωή, που ζούνε οι άνθρωποι, παράλυσε σχεδόν όλες τις πνευματικές δυνάμεις που έβαλε ο Θεός μέσα στον άνθρωπο, και τον έκανε να κολλήση στα κτηνώδη πάθη και να παραδοθή σύ
μψυχος στον Mαμωνά, σήμερα τρέχουνε ένα πλήθος ψυχές να πιούνε από το αστείρευτο κι' αθάνατο νερό που αναβρύζει από τα λόγια του αγίου Συμεών, και που είναι δροσερώτατο, μ' όλο που η πηγή απ' όπου βγαίνει βρίσκεται 1000 χρόνια μακριά από μας, μέσα στο σκοτάδι του καιρού.
Tα αγιασμένα βιβλία του διαβάζουνται με δίψα σε κάθε χώρα, και θα διαβάζουνται ολοένα και περισσότερο, σε γλώσσες που αγωνιζόμαστε εμείς να μεταφράσουνε τα γραψίματά μας, που θα τα θάψη μεθαύριο η λησμονιά, μ' όλους τους νεωτερισμούς και τις δυσκολονόητες και περίπλοκες θεωρίες μας.
Γιατί όλα αυτά που γράφουμε εμείς, φιλοσοφίες, λογοτεχνίες, επιστημονικές θεωρίες, βγαίνουνε από τον υλικό νου μας, "τον νουν της σαρκός μας", όπως τον λέγει ο απόστολος Παύλος, και γι' αυτό έχουνε το θάνατο μέσα τους, ενώ ό,τι έγραψε ο άγιος Συμεών είναι "αθανασίας πλήρες".
<div><img width="158" height="171" border="0" src="whiteangelap0.jpg" /></div><br />
Από τον Άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο
ζ΄. Η γνωστως και ευαισθητως γινομενη ενοικησις της τρισυποστατου θεοτητος εν τοις τελειοις ου πληρωσις ποθου εστιν, (385) αλλα μαλλον αρχη και αιτια σφοδροτερου και μειζονος ποθου. Εκτοτε γαρ ουκ εα τον υποδεξαμενον αυτην ηρεμειν, αλλ᾿ ως υπο πυρος αει εκκαιομενον και πυρουμενον επαιρεσθαι εις φλογα ποθου θειοτερου ποιει. Καταληψιν γαρ και τελος του ποθουμενου ευρειν ο νους μη δυναμενος ουδε μετρον τω ποθω και τη αγαπη δυναται δουναι, αλλα τω ατελεστω τελει φθασαι και καταλαβειν βιαζομενος, ατελεστον αει τον ποθον και απληρωτον την αγαπην εν εαυτω περιφερει.
λα'. Πολλοι μεν τω βιω τουτω και τοις του βιου πραγμασιν αποτασσονται, ολιγοι δε και τοις θελημασιν εαυτων περι ων και ο θειος λογος καλως αποφαινεται «Πολλοι μεν κλητοι» λεγων «ολιγοι δε εκλεκτοι».
ξβ΄. Τω τω εαυτου πατρι αντιλεγοντι συγχαιρουσι δαιμονες, τω δε μεχρι ταπεινουμενω θανατου θαυμαζουσιν αγγελοι εργον γαρ του Θεου ο τοιουτος εργαζεται, εξομοιουμενος τω Υιω του Θεου, τω την υπακοην πεπληρωκοτι τω ιδιω πατρι μεχρι θανατου, θανατου δε σταυρου.
ξγ΄. Ο πολυς και ακαιρος συντριμμος της καρδιας σκοτιζει και θολει την διανοιαν, και την μεν καθαραν ευχην και ταπεινωσιν απο της ψυχης εξαφανιζει, πονον δε καρδιακον εμποιει, εντευθεν δε σκληροτητα και πωρωσιν απειρον δια δε τουτων την απογνωσιν τοις πνευματικοις οι δαιμονες πραγματευονται.
ξη΄. Ο φοβουμενος τον Θεον δαιμονων ορμας ου φοβειται ουδε τας ασθενεις εφοδους αυτων αλλ᾿ ουδε ανθρωπων πονηρων απειλας} ωσπερ δε τις φλοξ η φλεγον πυρ ολος ων, εν αδυτοις τοποις και αφεγγεσι νυκτος και ημερας περιϊων, φυγαδευει τους δαιμονας, φευγοντας μαλλον αυτον, ηπερ αυτους εκεινος, μη εμπρησθηναι υπο της εκπεμπομενης εξ αυτου φλογοειδους εκτινος του θειου πυρος.
πστ’. Αλλο απαθεια ψυχης και αλλο απαθεια σωματος} η μεν γαρ και το σωμα καθαγιαζει τη οικεια λαμπροτητι και τη φωτοχυσια του Πνευματος, η δε αυτη μονη καθ᾿ εαυτην εις ουδεν τον κεκτημενον ωφελειν δυναται.
πη’. Ουκ εστι το μη επιθυμειν τινος των του κοσμου τερπνων και ηδεων ισον του των αιωνιων και αορατων εφιεσθαι αγαθων} αλλο γαρ τουτο και ετερον εκεινο} των μεν γαρ προτερων πολλοι κατεφρονησαν, των δε δευτερων ολιγοι των ανθρωπων εφροντισαν.
$β’. Το μη αγανακτειν εν ατιμιαις και υβρεσι και εν πειρασμοις και θλιψεσιν αλλο, και το αλλο το ευδοκειν εν αυτοις, και το ευχεσθαι υπερ των ταυτα ποιουντων εις ημας ετερον} και αλλο το απο ψυχης αυτους αγαπαν} και ετερον παρα ταυτα το νοερως ανατυπουν το προσωπον ενος (410) εκαστου αυτων και ως γνησιους φιλους απαθως αυτους κατασπαζεσθαι εν δακρυσιν αγαπης ειλικρινους, ιχνους δηλονοτι αηδιας καθολου τινος μη ευρισκομενου τοτε εν τη ψυχη. Μειζον δε τουτων ων ειπομεν, οταν και εν αυτω τω καιρω των πειρασμων, την ισην εχη τις και ομοιαν αναλλοιωτως διαθεσιν προς τους κατα προσωπον λοιδορουντας και ενδιαβαλλοντας και κατακρινοντας και καταδικαζοντας και υβριζοντας και εμπτυοντας αυτον, αλλα μην και προς τους εν προσχηματι μεν φιλιας εξωθεν διακειμενους, λαθρα δε τα ομοια διαπραττομενους μεν, μη λανθανοντας δε. Ασυγκριτως δε τουτων παλιν μειζον ειναι υπολαμβανω το εν ληθη παντελει γενεσθαι ων αν παθοι τις, και μητε αποντων των θλιψαντων αυτον μητε παροντως μενησθαι τινος των γεγονοτων, αλλ᾿ ομοιως τοις φιλοις και τουτους ανεννοιως των συμβαντων προσαποδεχεσθαι εν τε συνομιλιαις εν τε συνεστιασεσιν.
$γ’. Ουχ οιον το μεμνησθαι Θεου, τοιουτον και το αγαπαν τον Θεον} ουδε οιον το φοβεισθαι αυτον, τοιουτον και το τηρειν τας αυτου εντολας} αλλο γαρ ταυτα και αλλο εκεινα, τελειων δε ομως και απαθων τα αμφοτερα.
$δ’. Αλλο η αναμαρτησια και ετερον η των εντολων εργασια} η μεν γαρ αγωνιζομενων και των κατα το ευαγγελιον ζωντων εστιν, η δε πρωτη μονων των την πρωτην κτησαμενων απαθειαν εστιν.
........................................................
Αλλα μακαριοι οι ως φως ελθοντα τον Χριστον εν τω σκοτει δεξαμενοι, οτι αυτοι υιοι φωτος και ημερας εγενοντο.
Μακαριοι οι το φως αυτου νυνι ενδυσαμενοι, οτι το του γαμου ηδη περιεβαλοντο ενδυμα· οι ου δεθησονται χειρας η ποδας, ουδε εις το πυρ το αιωνιον εμβληθησονται.
Μακαριοι οι εν σωματι τον αυτον Χριστον θεασαμενοι, τρισμακαριοι δε οι νοερως αυτον και πνευματικως ιδοντες και προσκυνησαντες, οτι εις τον αιωνα ου μη οψονται θανατον. Και μη απιστει τουτο, ορων και εν τοις επιγειοις τουτο γινομενον· οι γαρ τον επι γης βασιλεα ιδειν καταξιωθεντες καταδικοι, της επι θανατον αγουσης αποφασεως ευθυς απαλλασσονται.
Μακαριοι οι τον Χριστον καθ᾿ εκαστην μετα τοιαυτης εσθιοντες θεωριας και γνωσεως, ως Ησαΐας ο προφητης τον ανθρακα, οτι αυτοι καθαρθησονται απο παντος ρυπου ψυχης τε και σωματος.
Μακαριοι οι καθ᾿ ωραν του αρρητου γευομενοι τω στοματι του νοος αυτων, οτι αυτοι ως εν ημερα ευσχημονως (317) περιπατησουσι και τον απαντα χρονον εν ευφροσυνη διατελεσουσι.
Μακαριοι οι το φως του Κυριου ως αυτον εκεινον απ᾿ εντευθεν ηδη γνωρισαντες, οτι αυτοι ανεπαισχυντως αυτω εν τω αιωνι τω μελλοντι παραστησονται.
Μακαριοι οι εν τω φωτι του Χριστου διαγοντες παντοτε, οτι αυτοι και νυν και εις τους αιωνας αδελφοι και συγκληρονομοι αυτου εισι τε και αει εσονται.
Μακαριοι οι το φως εν τη εαυτων καρδια νυνι αναψαντες και ασβεστον τουτο διαφυλαξαντες, οτι αυτοι τω νυμφιω εν τη του βιου εξοδω φαιδροι προσυπαντησουσι και μετ᾿ αυτου εις τον νυμφωνα λαμπαδουχοι συνεισελευσονται.
Μακαριοι οι μη εν εαυτοις λογισαμενοι οτι ουχι απ᾿ εντευθεν ηδη οι ανθρωποι την πληροφοριαν της εαυτων σωτηριας, αλλ᾿ εν τη εξοδω του βιου, η και μετα την εξοδον, ταυτην λαμβανουσιν, οτι αυτοι ταυτην νυνι λαβειν αγωνισονται.
Μακαριοι οι επι μηδενι των ειρημενων δισταζοντες η ψευδες ειναι τουτο υπονοησαντες, οτι αυτοι, ει και μηδεν τουτων εχουσιν, οπερ απευχομαι, αλλα γε παντως σπουδασουσι κτησασθαι.
Μακαριοι οι ολη ψυχη εκζητουντες ελθειν προς το φως, των αλλων απαντων καταφρονησαντες, οτι, ει και μη φθασουσιν ετι εν σωματι οντες εισελθειν εις το φως, αλλ᾿ ουν γε ισως ελπισι χρησταις εκδημησουσι και εν αυτω, μετριως μεν, ομως γενησονται.
Μακαριοι οι αει πικρως δια τα αυτων αμαρτηματα κλαιοντες, οτι αυτους το φως καταλαβη και τα πικρα δακρυα εις γλυκεα μεταποιησει.
Μακαριοι οι τω θειω φωτι αυγαζομενοι και την εαυτων (318) ασθενειαν βλεποντες και το δυσειδες της ψυχικης αυτων στολης κατανοουντες, οτι αυτοι αεναως κλαυσονται και τοις οχετοις των δακρυων αποπλυνθησονται.
Μακαριοι οι τω θειω φωτι πλησιασαντες και ενδον αυτου εισελθοντες και φως ολοι γενομενοι, συγκραθεντες αυτω, οτο αυτοι την ρυπαραν τελειως στολην απεδυσαντο και ουκετι πικρα δακρυα κλαυσονται.
Μακαριοι οι το εαυτων ενδυμα ως τον Χριστον εκλαμποντα βλεποντες, οτι αυτοι ανεκφραστου χαρας καθ᾿ ωραν πλησθησονται και εν εκπληξει γλυκεως δακρυσουσιν, υιους και συμμετοχους εαυτους ηδη γεγονοτας της αναστασεως τεκμαιρομενοι.
Μακαριοι οι διηνεκως το νοερον ομμα ανεωγμενον εχοντες και εν παση ευχη το φως καθορωντες και στομα προς στομα συλλαλουντες αυτω, οτι αυτοι ισοτιμοι των αγγελων, ει τολμηρον δε ειπειν, και υπερ αγγελους εγενοντο και γενησονται· εκεινοι γαρ υμνουσιν, ουτοι δε εντυγχανουσιν. Ει δε τοιουτοι εγενοντο και αει γινονται, ετι περιοντες τω βιω και τη της σαρκος φθορα εμπεδουμενοι, οποιοι [αν] μετα την αναστασιν και μετα το απολαβειν το πνευματικον εκεινο και αφθαρτον σωμα εσονται; Παντως ουκ αγγελων μονον ισοι, αλλα και του των αγγελων δεσποτου ομοιοι, καθως γεγραπται· «Οιδαμεν δε, φησιν, οτι, οταν αποκαλυφθη, ομοιοι αυτω εσομεθα».
Μακαριος ο μοναχος εκεινος ο εν ευχη τω Θεω παρισταμενος και βλεπων αυτον και βλεπομενος παρ᾿ αυτου και εξω του κοσμου γεγονοτα εαυτον αισθανομενος, οντα δε εν τω Θεω μονω, και μη δυναμενος γνωναι ειτε εν σωματι ειτε εκτος τυγχανει σωματος, οτι αυτος ακουσει αρρητα ρηματα α ουκ εξον ανθρωπω λαλησαι, και ιδη α (319) οφθαλμος ουκ ειδεν, ουδε ους ηκουσεν, ουδε επι καρδιαν ανθρωπου σαρκινην ανεβη.
Μακαριος ο το φως του κοσμου εν εαυτω μορφωθεν θεασαμενος, οτι αυτος ως εμβρυον εχων τον Χριστον, μητηρ αυτου λογισθησεται, καθως αυτος εκεινος ο αψευδης επηγγειλατο· «Μητηρ μου» λεγων «και αδελφοι και φιλοι ουτοι εισι». Ποιοι; «Οι ακουοντες τον λογον του Θεου και ποιουντες αυτον». Ωστε οι μη τηρουντες τας εντολας, εαυτους της τοιαυτης χαριτος εκουσιως αποστερουσιν, επει δυνατον το πραγμα και ην και εστι και εσεται και εγενετο και γινεται και εις παντας τους τα προσταγματα αυτου εκπληρουντας γενησεται.
λα'. Πολλοι μεν τω βιω τουτω και τοις του βιου πραγμασιν αποτασσονται, ολιγοι δε και τοις θελημασιν εαυτων περι ων και ο θειος λογος καλως αποφαινεται «Πολλοι μεν κλητοι» λεγων «ολιγοι δε εκλεκτοι».
ξβ΄. Τω τω εαυτου πατρι αντιλεγοντι συγχαιρουσι δαιμονες, τω δε μεχρι ταπεινουμενω θανατου θαυμαζουσιν αγγελοι εργον γαρ του Θεου ο τοιουτος εργαζεται, εξομοιουμενος τω Υιω του Θεου, τω την υπακοην πεπληρωκοτι τω ιδιω πατρι μεχρι θανατου, θανατου δε σταυρου.
ξγ΄. Ο πολυς και ακαιρος συντριμμος της καρδιας σκοτιζει και θολει την διανοιαν, και την μεν καθαραν ευχην και ταπεινωσιν απο της ψυχης εξαφανιζει, πονον δε καρδιακον εμποιει, εντευθεν δε σκληροτητα και πωρωσιν απειρον δια δε τουτων την απογνωσιν τοις πνευματικοις οι δαιμονες πραγματευονται.
ξη΄. Ο φοβουμενος τον Θεον δαιμονων ορμας ου φοβειται ουδε τας ασθενεις εφοδους αυτων αλλ᾿ ουδε ανθρωπων πονηρων απειλας} ωσπερ δε τις φλοξ η φλεγον πυρ ολος ων, εν αδυτοις τοποις και αφεγγεσι νυκτος και ημερας περιϊων, φυγαδευει τους δαιμονας, φευγοντας μαλλον αυτον, ηπερ αυτους εκεινος, μη εμπρησθηναι υπο της εκπεμπομενης εξ αυτου φλογοειδους εκτινος του θειου πυρος.
πστ’. Αλλο απαθεια ψυχης και αλλο απαθεια σωματος} η μεν γαρ και το σωμα καθαγιαζει τη οικεια λαμπροτητι και τη φωτοχυσια του Πνευματος, η δε αυτη μονη καθ᾿ εαυτην εις ουδεν τον κεκτημενον ωφελειν δυναται.
πη’. Ουκ εστι το μη επιθυμειν τινος των του κοσμου τερπνων και ηδεων ισον του των αιωνιων και αορατων εφιεσθαι αγαθων} αλλο γαρ τουτο και ετερον εκεινο} των μεν γαρ προτερων πολλοι κατεφρονησαν, των δε δευτερων ολιγοι των ανθρωπων εφροντισαν.
$β’. Το μη αγανακτειν εν ατιμιαις και υβρεσι και εν πειρασμοις και θλιψεσιν αλλο, και το αλλο το ευδοκειν εν αυτοις, και το ευχεσθαι υπερ των ταυτα ποιουντων εις ημας ετερον} και αλλο το απο ψυχης αυτους αγαπαν} και ετερον παρα ταυτα το νοερως ανατυπουν το προσωπον ενος (410) εκαστου αυτων και ως γνησιους φιλους απαθως αυτους κατασπαζεσθαι εν δακρυσιν αγαπης ειλικρινους, ιχνους δηλονοτι αηδιας καθολου τινος μη ευρισκομενου τοτε εν τη ψυχη. Μειζον δε τουτων ων ειπομεν, οταν και εν αυτω τω καιρω των πειρασμων, την ισην εχη τις και ομοιαν αναλλοιωτως διαθεσιν προς τους κατα προσωπον λοιδορουντας και ενδιαβαλλοντας και κατακρινοντας και καταδικαζοντας και υβριζοντας και εμπτυοντας αυτον, αλλα μην και προς τους εν προσχηματι μεν φιλιας εξωθεν διακειμενους, λαθρα δε τα ομοια διαπραττομενους μεν, μη λανθανοντας δε. Ασυγκριτως δε τουτων παλιν μειζον ειναι υπολαμβανω το εν ληθη παντελει γενεσθαι ων αν παθοι τις, και μητε αποντων των θλιψαντων αυτον μητε παροντως μενησθαι τινος των γεγονοτων, αλλ᾿ ομοιως τοις φιλοις και τουτους ανεννοιως των συμβαντων προσαποδεχεσθαι εν τε συνομιλιαις εν τε συνεστιασεσιν.
$γ’. Ουχ οιον το μεμνησθαι Θεου, τοιουτον και το αγαπαν τον Θεον} ουδε οιον το φοβεισθαι αυτον, τοιουτον και το τηρειν τας αυτου εντολας} αλλο γαρ ταυτα και αλλο εκεινα, τελειων δε ομως και απαθων τα αμφοτερα.
$δ’. Αλλο η αναμαρτησια και ετερον η των εντολων εργασια} η μεν γαρ αγωνιζομενων και των κατα το ευαγγελιον ζωντων εστιν, η δε πρωτη μονων των την πρωτην κτησαμενων απαθειαν εστιν.
........................................................
Αλλα μακαριοι οι ως φως ελθοντα τον Χριστον εν τω σκοτει δεξαμενοι, οτι αυτοι υιοι φωτος και ημερας εγενοντο.
Μακαριοι οι το φως αυτου νυνι ενδυσαμενοι, οτι το του γαμου ηδη περιεβαλοντο ενδυμα· οι ου δεθησονται χειρας η ποδας, ουδε εις το πυρ το αιωνιον εμβληθησονται.
Μακαριοι οι εν σωματι τον αυτον Χριστον θεασαμενοι, τρισμακαριοι δε οι νοερως αυτον και πνευματικως ιδοντες και προσκυνησαντες, οτι εις τον αιωνα ου μη οψονται θανατον. Και μη απιστει τουτο, ορων και εν τοις επιγειοις τουτο γινομενον· οι γαρ τον επι γης βασιλεα ιδειν καταξιωθεντες καταδικοι, της επι θανατον αγουσης αποφασεως ευθυς απαλλασσονται.
Μακαριοι οι τον Χριστον καθ᾿ εκαστην μετα τοιαυτης εσθιοντες θεωριας και γνωσεως, ως Ησαΐας ο προφητης τον ανθρακα, οτι αυτοι καθαρθησονται απο παντος ρυπου ψυχης τε και σωματος.
Μακαριοι οι καθ᾿ ωραν του αρρητου γευομενοι τω στοματι του νοος αυτων, οτι αυτοι ως εν ημερα ευσχημονως (317) περιπατησουσι και τον απαντα χρονον εν ευφροσυνη διατελεσουσι.
Μακαριοι οι το φως του Κυριου ως αυτον εκεινον απ᾿ εντευθεν ηδη γνωρισαντες, οτι αυτοι ανεπαισχυντως αυτω εν τω αιωνι τω μελλοντι παραστησονται.
Μακαριοι οι εν τω φωτι του Χριστου διαγοντες παντοτε, οτι αυτοι και νυν και εις τους αιωνας αδελφοι και συγκληρονομοι αυτου εισι τε και αει εσονται.
Μακαριοι οι το φως εν τη εαυτων καρδια νυνι αναψαντες και ασβεστον τουτο διαφυλαξαντες, οτι αυτοι τω νυμφιω εν τη του βιου εξοδω φαιδροι προσυπαντησουσι και μετ᾿ αυτου εις τον νυμφωνα λαμπαδουχοι συνεισελευσονται.
Μακαριοι οι μη εν εαυτοις λογισαμενοι οτι ουχι απ᾿ εντευθεν ηδη οι ανθρωποι την πληροφοριαν της εαυτων σωτηριας, αλλ᾿ εν τη εξοδω του βιου, η και μετα την εξοδον, ταυτην λαμβανουσιν, οτι αυτοι ταυτην νυνι λαβειν αγωνισονται.
Μακαριοι οι επι μηδενι των ειρημενων δισταζοντες η ψευδες ειναι τουτο υπονοησαντες, οτι αυτοι, ει και μηδεν τουτων εχουσιν, οπερ απευχομαι, αλλα γε παντως σπουδασουσι κτησασθαι.
Μακαριοι οι ολη ψυχη εκζητουντες ελθειν προς το φως, των αλλων απαντων καταφρονησαντες, οτι, ει και μη φθασουσιν ετι εν σωματι οντες εισελθειν εις το φως, αλλ᾿ ουν γε ισως ελπισι χρησταις εκδημησουσι και εν αυτω, μετριως μεν, ομως γενησονται.
Μακαριοι οι αει πικρως δια τα αυτων αμαρτηματα κλαιοντες, οτι αυτους το φως καταλαβη και τα πικρα δακρυα εις γλυκεα μεταποιησει.
Μακαριοι οι τω θειω φωτι αυγαζομενοι και την εαυτων (318) ασθενειαν βλεποντες και το δυσειδες της ψυχικης αυτων στολης κατανοουντες, οτι αυτοι αεναως κλαυσονται και τοις οχετοις των δακρυων αποπλυνθησονται.
Μακαριοι οι τω θειω φωτι πλησιασαντες και ενδον αυτου εισελθοντες και φως ολοι γενομενοι, συγκραθεντες αυτω, οτο αυτοι την ρυπαραν τελειως στολην απεδυσαντο και ουκετι πικρα δακρυα κλαυσονται.
Μακαριοι οι το εαυτων ενδυμα ως τον Χριστον εκλαμποντα βλεποντες, οτι αυτοι ανεκφραστου χαρας καθ᾿ ωραν πλησθησονται και εν εκπληξει γλυκεως δακρυσουσιν, υιους και συμμετοχους εαυτους ηδη γεγονοτας της αναστασεως τεκμαιρομενοι.
Μακαριοι οι διηνεκως το νοερον ομμα ανεωγμενον εχοντες και εν παση ευχη το φως καθορωντες και στομα προς στομα συλλαλουντες αυτω, οτι αυτοι ισοτιμοι των αγγελων, ει τολμηρον δε ειπειν, και υπερ αγγελους εγενοντο και γενησονται· εκεινοι γαρ υμνουσιν, ουτοι δε εντυγχανουσιν. Ει δε τοιουτοι εγενοντο και αει γινονται, ετι περιοντες τω βιω και τη της σαρκος φθορα εμπεδουμενοι, οποιοι [αν] μετα την αναστασιν και μετα το απολαβειν το πνευματικον εκεινο και αφθαρτον σωμα εσονται; Παντως ουκ αγγελων μονον ισοι, αλλα και του των αγγελων δεσποτου ομοιοι, καθως γεγραπται· «Οιδαμεν δε, φησιν, οτι, οταν αποκαλυφθη, ομοιοι αυτω εσομεθα».
Μακαριος ο μοναχος εκεινος ο εν ευχη τω Θεω παρισταμενος και βλεπων αυτον και βλεπομενος παρ᾿ αυτου και εξω του κοσμου γεγονοτα εαυτον αισθανομενος, οντα δε εν τω Θεω μονω, και μη δυναμενος γνωναι ειτε εν σωματι ειτε εκτος τυγχανει σωματος, οτι αυτος ακουσει αρρητα ρηματα α ουκ εξον ανθρωπω λαλησαι, και ιδη α (319) οφθαλμος ουκ ειδεν, ουδε ους ηκουσεν, ουδε επι καρδιαν ανθρωπου σαρκινην ανεβη.
Μακαριος ο το φως του κοσμου εν εαυτω μορφωθεν θεασαμενος, οτι αυτος ως εμβρυον εχων τον Χριστον, μητηρ αυτου λογισθησεται, καθως αυτος εκεινος ο αψευδης επηγγειλατο· «Μητηρ μου» λεγων «και αδελφοι και φιλοι ουτοι εισι». Ποιοι; «Οι ακουοντες τον λογον του Θεου και ποιουντες αυτον». Ωστε οι μη τηρουντες τας εντολας, εαυτους της τοιαυτης χαριτος εκουσιως αποστερουσιν, επει δυνατον το πραγμα και ην και εστι και εσεται και εγενετο και γινεται και εις παντας τους τα προσταγματα αυτου εκπληρουντας γενησεται.
«Όπου έρως θείος ήψατο καρδίας, εκεί φόβος ρημάτων ουκ ίσχυσε».
Re:
Λογος ΚΘ΄. (372)Misha έγραψε: Η γενική εντύπωσις ήταν τότε ότι η αγιότης είναι προνόμιο των παλαιών εποχών και δεν μπορεί να αναδειχθούν τώρα νέοι άγιοι. Και αυτήν την γνώμη εκπροσωπούσε ο Στέφανος Νικομηδείας. … Το κήρυγμα του Συμεών είναι ότι η τελειότης μπορεί να αποκτηθεί σε κάθε εποχή και ότι η αγιότης είναι προνόμιο όλων των εποχών και όλων των ανθρώπων· διότι το Πνεύμα ενεργεί και σήμερα. …
Περι του μη δειν λεγειν, οτι αδυνατον νυν εις ακρον ελθειν αρετης τον βουλομενον και τοις παλαι αμιλληθηναι αγιοις. Και οτι πας ο τα εναντια διδασκων των θειων Γραφων νεαν αιρεσιν τοις πειθομενοις αυτω δογματιζει.
Αδελφοι και πατερες, πολλοι καθ’ εκαστην λεγουσιν - ων ακουομεν και ημεις λεγοντων - · ”Ει ημεν εν ταις ημεραις των αποστολων και τον Χριστον, ως εκεινοι, κατιδειν ηξιωθημεν, αγιοι αν εγενομεθα και ημεις ως εκεινοι”- αγνοουντες οτι αυτος εκεινος εστιν, ο και τοτε και νυν εν ολω τω κοσμω λαλων. Ει γαρ μη ο παλαι και νυν εστιν ο αυτος, ωσαυτως ων κατα παντα Θεος καν ταις ενεργειαις καν τοις τελεσμασι, πως εν Υιω λεγων αει φαινεται ο Πατηρ και ο Υιος εν τω Πατρι δια Πνευματος ταυτα· “Ο πατηρ μου εως αρτι εργαζεται καγω εργαζομαι”;
Αλλ’ ισως ερει τις· “Ουκ εστιν ισον το εκεινον αυτον τοτε σωματικως ιδεσθαι και το ακουειν νυν μονον των λογων αυτου και τα περι εκεινου και της βασιλειας αυτου εκδιδασκεσθαι”. Καγω φημι μη ειναι (373) παντως ισον το νυν και το τοτε, αλλα κατα πολυ το αρτι και το νυν μειζον και ευκολως μαλλον προς πιστιν πλειονα και πληροφοριαν αγον ημας υπερ το τοτε σωματικως και ιδειν και ακουσαι αυτου.
-Τοτε μεν γαρ ανθρωπος τοις αγνωμοσιν Ιουδαιοις εφαινετο ευτελης, νυν δε Θεος κηρυττεται ημιν αληθης.
-Τοτε τοις τελωναις και τοις αμαρτωλοις συνανεστρεφετο σωματικως και συνησθιε, νυν δε εκ δεξιων καθηται του Θεου και Πατρος, ο μηδεποτε και μηδαμου χωρισθεις αυτου, και τον κοσμον απαντα τρεφειν πιστευεται, και χωρις αυτου ουδεν γινεσθαι λεγομεν – ει δε και πιστευομεν -.
-Τοτε και υπο των ευτελεστατων κατεφρονειτο λεγοντων· “Ουχι ουτος εστιν ο υιος της Μαριας και του τεκτονος Ιωσηφ; “ νυνι δε υπο βασιλεων και αρχοντων ως του αληθινου Θεου Υιος και αληθης Θεος προσκυνειται, και εδοξασε και δοξαζει τους προσκυνουντας αυτον εν πνευματι και αληθεια - ει και παιδευει πολλακις αυτους αμαρτανοντας – σιδηρους αυτους υπερ παντα τα εθνη, τα υπο τον ουρανον, αντι οστρακινων ποιησας.
-Τοτε ως εις των λοιπων ανθρωπων φθαρτος και θνητος ενομιζετο, και μεγα ην εν ανθρωπινω σωματι αναλλοιωτως και ατρεπτως τον αμορφον και αορατον, μορφωθεντα Θεον και ανθρωπον ολον βλεπομενον, μηδεν πλεον των αλλων ανθρωπων εν τοις ορωμενοις εχοντα, αλλ’ εσθιοντα και πινοντα και κοιμωμενον, ιδρουντα τε και κοπιωντα και τα (374) ανθρωπινα παντα πλην αμαρτιας ποιουντα, τον τοιουτον επιγνωναι και πιστευσαι ειναι Θεον, τον τον ουρανον αυτον και την γην και τα εν αυτοις παντα ποιησαντα.
- Δια γαρ τουτο και τον Πετρον ειποντα οτι· “Συ ει ο Υιος του Θεου του ζωντος” εμακαρισεν ο Δεσποτης ειπων· “Μακαριος ει, Σιμων βαρ Ιωνας, οτι σαρξ και αιμα ουκ απεκαλυψε σοι – ταυτα δηλονοτι ιδειν και ειπειν -, αλλ’ ο Πατηρ μου ο εν τοις ουρανοις”. Ωστε ο νυν ακουων αυτου δια των αγιων Ευαγγελιων καθ’ εκαστην βοωντος και το του ευλογημενου Πατρος αυτου θελημα διαγγελοντος, και μη φοβω και τρομω υπακουων αυτου και φυλαττων τα παρ’ αυτου προστασσομενα, ουδε τοτε, ει και παρην και εκεινον αυτον εθεασατο και διδασκοντα ηκουσε, πιστευσαι αυτω ολως ηνεσχετο αν· δεος μη και πανταπασιν απιστησας, ως αντιθεον αυτον και ου Θεον αληθινον λογισαμενος, εβλασφημησε.
Και ταυτα μεν οι παντη των αλλων παχυτεροι. Τι δε οι τουτων σεμνοτεροι; “Ει ημεν, φησιν, εν τοις χρονοις των αγιων πατερων, ηγωνισαμεθα αν και ημεις. Βλεποντες γαρ την αγαθην αυτων πολιτειαν και τους αγωνας αυτων, εζηλωσαμεν αν αυτους. Νυνι δε μετα ραθυμων και αμελων συναναστρεφομενοι, συναπαγομεθα τουτοις και αβουλητως συναπολλυμεθα”, - αγνοουντες, ως εικος, και αυτοι οτι εν λιμενι μαλλον ημεις υπερ εκεινους εσμεν. Εν τοις χρονοις των πατερων ημων πολλαι - ακουετωσαν και ουτοι! – αιρεσεις υπηρχον, πολλοι ψευδοχριστοι, πολλοι χριστοκαπηλοι, πολλοι ψευδαποστολοι, πολλοι ησαν (375) ψευδοδιδασκαλοι, παρρησια τα του πονηρου ζιζανια περιϊοντες και σπειροντες και πολλους τοις εαυτων συνηρπασαν λογοις, εξαπαντησαντες αυτους, και αυτων τας ψυχας απωλεια παρεπεμψαν.
Και τουτο εκ των του αγιου πατρος ημων Ευθυμιου και Αντωνιου βιων αληθες ειναι ευρησετε. Γεγραπται γαρ τον Αντωνιον τοτε λαμπροτεραν στολην υπερ την συνηθη ενδυσαμενον και επι τοπου υψηλου ανελθοντα φανερωσαι εαυτον και επιδειξασθαι, ινα εμφανης γεγονως παντως υπο των αιρετικων κρατηθη και αναιρεθη· ει ουν μη ην διωγμος, ουκ αν τουτο εποιησεν. Επι δε τη γεννησει του αγιου πατρος ημων Ευθυμιου, ου γεγραπται ευθυμιαν τηνικαυτα πρυτανευθηναι ταις εκκλησιαις παρα Θεου, των διωγμων δηλονοτι τοτε καταπαυθεντων και των αιρεσεων; Επι δε τω τελει του οσιου πατρος ημων Σαβα ουκ ακουετε οσα υπερ των εκκλησιων και κατα των τοτε αιρεσεων ηγωνισατο, και οσοι τοτε των μοναχων τοις αιρετικοις συναπηχθησαν; Τα δε επι του αγιου Στεφανου του Νεου γεγονοτα, τι ου διωγμου βαρυτατου και χαλεπου υπηρχον; Η ουκ εννοειτε τον τοτε γεγονοτα χειμωνα και τον υπερβαλλοντα σαλον των μοναχων; Τι δε πειρωμαι τα παντα διεξελθειν; Οταν γαρ προ τουτων αναμνημονευσω των επι του μεγαλου Βασιλειου γεγονοτων, ως ο μεγας διηγειται Γρηγοριος, και των επι του χρυσορρημονος Ιωαννου και των καθεξης πατερων αγιων, αυτος τε εγω εμαυτον ταλανιζω και τους ταυτα μη αναλογιζομενους κατελεω. Ου γαρ ακριβως επιστανται οτι απας ο παρελθων χρονος δεινοτερος ην και των ζιζανιων του πονηρου πεπλησμενος αναφανδον.
(376) Ομως ουν, ει και δεινα τα παρεληλυθοτα, αλλα και νυν εχει πολλους ο βιος αιρετικους, πολλους λυκους, ασπιδας και οφεις συναναστρεφομενους ημιν, πλην ουκ εχοντας εξουσιαν τινα καθ’ ημων, αλλ’ οιον υπο νυκτα εισιν οι τοιουτοι της πονηριας αυτων· και τους μεν συνερχομενους και υπο το σκοτος γινομενους αυτων αρπαζουσι τε και κατεσθιουσι, τοις δε εν τω γωτι περιπατουσι των θειων Γραφων και τη οδω πορευομενοις των εντολων του Θεου ουδε προσυπαντησαι τολμωσιν, αλλα και διερχομενους ιδοντες απο του προσωπου αυτων ως απο πυρος φευγουσι.
Τινας ουν αρα υπενοησατε ειπειν με αιρετικους; Μη τους αρνουμενους τον Υιον του Θεου; Μη τους βλασφημουντας εις το αγιον Πνευμα και λεγοντας μη ειναι τουτο Θεον; Μη τους μειζονα λεγοντας του Υιου τον Πατερα; Μη τους την Τριαδα εις εναδα συγχεοντας η τον ενα Θεον εις τρεις θεους διατεμνοντας; Μη τους Υιον μεν ειναι του Θεου τον Χριστον λεγοντας, εκ γυναικος δε λαβειν την σαρκα τουτον μη πιστευοντας; Μη τους σαρκα μεν αυτον αναλαβειν, αλλα αψυχον φλυαρουντας; Μη τους εμψυχον μεν ταυτην, ως ολον ανθρωπον, ουχ ενα δε κατα την υποστασιν τον Υιον του Θεου, τον και Υιον της Θεοτοκου Μαριας χρηματισαντα, Θεον ειναι λεγοντας, αλλ’ εις δυο υιους τον ενα Χριστον διατεμνοντας; Αλλα μη τους τω αναρχω Πατρι αρχην περιγραφοντας και το “Ην, οτε ουκ ην” λεγοντας; Η τους τον Πατερα μεν αναρχον, τον δε Υιον, ως εξ αυτου γεννηθεντα, αρχην μετα τινα χρονον λαβειν ως κτισμα, κακως και νοουντας και δογματιζοντας;
(377) Ουκ ην γαρ ποτε, φησιν, ο Πατηρ μη συνοντος αυτω του Υιου· και πως Πατηρ ο απαις ονομασθησεται; - Αλλα μη τους αλλον μεν τον παθοντα, αλλον δε ειναι τον ανασταντα κηρυττοντας; Απαγε! Ουδενα τουτων σοι των ασεβων και αθεων, ουδε των αλλων αιρεσεων τινα λεγω, των ως σκοτος μεν φανεντων, υπο δε των τοτε λαμψαντων αγιων πατερων εξαφανισθεντων. Επι τοσουτον γαρ η χαρις του Παναγιου Πνευματος ελαμψε δι’ αυτων και των ειρημενων αιρεσεων το σκοτος εδιωξεν, οτι και μεχρι του νυν τα θεοπνευστα αυτων συγγραμματα λαμπουσιν υπερ ηλιου αυγας, ως μηδε τολμαν αυτοις τινα αντιφθεγγεσθαι.
Αλλα περι εκεινων λεγω και εκεινους ονομαζω αιρετικους, τους λεγοντας μη ειναι τινα εν τοις καθ’ ημας χρονοις και εν μεσω ημων τον δυναμενον φυλαξαι τας ευαγγελικας εντολας και κατα τους αγιους γενεσθαι πατερας· πρωτον μεν παντων πιστον και πρακτικον – δια γαρ των εργων η πιστις δεικνυται, ως δια του εσοπτρου η του προσωπου εμφερεια-, επειτα θεωρητικωτατον τε ομου και θεοπτην, εν τω φωτισθηναι δηλαδη και λαβειν Πνευμα Αγιον και δι’ αυτου τον Υιον συν τω Πατρι κατιδειν.
Οι τοινυν τουτο αδυνατον ειναι λεγοντες ου μερικην τινα αιρεσιν κεκτηνται, αλλα πασας, ει οιον τε ειπειν, ως ταυτης πασας εκεινας τη ασεβεια και τη της βλασφημιας υπερβολη υπεραιρουσης και καλυπτουσης. Ο τουτο λεγων ανατρεπει πασας τας θειας Γραφας. Εις ματην, οιμαι, λεγει ο ματαιος το αγιον αρτι λεγεσθαι Ευαγγελιον, εις ματην τας του Μεγαλου Βασιλειου και των λοιπων ιερεων και οσιων πατερων ημων γραφας αναγινωσκεσθαι η και γραφηναι διαμαρτυρεται.
(378) Ει ουν α ο Θεος λεγει και παντες οι αγιοι πρωτον μεν απαντα επραξαν, ειτα και γραψαντες εις νουθεσιαν ημων κατελιπον, αδυνατον ημιν εργω ταυτα ποιησαι και απαραλειπτως φυλαξαι, τι οτι και τοτε εκεινοι κοπιασαντες εγραψαν και νυν επι εκκλησιας αναγινωσκονται; Οι ταυτα λεγοντες τον ουρανον, ον ο Χριστος ημιν ηνοιξε, κλειουσι και την προς εκεινον ανοδον, ην αυτος εκεινος ημιν ενεκαινισε, διακοπτουσιν. Ανωθεν γαρ εκεινου του επι παντων Θεου προς τη πυλη οιονει του ουρανου ισταμενου και διακυπτοντος και υπο των πιστων ορωμενου και δια του αγιου Ευαγγελιου βοωντος και λεγοντος· “Δευτε προς με παντες οι κοπιωντες και πεφορτισμενοι καγω αναπαυσω υμας”, οι αντιθεοι ουτοι η, μαλλον ειπειν, αντιχριστοι λεγουσιν· “Αδυνατον τουτο, αδυνατον! “.
Προς ους εικοτως ο Δεσποτης μεγαλοφωνως φησιν· “Ουαι υμιν, γραμματεις και φαρισαιοι ! Ουαι υμιν οδηγοι τυφλοι τυφλων, οτι υμεις εις την βασιλειαν ουκ εισερχεσθε και τους θελοντας εισελθειν κωλυετε”. Εκεινου τους νυν πενθουντας αναφανδον μακαριζοντος, ουτοι αδυνατον φασιν καθ’ εκαστην πενθειν και κλαιειν τινα. Ω της αναισθησιας και του απυλωτου στοματος, μιαρας εκπεμποντος κατα του Θεου του Υψιστου φωνας και τα του Χριστου προβατα ποιουντος γινεσθαι θηριαλωτα, υπερ ων αυτος ο Μονογενης Υιος του Θεοου το αιμα εκενωσεν. Οντως καλως περι των τοιουτων ο θεοπατωρ (379) λεγει Δαυιδ· “Υιοι ανθρωπων, οι οδοντες αυτων οπλα και βελη· και η γλωσσα αυτων μαχαιρα οξεια”.
Διατι γαρ, ειπε μοι, αδυνατον; Δια τινος δε αλλου οι αγιοι επι της γης ελαμψαν και φωστηρες εν κοσμω γεγονασιν; Ει ην αδυνατον, ουδ’ αν εκεινοι ταυτα κατορθωσαι ποτε ηδυνηθησαν. Ανθρωποι γαρ υπηρχον κακεινοι, ως και ημεις, και ουδεν πλεον ημων εκεκτηντο, ει μη προαιρεσιν εις το αγαθον, σπουδην τε και υπομονην και ταπεινωσιν και αγαπην προς τον Θεον. Ταυτα τοιγαρουν κτησαι και αυτος, και γενησεται σοι πηγη δακρυων η νυνι πετρωδης υπαρχουσα ψυχη. Ει δε συ μη θελεις θλιβηναι και στενοχωρηθηναι, καν το πραγμα μη λεγε ειναι αδυνατον. Ο γαρ τουτο λεγων απαρνειται την καθαρσιν·
«Όπου έρως θείος ήψατο καρδίας, εκεί φόβος ρημάτων ουκ ίσχυσε».
Δάκρυα μετανοίας- από τους λόγους του Αγίου Συμεών
Αποσπάσματα όπου γίνεται λόγος για τα δάκρυα μετανοίας.
Οπου δε πτωχειας πνευματικης αισθησις, εκει και το χαρμοσυνον πενθος, εκει και τα αενναως ρεοντα δακρυα, τα την φιλουσαν ταυτα ψυχην εκκαθαιροντα και τελειως αυτην απεργαζομενα φωτεινοτατην.
Δια τουτων ουν ανανευουσα η ψυχη και τον εαυτης Δεσποτην επιγινωσκουσα, τας λοιπας αρετας αρχεται σπουδαιως καρποφορειν εαυτη και Χριστω. Και εικοτως. Καταρδευομενη γαρ αει και πιαινομενη τοις δακρυσι και το θυμικον εαυτης ολως αποσβεννυουσα, πραεια μεν και ακινητος ολη προς οργην γινεται, επιθυμει δε και ορεγεται πεινωσα ομου και διψωσα τα του Θεου μαθειν δικαιωματα. Εν τουτοις δε και ελεημων και συμπαθης γινεται, ως εκ παντων τουτων καθαραν αποτελεισθαι την καρδιαν αυτης και ταυτην εν οπτασια Θεου γινεσθαι και οραν καθαρως την δοξαν αυτου ως η υποσχεσις.
…………………………………………………………………………..
Καταμαθετε, αδελφοι, της σφραγιδος Χριστου το αληθες εκτυπωμα.Επιγνωτε, οι πιστοι, του χαρακτηρος τα ιδιωματα. Μια σφραγις αληθως η ελλαμψις υπαρχει του Πνευματος, ει και πολλαι των ενεργειων αυτης αι ιδεαι και πολλα των αρετων αυτης τα γνωρισματα, ων πρωτον και αναγκαιοτερον εστιν η ταπεινωσις, ως αρχη και θεμελιος –“Επι τινα γαρ, φησιν, επιβλεψω, αλλ’ η επι τον πραον και ησυχιον και τρεμοντα μου τους λογους”-, δευτερον το πενθος και η των δακρυων πηγη, περι ων θελω λεγειν πολλα και απορω λογων, δι’ ων εκφρασαι τα περι τουτων προηρημαι· θαυμα γαρ ανεκλαλητον, οτι δια των οφθαλμων αισθητων ρεοντα την ψυχην νοερως του βορβορου των αμαρτηματων εκπλυνουσι και εις γην πιπτοντα τους δαιμονας φλεγουσι και καταρασσουσι και την ψυχην ελευθεραν εργαζονται των αορατων της αμαρτιας δεσμων. Ω δακρυα, τα εκ θειας ελλαμψεως βλυζοντα και αυτον τον ουρανον διανοιγοντα και προξενουντα μοι θειαν παρακλησιν. Παλιν γαρ και πολλακις υφ’ ηδονης και ποθου τα αυτα φθεγγομαι. Οπου δακρυων πληθυς, αδελφοι, μετα γνωσεως αληθους εκει και θειου φωτος αυγασις. Οπου δε φωτος αυγη, παντων εκει των καλων χορηγια και η σφραγις του Πνευματος του Αγιου εμπεφυτευμενη εν τη καρδια, εξ ου και παντες οι καρποι της ζωης· εντευθεν πραοτης καρποφορειται Χριστω, (38) ειρηνη, ελεημοσυνη, συμπαθεια, χρηστοτης, αγαθωσυνη, πιστις, εγκρατεια, εντευθεν το αγαπαν τους εχθρους και υπερ αυτων ευχεσθαι, το χαιρειν εν τοις πειρασμοις, το εγκαυχασθαι εν ταις θλιψεσι, το τα αλλοτρια πταισματα ως ιδια λογιζεσθαι τε και κλαιειν, το την ψυχην τιθεναι υπερ των αδελφων προθυμως εις θανατον.
χωρις γαρ δακρυων ουκ ηκουσθη απο του αιωνος καθαρθηναι ψυχην του ρυπου της αμαρτιας, την μετα το βαπτισμα αμαρτησασαν. Δια γαρ του βαπτισματος αφειλεν ο Θεος παν δακρυον απο προσωπου της γης, εκχεας το Πνευμα το Αγιον αυτου πλουσιως. Αλλα, ως παρα της θειας Γραφης ακηκοα, και εν αυτω τω βαπτισματι ηλικιωται τινες βαπτιζομενοι, τη επελευσει κατανυγεντες του Πνευματος, εδακρυσαν· ουχι ενωδυνα και επιπονα δακρυα, αλλ’ ενεργεια του Αγιου Πνευματος και δωρεα τη εκεινου γλυκεα υπερ μελι, απονητι πως και αψοφητι δια των οφθαλμων ταυτα κενωσαντες. Οι ουν καταξιωθεντες ποτε εν πειρα τοιουτων δακρυων γενεσθαι τα ειρημενα γνωρισουσι και αληθη ταυτα ειναι (380) συμμαρτυρησουσιν, ως μοι και η θεολογος συμμαρτυρησει φωνη. Φησι γαρ· “Προσφερετω τις, ο μεν τοδε, ο δε τοδε”, και πολλα εν μεσω απαριθμησαμενος, υστερον παντων εβοησε· “Παντες δακρυα, παντες καθαρσιν, παντες αναβασιν και το τοις εμπροσθεν επεκτεινεσθαι”.
…………………………………………………………………………….
Μη τι ουν διεστειλατο η διεχωρισεν εν τουτω των αλλων τινας, και τοις μεν ως δυνατον ειναι τουτο εφησε, τοις δε ως αδυνατον; Μη, ως υμεις φατε ασυνετως - ινα και αξιως καθαψωμαι υμων, απεριτμητοι ταις καρδιαις και τοις ωσιν - , οτι τινες ελαχον φυσεως σκληρας και ουκ αν ποτε δυνηθειεν κατανυγηναι και κλαυσαι, τουτο και ο μεγας Γρηγοριος ειρηκε; Μη γενοιτο! Ουτε φυσις ανθρωπου εστι μη φυσικως εχουσα μαλλον τα δακρυα και το κλαιειν και το πενθειν, ουτε ο αγιος ουτος, ουτε ετερος τις των αγιων, τουτο ειπεν η εγραψεν. Οτι δε εκ φυσεως το κλαιειν πασιν ημιν προσεστιν, αυτα τα γεννωμενα βρεφη σε διδαξατωσαν. Αμα γαρ τω προελθειν της γαστρος και πεσειν επι της γης κλαιουσι, και τουτο σημειον ζωης ταις μαιαις και ταις μητρασιν ενδεικνυται. Ει γαρ μη κλαυσει το βρεφος, ουδε ζην λεγεται· κλαυσαν δε δεικνυσιν αυτοθι οτι συνεπομενον η φυσις εχει απο γεννησεως το πενθος ομου και τα δακρυα. Ως δε και ο αγιος πατηρ ημων ελεγε Συμεων ο Στουδιωτης, οτι μετα του τοιουτου κλαυθμου οφειλει και ζησαι τον παροντα βιον ο ανθρωπος και μετ’ αυτου συναποθανειν, ει αρα και σωθηναι βουλεται και εις την μακαριαν ζωην εισελθειν, επειδη το της γενησεως δακρυον δηλωτικον εστι των δακρυων της παρουσης ημων ενταυθα ζωης. (381) Ως γαρ η τροφη και η ποσις αναγκαια εστι τω σωματι, ουτω και τα δακρυα τη ψυχη, ωστε ο μη καθ’ εκαστην κλαιων - οκνω γαρ ειπειν καθ’ ωραν, ινα μη δοξω βαρυς - , λιμω την ψυχην διαφθειρεται και απολλυται.
Ει τοινυν συνεπομενον εστι το φυσει το κλαιειν ομου και τα δακρυα, καθως αποδεδεικται, μηδεις το της φυσεως αγαθον απαρνησηται, μηδεις οκνω και ραθυμια του τοιουτου καλου στερησειεν εαυτον, μηδεις κακια και πονηρια και υπερηφανια ψυχης αλαζων γενηται και εις αντιτυπιαν λιθου παρα φυσιν μετενεχθη, αλλα σπουδη τη καλλιστη προς τας εντολας χρησαμενος του Θεου, φυλαξατω το μεγα τουτο δωρον, παρακαλω, ασυλον εν τη εαυτου καρδια, διατηρων αυτο εν ευτελεια και ταπεινωσει, εν ακακια ψυχης και απλοτητι, εν υπομονη των πειρασμων και διηνεκει μελετη των θειων Γραφων, μετανοων αει και διαπαντος των οικειων μνημονευων σφαλματων, και μηδεις της τοιαυτης εργασιας αμελειτω. Ει δε τις απεγνωκως της εαυτου σωτηριας επι κλινης ραθυμιας ανακειται, καν μη λεγετω και τοις σπουδαιοις τουτο ειναι αδυνατον. Ο γαρ τουτο λεγων αυτην ημιν πασιν αποκλειει την πυλην της βασιλειας των ουρανων. Ανελε γαρ τα δακρυα και συνανειλες τουτοις την καθαρσιν· καθαρσεως δε διχα ουδεις ο σωζομενος, ουδεις ο υπο του Κυριου μακαριζομενος, ουδεις οψεται τον Θεον.
……………………………………………………………………………
Και δια τουτο προ παντων και μετα παντων εργον εστω πασιν ημιν, αδελφοι, η μετανοια και ο συνημμενος ταυτη κλαυθμος· και τα τω κλαυθμω συνεπομενα δακρυα· ουτε γαρ διχα μετανοιας κλαυθμος, (77) ουτε διχα κλαυθμου δακρυα, αλλα τα τρια ταυτα αλληλοις συνδεδενται, και ουκ εστι διχα του ετερου φανηναι το ετερον. Μη ουν λεγη τις αδυνατον ειναι το καθ’ εκαστην κλαιειν· ο γαρ τουτο λεγων, αδυνατον ειναι λεγει και το καθ’ εκαστην μετανοειν και ανατρεπει πασας τας θειας Γραφας, ινα μη λεγω και αυτην την εντολην του Κυριου την λεγουσαν· “Μετανοειτε, ηγγικε γαρ η βασιλεια των ουρανων”, και παλιν· “Αιτειτε και ληψεσθε, ζητειτε και ευρησετε, κρουετε και ανοιγησεται υμιν”. Ει γαρ το μετανοειν και κλαιειν και δακρυειν καθ’ εκαστην λεγεις αδυνατον, το ταπεινοφρονειν και παντοτε χαιρειν και αδιαλειπτως προσευχεσθαι, αλλα μην και αυτην κτησασθαι καθαραν την καρδιαν απο παντοιων παθων τε και λογισμων πονηρων προς το θεασασθαι τινα τον Θεον, πως ερει ποτε δυνατον παρα ανθρωπων κατορθωθηναι φθαρτων; Ουδαμως· και ουτω γενησεται σοι το μετα απιστων καταταγηναι και ου πιστων. Ει μεν γαρ ο Θεος παντα ταυτα ως δυνατα παρ’ ημιν γινεσθαι και ειπε και λεγει και καθ’ εκαστην βοα, συ δε αντιλεγεις απ’εναντιας εκεινω, αδυνατα λεγων ειναι ημιν και ου δυνατα, παντως των απιστων διαφερεις ουδεν.
Αλλως δε πως αποπλυθηναι η καθαρθηναι το ρερυπωμενον ημων σκευος και την μολυνθεισαν οικιαν ημων ουκ ενι. Εγω γαρ ουδεν πλεον ουτε απο των θειων Γραφων μεμαθηκα, ουτε εξ εμαυτου γνωναι ισχυσα. Λεγοντος γαρ ακουομεν καθ’ εκαστην του αποστολου· “Δοκιμαζετω γαρ, φησιν, εκαστος εαυτον και ουτως εκ του αρτου εσθιετω και εκ του ποτηριου πινεστω. Ο γαρ αναξιως εσθιων και πινων το σωμα του Κυριου, κριμα εαυτω εσθιει και πινει”και παλιν·“ Ο δε αναξιως εσθιων το σωμα και το αιμα του Κυριου, (82) ενοχος εσται του σωματος και αιματος του Κυριου, μη διακρινων το σωμα του Κυριου “. Ει δε ο μη αξιους τους καρπους της μετανοιας επιδειξαμενος, αναξιος ειναι υπο πασης θεοπνευστου Γραφης απελεγχεται, πως, ειπε μοι συ, διχα δακρυων ποτε καθαρθηναι τις δυνηθη και αξιως, οσον το επ’ αυτω, των μυστηριων μεταλαβειν; Καρπος γαρ της μετανοιας πρωτος ταυτα εισι και, ωσπερ η βδελυρα του σωματος ρυσις και η της καρδιας προς παν παθος οιονει ενηδονος μιξις τω διαβολω οια τις θυσια προσαγεται παρ’ ημων, ουτω τα εξ αυτης χεομενα παλιν δακρυα θυσια ευπροσδεκτος τω Δεσποτη προσφερονται και της εμπαθους εκεινης ηδονης το αισχος αποκαθαιρουσι, και τουτο δηλων ο Δαυιδ ελεγε· “Θυσια τω Θεω πνευμα συντετριμμενον, καρδιαν συντετριμμενην και τεταπεινωμενην ο Θεος ουκ εξουδενωσει”. Και εικοτως· εν εξει γαρ τοιαυτη γενομενη ημων η ψυχη και ουτω καθ’ εκαστην ταπεινουμενη, ημεραν μιαν ου διερχεται ποτε ανευ δακρυων κατα τον ειρηκοτα Δαυιδ· “Λουσω καθ’ εκαστην νυκτα την κλινην μου, εν δακρυσι μου την στρωμνην μου βρεξω”.
……………………………………………………………………………..
Δια τουτο ουν παρακαλω και υμας, πατερες και αδελφοι μου, εν σπουδη εκαστος την εαυτου ψυχην εν τουτοις και τοις τοιουτοις εγγυμνασατω εργοις, ητις κατανυγεισα και μεταποιηθεισα κατα μικρον, πηγη γινεται ποταμους δακρυων και κατανυξεως αναβλυζουσα. Ει δε μη ουτω καθαροι γεγονεναι σπουδασομεν, αλλ’ εν αμελεια και ραθυμια και χαυνοτητι πορευεσθαι θελησομεν, εγω μεν ουδεν ερω φορτικον φειδοις της αγαπης υμων, (83) πλην τουτο, ιτι καν συμβη ποτε τινα μετα δακρυων ισως κοινωνησαι, ηγουν η προ της λειτουργιας η εν τη θεια λειτουργια η και εν αυτω τω καιρω της των θειων μεταληψεως κλαυσαι, τας δε λοιπας ημερας τε και νυκτας ου προθυμειται τουτο ποιειν, ουδεν αυτω εκ του προς απαξ κλαυσαι το οφελος εσται. Ου γαρ τουτο μονον αξιους ημας ευθυς αποκαθαιρον ποιει, αλλα το καθ’ εκαστην και αδιαλειπτως μεχρι θανατου πενθειν, ως αυτος ημιν ο Δεσποτης ποιειν προσεταξε “Μετανοειτε, λεγων, αιτειτε και ζητειτε και κρουετε”. Εως ποτε; “Εως ου ληψεσθε, φησι, και ευρησετε και ανοιγησεται υμιν”. Τις; Η βασιλεια των ουρανων, δηλονοτι.
Αυτη γαρ η μετανοια και η ουτως απαραλειπτως, ως ειπομεν, μεχρι θανατου μετα πονου και θλιψεως επιτελουμενη, κατα μικρον μικρον δακρυα προχεειν ημας ποιει πικρα, δι’ ων αποσμηχει και αποκαθαιρει τον της ψυχης ρυπον και μολυσμον· μετα ταυτα δε μετανοιαν ημιν εμποιει καθαραν και εις γλυκεα τα πικρα δακρυα μεταβαλλει και χαραν αενναον απογεννα εν ταις καρδιαις ημων και το αδυτον φεγγος ιδειν προξενει, ο ει μη παση σπουδη καταλαβειν αγωνισομεθα, πνευματικοι πατερες και αδελφοι, ουκ αν των παθων απαντων τελειως απαλλαγωμεν, ου αν τας αρετας κτησωμεθα πασας, ουκ αν αξιως η μετα δακρυων των κατα Θεον ισχυσωμεν ποτε των θειων μυστηριων καθ’ εκαστην μεταλαμβανειν η το συνον αυτοις θεασασθαι θειον φως.
…………………………………………………………………………
- εν οικια τε συνεισερχομενον ωσαυτως εξει αυτον και επι της κλινης συνανακειμενον και τω αστεκτω φωτι περιπλεκομενον τε ομου και αρρητως κατασπαζομενον, νοσους παραμυθουμενον, λυπας και θλιψεις διωκοντα, δαιμονας απελευνοντα, χαραν και δακρυα υπερ μελι και κηριον γλυκυτερα καθ᾿ ωραν παρεχοντα, παθη ψυχης και σωματος εξιωμενον, θανατον αφανιζοντα, ζωην ανεκφραστως βλυστανοντα και μετα την εκδημιαν την εκ του σωματος εις (174) ουρανους ουρανων αναβιβαζοντα ημων εκαστον, και εποχουμενον αυτον εκαστος επι των εαυτου ωμων επιφερομενος, αναλαμβανομενον οθεν ουκ εχωρισθη.
…………………………………………………………………………..
- κγ΄. Αγχεται κενοδοξος ταπεινοφρονα ορων προχεοντα δακρυα και δισσως ωφελουμενον, Θεον ιλεω δι᾿ αυτων εργαζομενον και ανθρωπους εις επαινον επισπωμενον αβουλητως.
………………………………………………………………………….
- Και τοτε αιφνης αναβλεπων ο ανθρωπος και θεωρων την φυσιν των οντων, ως ουποτε αυτην εθεασατο, εκπληττεται και ανωδυνως αυτοματα προχεει τα δακρυα, δι᾿ ων καθαιρεται και βαπτιζεται το δευτερον βαπτισμα, βαπτισμα εκεινο, ο λεγει δια των ευαγγελιων ο Κυριος «Εαν μη τις γεννηθη δι᾿ υδατος και πνευματος, ου μη εισελθη εις την βασιλειαν των ουρανων». Και παλιν «Εαν μη τις γεννηθη ανωθεν», ανωθεν δε ειπων, την εκ του πνευματος ηνιξατο γεννησιν.
λστ΄. Το προτερον βαπτισμα εχει το υδωρ προϋπογραφον τα δακρυα, εχει το μυρον του χρισματος προσημαινον το νοητον μυρον του Πνευματος. Το δε δευτερον ουκετι τυπος της αληθειας, αλλ᾿ αυτη εστιν η αληθεια.
……………………………………………………………………………
- κγ’. Προ του πενθους και των δακρυων, μηδεις υμας κενοις απατατω λογοις μηδε πλανωμεν εαυτους, ουκ εστιν εν ημιν μετανοια ουδε αληθης μεταμελεια ουδε φοβος Θεου εν ταις καρδιαις ημων, ουδε κατεγνωμεν εαυτων, ουδε εν αισθησει της μελλουσης κρισεως και των αιωνιων βασανων εγενετο η ψυχη ημων. Ει γαρ ταυτα εκτησατο και εν τουτοις εγενετο, ευθυς και δακρυα κατηγαγεν αν˙ τουτων γαρ χωρις, ουτε η σκληρα καρδια ημων απαλυνθηναι ποτε δυναται, ουτε η ψυχη ημων πνευματικην (428) ταπεινωσιν κτησασθαι, ουτε ταπεινοι γενεσθαι ισχυσομεν. Ο δε μη τοιουτος γενομενος ενωθηναι τω Πνευματι τω Αγιω ου δυναται˙ ο δε μη τουτω εκ καθαρσεως ενωθεις, ουτε εν θεωρια και γνωσει Θεου γενεσθαι δυναται, ουτε αξιος εστι τας της ταπεινωσεως μυστικας αρετας εκδιδασκεσθαι.
…………………………………………………………………………….
- κα’. Ο ενδον αυτου το φως του παναγιου Πνευματος εχων, μη φερων τουτο οραν, εις γην πρηνης πιπτει, κραζει τε (427) και βοα εν εκπληξει και φοβω πολλω ως υπερ φυσιν, υπερ λογον, υπερ εννοιαν πραγμα ιδων και παθων˙και γινεται ομοιος ανθρωπω ποθεν αναφθεντι τα σπλαγχνα υπο πυρος, υφ᾿ ου φλεγομενος και της φλογος τον εμπρησμον μη δυναμενος φερειν, υπαρχει ωσπερ εξεστηκως˙ και μηδε εαυτου γενεσθαι ολως ισχυων, τοις δακρυσι δε καταντλουμενος αεναως και υπο τουτων καταψυχομενος, το πυρ εξαπτει του ποθου σφοδροτερον. Εντευθεν δε ΄τα δακρυα προχει πλειονως και τη τουτων εκχυσει πλυνομενος λαμπροτερον απασταπτει˙ οτε δε ολως εκπυρωθεις ως φως γενηται, τοτε πληρουται το φασκον˙ «Θεος θεοις ενουμενος τε και γνωριζομενος», και τοσουτον ισως οσον ηδη τοις συναφθεισιν ηνωθη και τοις εγνωκοσιν απεκαλυφθη.
Οπου δε πτωχειας πνευματικης αισθησις, εκει και το χαρμοσυνον πενθος, εκει και τα αενναως ρεοντα δακρυα, τα την φιλουσαν ταυτα ψυχην εκκαθαιροντα και τελειως αυτην απεργαζομενα φωτεινοτατην.
Δια τουτων ουν ανανευουσα η ψυχη και τον εαυτης Δεσποτην επιγινωσκουσα, τας λοιπας αρετας αρχεται σπουδαιως καρποφορειν εαυτη και Χριστω. Και εικοτως. Καταρδευομενη γαρ αει και πιαινομενη τοις δακρυσι και το θυμικον εαυτης ολως αποσβεννυουσα, πραεια μεν και ακινητος ολη προς οργην γινεται, επιθυμει δε και ορεγεται πεινωσα ομου και διψωσα τα του Θεου μαθειν δικαιωματα. Εν τουτοις δε και ελεημων και συμπαθης γινεται, ως εκ παντων τουτων καθαραν αποτελεισθαι την καρδιαν αυτης και ταυτην εν οπτασια Θεου γινεσθαι και οραν καθαρως την δοξαν αυτου ως η υποσχεσις.
…………………………………………………………………………..
Καταμαθετε, αδελφοι, της σφραγιδος Χριστου το αληθες εκτυπωμα.Επιγνωτε, οι πιστοι, του χαρακτηρος τα ιδιωματα. Μια σφραγις αληθως η ελλαμψις υπαρχει του Πνευματος, ει και πολλαι των ενεργειων αυτης αι ιδεαι και πολλα των αρετων αυτης τα γνωρισματα, ων πρωτον και αναγκαιοτερον εστιν η ταπεινωσις, ως αρχη και θεμελιος –“Επι τινα γαρ, φησιν, επιβλεψω, αλλ’ η επι τον πραον και ησυχιον και τρεμοντα μου τους λογους”-, δευτερον το πενθος και η των δακρυων πηγη, περι ων θελω λεγειν πολλα και απορω λογων, δι’ ων εκφρασαι τα περι τουτων προηρημαι· θαυμα γαρ ανεκλαλητον, οτι δια των οφθαλμων αισθητων ρεοντα την ψυχην νοερως του βορβορου των αμαρτηματων εκπλυνουσι και εις γην πιπτοντα τους δαιμονας φλεγουσι και καταρασσουσι και την ψυχην ελευθεραν εργαζονται των αορατων της αμαρτιας δεσμων. Ω δακρυα, τα εκ θειας ελλαμψεως βλυζοντα και αυτον τον ουρανον διανοιγοντα και προξενουντα μοι θειαν παρακλησιν. Παλιν γαρ και πολλακις υφ’ ηδονης και ποθου τα αυτα φθεγγομαι. Οπου δακρυων πληθυς, αδελφοι, μετα γνωσεως αληθους εκει και θειου φωτος αυγασις. Οπου δε φωτος αυγη, παντων εκει των καλων χορηγια και η σφραγις του Πνευματος του Αγιου εμπεφυτευμενη εν τη καρδια, εξ ου και παντες οι καρποι της ζωης· εντευθεν πραοτης καρποφορειται Χριστω, (38) ειρηνη, ελεημοσυνη, συμπαθεια, χρηστοτης, αγαθωσυνη, πιστις, εγκρατεια, εντευθεν το αγαπαν τους εχθρους και υπερ αυτων ευχεσθαι, το χαιρειν εν τοις πειρασμοις, το εγκαυχασθαι εν ταις θλιψεσι, το τα αλλοτρια πταισματα ως ιδια λογιζεσθαι τε και κλαιειν, το την ψυχην τιθεναι υπερ των αδελφων προθυμως εις θανατον.
χωρις γαρ δακρυων ουκ ηκουσθη απο του αιωνος καθαρθηναι ψυχην του ρυπου της αμαρτιας, την μετα το βαπτισμα αμαρτησασαν. Δια γαρ του βαπτισματος αφειλεν ο Θεος παν δακρυον απο προσωπου της γης, εκχεας το Πνευμα το Αγιον αυτου πλουσιως. Αλλα, ως παρα της θειας Γραφης ακηκοα, και εν αυτω τω βαπτισματι ηλικιωται τινες βαπτιζομενοι, τη επελευσει κατανυγεντες του Πνευματος, εδακρυσαν· ουχι ενωδυνα και επιπονα δακρυα, αλλ’ ενεργεια του Αγιου Πνευματος και δωρεα τη εκεινου γλυκεα υπερ μελι, απονητι πως και αψοφητι δια των οφθαλμων ταυτα κενωσαντες. Οι ουν καταξιωθεντες ποτε εν πειρα τοιουτων δακρυων γενεσθαι τα ειρημενα γνωρισουσι και αληθη ταυτα ειναι (380) συμμαρτυρησουσιν, ως μοι και η θεολογος συμμαρτυρησει φωνη. Φησι γαρ· “Προσφερετω τις, ο μεν τοδε, ο δε τοδε”, και πολλα εν μεσω απαριθμησαμενος, υστερον παντων εβοησε· “Παντες δακρυα, παντες καθαρσιν, παντες αναβασιν και το τοις εμπροσθεν επεκτεινεσθαι”.
…………………………………………………………………………….
Μη τι ουν διεστειλατο η διεχωρισεν εν τουτω των αλλων τινας, και τοις μεν ως δυνατον ειναι τουτο εφησε, τοις δε ως αδυνατον; Μη, ως υμεις φατε ασυνετως - ινα και αξιως καθαψωμαι υμων, απεριτμητοι ταις καρδιαις και τοις ωσιν - , οτι τινες ελαχον φυσεως σκληρας και ουκ αν ποτε δυνηθειεν κατανυγηναι και κλαυσαι, τουτο και ο μεγας Γρηγοριος ειρηκε; Μη γενοιτο! Ουτε φυσις ανθρωπου εστι μη φυσικως εχουσα μαλλον τα δακρυα και το κλαιειν και το πενθειν, ουτε ο αγιος ουτος, ουτε ετερος τις των αγιων, τουτο ειπεν η εγραψεν. Οτι δε εκ φυσεως το κλαιειν πασιν ημιν προσεστιν, αυτα τα γεννωμενα βρεφη σε διδαξατωσαν. Αμα γαρ τω προελθειν της γαστρος και πεσειν επι της γης κλαιουσι, και τουτο σημειον ζωης ταις μαιαις και ταις μητρασιν ενδεικνυται. Ει γαρ μη κλαυσει το βρεφος, ουδε ζην λεγεται· κλαυσαν δε δεικνυσιν αυτοθι οτι συνεπομενον η φυσις εχει απο γεννησεως το πενθος ομου και τα δακρυα. Ως δε και ο αγιος πατηρ ημων ελεγε Συμεων ο Στουδιωτης, οτι μετα του τοιουτου κλαυθμου οφειλει και ζησαι τον παροντα βιον ο ανθρωπος και μετ’ αυτου συναποθανειν, ει αρα και σωθηναι βουλεται και εις την μακαριαν ζωην εισελθειν, επειδη το της γενησεως δακρυον δηλωτικον εστι των δακρυων της παρουσης ημων ενταυθα ζωης. (381) Ως γαρ η τροφη και η ποσις αναγκαια εστι τω σωματι, ουτω και τα δακρυα τη ψυχη, ωστε ο μη καθ’ εκαστην κλαιων - οκνω γαρ ειπειν καθ’ ωραν, ινα μη δοξω βαρυς - , λιμω την ψυχην διαφθειρεται και απολλυται.
Ει τοινυν συνεπομενον εστι το φυσει το κλαιειν ομου και τα δακρυα, καθως αποδεδεικται, μηδεις το της φυσεως αγαθον απαρνησηται, μηδεις οκνω και ραθυμια του τοιουτου καλου στερησειεν εαυτον, μηδεις κακια και πονηρια και υπερηφανια ψυχης αλαζων γενηται και εις αντιτυπιαν λιθου παρα φυσιν μετενεχθη, αλλα σπουδη τη καλλιστη προς τας εντολας χρησαμενος του Θεου, φυλαξατω το μεγα τουτο δωρον, παρακαλω, ασυλον εν τη εαυτου καρδια, διατηρων αυτο εν ευτελεια και ταπεινωσει, εν ακακια ψυχης και απλοτητι, εν υπομονη των πειρασμων και διηνεκει μελετη των θειων Γραφων, μετανοων αει και διαπαντος των οικειων μνημονευων σφαλματων, και μηδεις της τοιαυτης εργασιας αμελειτω. Ει δε τις απεγνωκως της εαυτου σωτηριας επι κλινης ραθυμιας ανακειται, καν μη λεγετω και τοις σπουδαιοις τουτο ειναι αδυνατον. Ο γαρ τουτο λεγων αυτην ημιν πασιν αποκλειει την πυλην της βασιλειας των ουρανων. Ανελε γαρ τα δακρυα και συνανειλες τουτοις την καθαρσιν· καθαρσεως δε διχα ουδεις ο σωζομενος, ουδεις ο υπο του Κυριου μακαριζομενος, ουδεις οψεται τον Θεον.
……………………………………………………………………………
Και δια τουτο προ παντων και μετα παντων εργον εστω πασιν ημιν, αδελφοι, η μετανοια και ο συνημμενος ταυτη κλαυθμος· και τα τω κλαυθμω συνεπομενα δακρυα· ουτε γαρ διχα μετανοιας κλαυθμος, (77) ουτε διχα κλαυθμου δακρυα, αλλα τα τρια ταυτα αλληλοις συνδεδενται, και ουκ εστι διχα του ετερου φανηναι το ετερον. Μη ουν λεγη τις αδυνατον ειναι το καθ’ εκαστην κλαιειν· ο γαρ τουτο λεγων, αδυνατον ειναι λεγει και το καθ’ εκαστην μετανοειν και ανατρεπει πασας τας θειας Γραφας, ινα μη λεγω και αυτην την εντολην του Κυριου την λεγουσαν· “Μετανοειτε, ηγγικε γαρ η βασιλεια των ουρανων”, και παλιν· “Αιτειτε και ληψεσθε, ζητειτε και ευρησετε, κρουετε και ανοιγησεται υμιν”. Ει γαρ το μετανοειν και κλαιειν και δακρυειν καθ’ εκαστην λεγεις αδυνατον, το ταπεινοφρονειν και παντοτε χαιρειν και αδιαλειπτως προσευχεσθαι, αλλα μην και αυτην κτησασθαι καθαραν την καρδιαν απο παντοιων παθων τε και λογισμων πονηρων προς το θεασασθαι τινα τον Θεον, πως ερει ποτε δυνατον παρα ανθρωπων κατορθωθηναι φθαρτων; Ουδαμως· και ουτω γενησεται σοι το μετα απιστων καταταγηναι και ου πιστων. Ει μεν γαρ ο Θεος παντα ταυτα ως δυνατα παρ’ ημιν γινεσθαι και ειπε και λεγει και καθ’ εκαστην βοα, συ δε αντιλεγεις απ’εναντιας εκεινω, αδυνατα λεγων ειναι ημιν και ου δυνατα, παντως των απιστων διαφερεις ουδεν.
Αλλως δε πως αποπλυθηναι η καθαρθηναι το ρερυπωμενον ημων σκευος και την μολυνθεισαν οικιαν ημων ουκ ενι. Εγω γαρ ουδεν πλεον ουτε απο των θειων Γραφων μεμαθηκα, ουτε εξ εμαυτου γνωναι ισχυσα. Λεγοντος γαρ ακουομεν καθ’ εκαστην του αποστολου· “Δοκιμαζετω γαρ, φησιν, εκαστος εαυτον και ουτως εκ του αρτου εσθιετω και εκ του ποτηριου πινεστω. Ο γαρ αναξιως εσθιων και πινων το σωμα του Κυριου, κριμα εαυτω εσθιει και πινει”και παλιν·“ Ο δε αναξιως εσθιων το σωμα και το αιμα του Κυριου, (82) ενοχος εσται του σωματος και αιματος του Κυριου, μη διακρινων το σωμα του Κυριου “. Ει δε ο μη αξιους τους καρπους της μετανοιας επιδειξαμενος, αναξιος ειναι υπο πασης θεοπνευστου Γραφης απελεγχεται, πως, ειπε μοι συ, διχα δακρυων ποτε καθαρθηναι τις δυνηθη και αξιως, οσον το επ’ αυτω, των μυστηριων μεταλαβειν; Καρπος γαρ της μετανοιας πρωτος ταυτα εισι και, ωσπερ η βδελυρα του σωματος ρυσις και η της καρδιας προς παν παθος οιονει ενηδονος μιξις τω διαβολω οια τις θυσια προσαγεται παρ’ ημων, ουτω τα εξ αυτης χεομενα παλιν δακρυα θυσια ευπροσδεκτος τω Δεσποτη προσφερονται και της εμπαθους εκεινης ηδονης το αισχος αποκαθαιρουσι, και τουτο δηλων ο Δαυιδ ελεγε· “Θυσια τω Θεω πνευμα συντετριμμενον, καρδιαν συντετριμμενην και τεταπεινωμενην ο Θεος ουκ εξουδενωσει”. Και εικοτως· εν εξει γαρ τοιαυτη γενομενη ημων η ψυχη και ουτω καθ’ εκαστην ταπεινουμενη, ημεραν μιαν ου διερχεται ποτε ανευ δακρυων κατα τον ειρηκοτα Δαυιδ· “Λουσω καθ’ εκαστην νυκτα την κλινην μου, εν δακρυσι μου την στρωμνην μου βρεξω”.
……………………………………………………………………………..
Δια τουτο ουν παρακαλω και υμας, πατερες και αδελφοι μου, εν σπουδη εκαστος την εαυτου ψυχην εν τουτοις και τοις τοιουτοις εγγυμνασατω εργοις, ητις κατανυγεισα και μεταποιηθεισα κατα μικρον, πηγη γινεται ποταμους δακρυων και κατανυξεως αναβλυζουσα. Ει δε μη ουτω καθαροι γεγονεναι σπουδασομεν, αλλ’ εν αμελεια και ραθυμια και χαυνοτητι πορευεσθαι θελησομεν, εγω μεν ουδεν ερω φορτικον φειδοις της αγαπης υμων, (83) πλην τουτο, ιτι καν συμβη ποτε τινα μετα δακρυων ισως κοινωνησαι, ηγουν η προ της λειτουργιας η εν τη θεια λειτουργια η και εν αυτω τω καιρω της των θειων μεταληψεως κλαυσαι, τας δε λοιπας ημερας τε και νυκτας ου προθυμειται τουτο ποιειν, ουδεν αυτω εκ του προς απαξ κλαυσαι το οφελος εσται. Ου γαρ τουτο μονον αξιους ημας ευθυς αποκαθαιρον ποιει, αλλα το καθ’ εκαστην και αδιαλειπτως μεχρι θανατου πενθειν, ως αυτος ημιν ο Δεσποτης ποιειν προσεταξε “Μετανοειτε, λεγων, αιτειτε και ζητειτε και κρουετε”. Εως ποτε; “Εως ου ληψεσθε, φησι, και ευρησετε και ανοιγησεται υμιν”. Τις; Η βασιλεια των ουρανων, δηλονοτι.
Αυτη γαρ η μετανοια και η ουτως απαραλειπτως, ως ειπομεν, μεχρι θανατου μετα πονου και θλιψεως επιτελουμενη, κατα μικρον μικρον δακρυα προχεειν ημας ποιει πικρα, δι’ ων αποσμηχει και αποκαθαιρει τον της ψυχης ρυπον και μολυσμον· μετα ταυτα δε μετανοιαν ημιν εμποιει καθαραν και εις γλυκεα τα πικρα δακρυα μεταβαλλει και χαραν αενναον απογεννα εν ταις καρδιαις ημων και το αδυτον φεγγος ιδειν προξενει, ο ει μη παση σπουδη καταλαβειν αγωνισομεθα, πνευματικοι πατερες και αδελφοι, ουκ αν των παθων απαντων τελειως απαλλαγωμεν, ου αν τας αρετας κτησωμεθα πασας, ουκ αν αξιως η μετα δακρυων των κατα Θεον ισχυσωμεν ποτε των θειων μυστηριων καθ’ εκαστην μεταλαμβανειν η το συνον αυτοις θεασασθαι θειον φως.
…………………………………………………………………………
- εν οικια τε συνεισερχομενον ωσαυτως εξει αυτον και επι της κλινης συνανακειμενον και τω αστεκτω φωτι περιπλεκομενον τε ομου και αρρητως κατασπαζομενον, νοσους παραμυθουμενον, λυπας και θλιψεις διωκοντα, δαιμονας απελευνοντα, χαραν και δακρυα υπερ μελι και κηριον γλυκυτερα καθ᾿ ωραν παρεχοντα, παθη ψυχης και σωματος εξιωμενον, θανατον αφανιζοντα, ζωην ανεκφραστως βλυστανοντα και μετα την εκδημιαν την εκ του σωματος εις (174) ουρανους ουρανων αναβιβαζοντα ημων εκαστον, και εποχουμενον αυτον εκαστος επι των εαυτου ωμων επιφερομενος, αναλαμβανομενον οθεν ουκ εχωρισθη.
…………………………………………………………………………..
- κγ΄. Αγχεται κενοδοξος ταπεινοφρονα ορων προχεοντα δακρυα και δισσως ωφελουμενον, Θεον ιλεω δι᾿ αυτων εργαζομενον και ανθρωπους εις επαινον επισπωμενον αβουλητως.
………………………………………………………………………….
- Και τοτε αιφνης αναβλεπων ο ανθρωπος και θεωρων την φυσιν των οντων, ως ουποτε αυτην εθεασατο, εκπληττεται και ανωδυνως αυτοματα προχεει τα δακρυα, δι᾿ ων καθαιρεται και βαπτιζεται το δευτερον βαπτισμα, βαπτισμα εκεινο, ο λεγει δια των ευαγγελιων ο Κυριος «Εαν μη τις γεννηθη δι᾿ υδατος και πνευματος, ου μη εισελθη εις την βασιλειαν των ουρανων». Και παλιν «Εαν μη τις γεννηθη ανωθεν», ανωθεν δε ειπων, την εκ του πνευματος ηνιξατο γεννησιν.
λστ΄. Το προτερον βαπτισμα εχει το υδωρ προϋπογραφον τα δακρυα, εχει το μυρον του χρισματος προσημαινον το νοητον μυρον του Πνευματος. Το δε δευτερον ουκετι τυπος της αληθειας, αλλ᾿ αυτη εστιν η αληθεια.
……………………………………………………………………………
- κγ’. Προ του πενθους και των δακρυων, μηδεις υμας κενοις απατατω λογοις μηδε πλανωμεν εαυτους, ουκ εστιν εν ημιν μετανοια ουδε αληθης μεταμελεια ουδε φοβος Θεου εν ταις καρδιαις ημων, ουδε κατεγνωμεν εαυτων, ουδε εν αισθησει της μελλουσης κρισεως και των αιωνιων βασανων εγενετο η ψυχη ημων. Ει γαρ ταυτα εκτησατο και εν τουτοις εγενετο, ευθυς και δακρυα κατηγαγεν αν˙ τουτων γαρ χωρις, ουτε η σκληρα καρδια ημων απαλυνθηναι ποτε δυναται, ουτε η ψυχη ημων πνευματικην (428) ταπεινωσιν κτησασθαι, ουτε ταπεινοι γενεσθαι ισχυσομεν. Ο δε μη τοιουτος γενομενος ενωθηναι τω Πνευματι τω Αγιω ου δυναται˙ ο δε μη τουτω εκ καθαρσεως ενωθεις, ουτε εν θεωρια και γνωσει Θεου γενεσθαι δυναται, ουτε αξιος εστι τας της ταπεινωσεως μυστικας αρετας εκδιδασκεσθαι.
…………………………………………………………………………….
- κα’. Ο ενδον αυτου το φως του παναγιου Πνευματος εχων, μη φερων τουτο οραν, εις γην πρηνης πιπτει, κραζει τε (427) και βοα εν εκπληξει και φοβω πολλω ως υπερ φυσιν, υπερ λογον, υπερ εννοιαν πραγμα ιδων και παθων˙και γινεται ομοιος ανθρωπω ποθεν αναφθεντι τα σπλαγχνα υπο πυρος, υφ᾿ ου φλεγομενος και της φλογος τον εμπρησμον μη δυναμενος φερειν, υπαρχει ωσπερ εξεστηκως˙ και μηδε εαυτου γενεσθαι ολως ισχυων, τοις δακρυσι δε καταντλουμενος αεναως και υπο τουτων καταψυχομενος, το πυρ εξαπτει του ποθου σφοδροτερον. Εντευθεν δε ΄τα δακρυα προχει πλειονως και τη τουτων εκχυσει πλυνομενος λαμπροτερον απασταπτει˙ οτε δε ολως εκπυρωθεις ως φως γενηται, τοτε πληρουται το φασκον˙ «Θεος θεοις ενουμενος τε και γνωριζομενος», και τοσουτον ισως οσον ηδη τοις συναφθεισιν ηνωθη και τοις εγνωκοσιν απεκαλυφθη.
«Όπου έρως θείος ήψατο καρδίας, εκεί φόβος ρημάτων ουκ ίσχυσε».