2. Η προσευχή του Ιησού: Μέθοδος
Εδώ και πολλά χρόνια συνεχώς οι μοναχοί επαναλαμβάνουν την ευχή με τα χείλη τους, χωρίς να χρησιμοποιούν τεχνητά μέσα στη σύνδεση νου και καρδιάς. Η προσοχή τους είναι συγκεντρωμένη στην αρμονική σχέση της ζωής τους με τις εντολές του Χριστού. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση ο νους ενώνεται με την καρδιά με τη θεία ενέργεια, όταν ο μοναχός συνεχίζει το ασκητικό κατόρθωμα της υπακοής και της εγκράτειας, και ακόμα όταν ο νους, η καρδιά και κυρίως το σώμα του «παλαιού ανθρώπου» ελευθερωθούν σε ικανοποιητικό βαθμό από την κυριαρχία της αμαρτίας πάνω τους, όταν το σωμα γίνει άξιο να είναι «ναός του Αγίου Πνεύματος».
Όμως και οι παλαιοί και οι νέοι διδάσκαλοι επιτρέπουν πότε-πότε την προσφυγή σε τεχνική μέθοδο, για να κατεβάσουν το νου μέσα στην καρδιά. Για να το κατορθώσει αυτό ο μοναχός, αφού καθίσει κατάλληλα, απαγγέλλει την ευχή με το κεφάλι σκυμμένο στο στήθος του, εισπνέει στις λέξεις «Κύριε Ιησού Χριστέ (Υιέ του Θεού)» και εκπνέει στις λέξεις «ελέησόν με (τον αμαρτωλόν)». Κατά την αναπνοή η προσοχή αρχικά ακολουθεί την κίνηση του αναπνεόμενου αέρα μέχρι το επάνω μέρος του στήθους.
Κατʼ αυτόν τον τρόπο η συγκέντρωση κατορθώνεται }160} σύντομα, χωρίς περιπλανήσεις, και ο νους βρίσκεται κοντά στη καρδιά ή ακόμα εισέρχεται σʼ αυτήν. Αυτή η μέθοδος σιγά-σιγά κάνει το νου ικανό να δει όχι την φυσική καρδιά αλλά τι συμβαίνει σʼ αυτήν, δηλαδή τα συναισθήματα που γεννιούνται και τις πνευματικές παραστάσεις που πλησιάζουν απʼ έξω. Με αυτή την πείρα ο μοναχός αποκτά την ικανότητα να αισθάνεται την καρδιά του και να συνεχίζει να κρατά την προσοχή του συγκεντρωμένη στην καρδιά χωρίς στη συνέχεια να καταφύγει σε οποιαδήποτε ψυχοσωματική τεχνική.
Αυτή η πορεία μπορεί να βοηθήσει τον αρχάριο νʼ αντιληφθεί που πρέπει να βρίσκεται ο τόπος, όπου πρέπει να είναι συγκεντρωμένη η προσοχή του κατά την διάρκεια της προσευχής και κατά κανόνα ολόκληρο τον υπόλοιπο καιρό. Όμως η αληθινή προσευχή δεν κατορθώνεται έτσι. Η αληθινή προσευχή έρχεται αποκλειστικά με την πίστη και την μετάνοια, οι οποίες δεχόμαστε ότι είναι η μοναδική και πραγματική βάση της. Η πείρα έχει αποδείξει ότι ο κίνδυνος της ψυχοτεχνικής βρίσκεται στο γεγονός ότι αρκετοί αποδίδουν μεγάλη σπουδαιότητα στη μέθοδο καθʼ αυτή. Για νʼ αποφύγει μια τέτοια παραμόρφωση ο αρχάριος πρέπει να ακολουθήσει άλλη άσκηση, η οποία αν και είναι σημαντικά βραδύτερη, είναι ασύγκριτα καλύτερη και πιο ολοκληρωμένη, την προσήλωση της προσοχής στο όνομα του Χριστού και στις λέξεις της ευχής. Όταν η συντριβή για την αμαρτία φτάνει σʼ ένα συγκεκριμένο βαθμό, ο νους φυσικά τείνει να ενωθεί με την καρδιά. }161}
Τέταρτον, η προσευχή γίνεται αυθόρμητη. Αυτό συμβαίνει όταν η ευχή σταθεροποιείται στην καρδιά και χωρίς καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια της θελήσεως συνεχίζει εκεί όπου και ο νους βρίσκεται συγκεντρωμένος. Τελικά η προσευχή, γεμάτη ευλογία, αρχίζει να ενεργεί σαν απαλή φλόγα μέσα μας, σαν να εμπνέεται από ψηλά, ευχαριστώντας την καρδιά με ένα αίσθημα θείας αγάπης, και ευφραίνοντας τον νου σε πνευματική θεωρία. Τούτο το τελευταίο στάδιο μερικές φορές συνοδεύεται από μια όραση Φωτός. }162}
Το όνομα δεν πρέπει να αποσπάται από το πρόσωπο του Θεού, εκτός αν η ευχή καταντήσει μια τεχνική άσκηση και πολύ αντίθετη με την εντολή: «Ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω».
Όταν η προσευχή του νου είναι προσηλωμένη στην καρδιά, είναι δυνατόν να ελέγχουμε τι συμβαίνει στην καρδιά και ο αγώνας ενάντια στα πάθη παίρνει ένα λογικό χαρακτήρα. Ο εχθρός γίνεται αντιληπτός και μπορεί να διωχθεί με τη δύναμη του ονόματος του Χριστού. Με αυτό το ασκητικό κατόρθωμα η καρδιά γίνεται πολύ ευαίσθητη, τόσο οξυδερκής, ώστε μερικές φορές όταν προσεύχεται για κάποιον η καρδιά μπορεί να πει σχεδόν αμέσως την κατάσταση του προσώπου για το οποίο προσευχόμαστε. Έτσι πραγματοποιείται η μετάβαση από την νοερή προσευχή στην προσευχή του νου και της καρδιάς, πράγμα που μπορεί να ακολουθηθεί από τη δωρεά της προσευχής που πηγάζει από την ίδια. }163}
Αποτελέσματα που κατορθώνονται με τεχνητά μέσα δεν διαρκούν για πολύ και το σπουδαιότερο, δεν συνενώνουν το πνεύμα μας με το πνεύμα του ζωντανού Θεού.
Στην ατμόσφαιρα του παρόντος κόσμου η προσευχή απαιτεί υπεράνθρωπο θάρρος. Το σύνολο των φυσικών ενεργειών βρίσκεται σε αντίθεση. }164}
Η πρώτη αυτή που ήταν γιατρός κατάλαβε γρήγορα όλους τους μηχανισμούς αυτής της μεθόδου (ανώδυνου τοκετού) και μετά από δυο τρεις συναντήσεις μιας ειδικής γυμναστικής εγκατέλειψε τις ασκήσεις, πεπεισμένη ότι τα είχε όλα μάθει και τη δεδομένη στιγμή θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις της. Η άλλη δεν γνώριζε πολλά για την ανατομική σύνθεση του σώματός της αλλά δεν ήταν διατεθειμένη να μελετήσει την θεωρητική πλευρά αυτής της μεθόδου. Άρχισε λοιπόν να επαναλαμβάνει με ζήλο το }167} σύνολο των καθορισμένων ασκήσεων τόσο καλά που όταν ήρθε η ώρα του τοκετού είχε αρκετά εξοικειωθεί μʼ αυτές. Και τι νομίζετε ότι συνέβη; Την ώρα του τοκετού η πρώτη ξέχασε όλες τις θεωρίες με την εμφάνιση των πρώτων πόνων και γέννησε με μεγάλη δυσκολία, «εν λύπαις τέξη τέκνα». Η άλλη αντίθετα γέννησε χωρίς πόνους και σχεδόν χωρίς δυσκολίες. }168}
Από το βιβλίο "Η ζωή του, ζωή μου" του Γέροντα Σωφρόνιου
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
Κατά παράξενο τρόπο η πρακτική της προσευχής αυτής οδηγεί το πνεύμα του ανθρώπου να συναντήσει τις «δυνάμεις» που είναι κρυμμένες μέσα στον «κόσμο». Η προσευχή δια του ονόματος του Ιησού προκαλεί σε μάχη εναντίον του αυτές τις κοσμικές δυνάμεις που μπορούμε νʼ αποκαλύψουμε «ότι ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα …» Όταν αρθεί ο άνθρωπος στις σφαίρες που βρίσκονται πέρα από τα όρια της ανθρώπινης σοφίας αυτή η προσευχή απαιτεί μέσα σʼ αυτές τις υπέρτατες μορφές ένα «άγγελο και πιστό φύλακα». }169}
Η τραγωδία της υποθέσεως βρίσκεται στο γεγονός ότι ο άνθρωπος παθαίνει μια οφθαλμαπάτη που τον εξαπατά στην λαχτάρα του για την αιώνια ζωή παίρνοντας την σαν γνήσια όραση. Αυτός ο απρόσωπος ασκητικός τύπος οδηγεί τελικά σε μια διεκδίκηση θείας αρχής σʼ αυτή καθʼ εαυτή την φύση του ανθρώπου. Τότε ο άνθρωπος οδηγείται στην ιδέα της αυτοθεώσεώς του δηλαδή στην αιτία της αρχικής πτώσεως. }171}
Στην χριστιανική εμπειρία η κοσμική συναίσθηση έρχεται με την προσευχή όπως η προσευχή του Χριστού στην Γεθσημανή όχι σαν αποτέλεσμα ενός αφηρημένου φιλοσοφικού διαλογισμού.
Γνώση που είναι ποτισμένη με ζωή (η αντίθετη της αφηρημένης γνώσεως) με κανένα τρόπο δεν μπορεί να περιοριστέι στην διάνοια. Πρέπει να υπάρχει μια πραγματική ένωση με την ενέργεια του Όντος. Αυτό κατορθώνεται με την αγάπη. … Η εντολή μας προσκαλεί να αγαπάμε. Επομένως η αγάπη δεν είναι κάτι που μας δίνεται, αλλά που πρέπει νʼ αποκτάται με μια προσπάθεια της ελεύθερης βούλησεώς μας. Η εντολή απευθύνεται πρώτα στην καρδιά που είναι πνευματικό κέντρο καθενός. Ο νους είναι μόνο μια από τις ενέργειες του ανθρώπινου Εγώ. Η αγάπη αρχίζει από την καρδιά, και η διάνοια αντιμετωπίζει ένα νέο εσωτερικό γεγονός και βλέπει το Όν στο φως της θείας αγάπης. }173}
Στον άνθρωπο Ιησού Χριστό «κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς». Σʼ Αυτόν δεν υπάρχει μόνον ο Θεός, αλλά και όλη η ανθρώπινη φύση. Όταν αναφέρουμε το όνομα του Ιησού Χριστού, τοποθετούμαστε μπροστά στο πλήρωμα τόσο του Θείου Όντος όσο και του κτίσματος. Επιθυμούμε να κάνουμε τη ζωή Του ζωή μας και να λάβουμε το Χριστό να κατοικήσει μέσα μας. Σʼ αυτό το σημείο βρίσκεται η έννοια της θεώσεως. Αλλά ο Αδάμ επιθυμώντας φυσικά την θέωση, στο κρίσιμο σημείο έκανε μιαν εσφαλμένη στροφή που οδήγησε στην πλάνη. Η πνευματική του όραση στράφηκε με ανεπάρκεια προς την Αλήθεια. }174}
Εάν αναγνωρίσουμε ότι οντολογικά όλη η ανθρώπινη φύση είναι ένα τότε χάρη σʼ αυτή την ενότητα της φύσεως, θα στραφούμε να αγαπήσουμε τον πλησίον μας σαν τμήμα της υπάρξεως μας.
Η πυραμίδα της ανισότητας είναι αντίθετη με την αποκάλυψη που αφορά την Αγία Τριάδα, στην οποία δεν υπάρχει ούτε μεγαλύτερος ούτε μικρότερος, αλλά καθένα πρόσωπο κατέχει την πληρότητα του Θείου Όντος.
Στον αγώνα μας για προσευχή πρέπει να καθαρίσουμε τον εαυτό μας, το νου και την καρδιά από κάθε επιθυμία να επικρατήσουμε πάνω στον αδελφό μας. Επιθυμία για δύναμη είναι θάνατος για την ψυχή. Ο κόσμος ξεγελιέται από το μεγαολείο της δυνάμεως, λησμονώντας ότι όποιος εκτιμάται υπερβολικά ανάμεσα στους ανθρώπους, αυτόν τον αποστρέφεται ο Κύριος. Η υπερηφάνεια μας παρακινεί να κρίνουμε ή και να περιφρονούμε τους αδύνατους αδελφούς μας,...Εάν παρασυρθούμε στην υπερηφάνεια όλη η άσκησή μας στην ευχή του Χριστού καταντά βεβήλωση του ονόματός Του. }175}
Εκείνος που αληθινά αγαπά το Χριστό αφιερώνει όλες τις δυνάμεις του στην υπακοή των λόγων του. Αυτό το τονίζω γιατί είναι στʼ αλήθεια η πραγματική μας «μέθοδος» για να μάθουμε να προσευχώμαστε. Αυτή και όχι καμιά άλλη ψυχοσωματική τεχνική είναι ο ορθός δρόμος.
Με την προσευχή στο όνομα του Ιησού στην τελική }176} της πραγματικότητα, ο άνθρωπος ενώνεται σε πλήρη βαθμό με το Χριστό, η ανθρώπινη υπόσταση δεν εξαλείφεται, δεν χάνεται μέσα στο Θείο Όν σαν σταγόνα νερού στον ωκεανό. }177}
Η τραγωδία της υποθέσεως βρίσκεται στο γεγονός ότι ο άνθρωπος παθαίνει μια οφθαλμαπάτη που τον εξαπατά στην λαχτάρα του για την αιώνια ζωή παίρνοντας την σαν γνήσια όραση. Αυτός ο απρόσωπος ασκητικός τύπος οδηγεί τελικά σε μια διεκδίκηση θείας αρχής σʼ αυτή καθʼ εαυτή την φύση του ανθρώπου. Τότε ο άνθρωπος οδηγείται στην ιδέα της αυτοθεώσεώς του δηλαδή στην αιτία της αρχικής πτώσεως. }171}
Στην χριστιανική εμπειρία η κοσμική συναίσθηση έρχεται με την προσευχή όπως η προσευχή του Χριστού στην Γεθσημανή όχι σαν αποτέλεσμα ενός αφηρημένου φιλοσοφικού διαλογισμού.
Γνώση που είναι ποτισμένη με ζωή (η αντίθετη της αφηρημένης γνώσεως) με κανένα τρόπο δεν μπορεί να περιοριστέι στην διάνοια. Πρέπει να υπάρχει μια πραγματική ένωση με την ενέργεια του Όντος. Αυτό κατορθώνεται με την αγάπη. … Η εντολή μας προσκαλεί να αγαπάμε. Επομένως η αγάπη δεν είναι κάτι που μας δίνεται, αλλά που πρέπει νʼ αποκτάται με μια προσπάθεια της ελεύθερης βούλησεώς μας. Η εντολή απευθύνεται πρώτα στην καρδιά που είναι πνευματικό κέντρο καθενός. Ο νους είναι μόνο μια από τις ενέργειες του ανθρώπινου Εγώ. Η αγάπη αρχίζει από την καρδιά, και η διάνοια αντιμετωπίζει ένα νέο εσωτερικό γεγονός και βλέπει το Όν στο φως της θείας αγάπης. }173}
Στον άνθρωπο Ιησού Χριστό «κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς». Σʼ Αυτόν δεν υπάρχει μόνον ο Θεός, αλλά και όλη η ανθρώπινη φύση. Όταν αναφέρουμε το όνομα του Ιησού Χριστού, τοποθετούμαστε μπροστά στο πλήρωμα τόσο του Θείου Όντος όσο και του κτίσματος. Επιθυμούμε να κάνουμε τη ζωή Του ζωή μας και να λάβουμε το Χριστό να κατοικήσει μέσα μας. Σʼ αυτό το σημείο βρίσκεται η έννοια της θεώσεως. Αλλά ο Αδάμ επιθυμώντας φυσικά την θέωση, στο κρίσιμο σημείο έκανε μιαν εσφαλμένη στροφή που οδήγησε στην πλάνη. Η πνευματική του όραση στράφηκε με ανεπάρκεια προς την Αλήθεια. }174}
Εάν αναγνωρίσουμε ότι οντολογικά όλη η ανθρώπινη φύση είναι ένα τότε χάρη σʼ αυτή την ενότητα της φύσεως, θα στραφούμε να αγαπήσουμε τον πλησίον μας σαν τμήμα της υπάρξεως μας.
Η πυραμίδα της ανισότητας είναι αντίθετη με την αποκάλυψη που αφορά την Αγία Τριάδα, στην οποία δεν υπάρχει ούτε μεγαλύτερος ούτε μικρότερος, αλλά καθένα πρόσωπο κατέχει την πληρότητα του Θείου Όντος.
Στον αγώνα μας για προσευχή πρέπει να καθαρίσουμε τον εαυτό μας, το νου και την καρδιά από κάθε επιθυμία να επικρατήσουμε πάνω στον αδελφό μας. Επιθυμία για δύναμη είναι θάνατος για την ψυχή. Ο κόσμος ξεγελιέται από το μεγαολείο της δυνάμεως, λησμονώντας ότι όποιος εκτιμάται υπερβολικά ανάμεσα στους ανθρώπους, αυτόν τον αποστρέφεται ο Κύριος. Η υπερηφάνεια μας παρακινεί να κρίνουμε ή και να περιφρονούμε τους αδύνατους αδελφούς μας,...Εάν παρασυρθούμε στην υπερηφάνεια όλη η άσκησή μας στην ευχή του Χριστού καταντά βεβήλωση του ονόματός Του. }175}
Εκείνος που αληθινά αγαπά το Χριστό αφιερώνει όλες τις δυνάμεις του στην υπακοή των λόγων του. Αυτό το τονίζω γιατί είναι στʼ αλήθεια η πραγματική μας «μέθοδος» για να μάθουμε να προσευχώμαστε. Αυτή και όχι καμιά άλλη ψυχοσωματική τεχνική είναι ο ορθός δρόμος.
Με την προσευχή στο όνομα του Ιησού στην τελική }176} της πραγματικότητα, ο άνθρωπος ενώνεται σε πλήρη βαθμό με το Χριστό, η ανθρώπινη υπόσταση δεν εξαλείφεται, δεν χάνεται μέσα στο Θείο Όν σαν σταγόνα νερού στον ωκεανό. }177}
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
3. Ο καθολικός χαρακτήρας της προσευχής του Ιησού
Η προσευχή στο όνομα του Ιησού σιγά-σιγά μας ενώνει μαζί του. Αρχικά είναι δυνατόν να μη γνωρίζουμε «τις εστιν ούτος» και αντιλαμβανόμαστε απλά μια δύναμη να «εξέρχεται απʼ αυτού». Εν συνεχεία }179} όμως η πρόοδος εξαρτάται από μια συνεχώς αυξανόμενη αναγνώριση της αμαρτωλότητάς μας. Και όταν γινόμαστε σε συντριβή τόσο ευαίσθητοι για την απόσταση που μας χωρίζει από το Θεό, πράγμα το οποίο είναι γεμάτο πόνο και απελπισία, τότε και μόνο αρχίζουμε σοβαρά να επικαλούμαστε το όνομα του Θεού, του σωτήρα μας: «Ιησού σώσον με». Η ομόφωνη μαρτυρία των Πατέρων ανά τους αιώνες για το χριστιανικό ασκητισμό επιμένει στο σπουδαιότατο αυτό σημείο της αναγνωρίσεως του εαυτού μας σαν αμαρτωλού.
Χωρίς αυτή την αναγνώριση δεν υπάρχει αλήθεια στην προσευχή μας. }180}
Όσο περισσότερο ταπεινή γνώμη έχουμε για τον εαυτό μας, τόσο γρηγορότερα ανεβαίνει η προσευχή μας στο Θεό.
Όσο το ταχύτερο χάνουμε την ταπεινότητά μας, τόσο γρηγορότερα κάθε ασκητική προσπάθειά μας, μηδενίζεται. Εάν η υπερηφάνεια ενεργεί πάνω μας ή βρίσκουμε τα σφάλματα των άλλων ή ακόμα έχουμε εχθρότητα, τότε ο Κύριος στέκεται μακριά μας.
Πλησιάζουμε το Θεό σαν οι ελεεινότεροι από τους αμαρτωλούς. Κατηγορούμε τον εαυτό μας για όλα τα πράγματα. Δεν σκεφτόμαστε τίποτα. Δεν αναζητούμε τίποτα, παρά συγχώρηση και έλεος. Καταδικάζουμε τον εαυτό μας σαν άξιο της κολάσεως. Και σʼ αυτή την κατάσταση συνεχίζουμε. }181}
Άνθρωποι που προσβλήθηκαν από πολύ σοβαρή ασθένεια, π.χ. καρκίνο, τελειώνουν τη ζωή τους σε οξεία υπερένταση· όμως εκείνοι που αντιλαμβάνονται την παρουσία της αμαρτίας μέσα τους να τους απομακρύνει από το Θεό, μετρούν τη ζωή τους κάτω από ασύγκριτα μεγαλύτερη ένταση. Αυτοί πραγματικά θεωρούν τον εαυτό τους σαν «χείριστον πάντων ανθρώπων». Και τότε μια νέα ενέργεια αποκαλύπτεται μέσα τους, η οποία γεννά προσευχή μετανοίας και η οποία μπορεί νʼ ανυψωθεί σε τέτοιο ύψος εντάσεως, ώστε η διάνοια σταματά και δεν βγαίνουν λέξεις παρά μόνο η μοναδική κραυγή: «Σώσον με, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». }182}
Πολλές φορές όταν λέμε την ευχή του Ιησού, ο νους μας κυριεύεται από κάθε είδους άκαιρες σκέψεις, που αφαιρούν την προσοχή από την καρδιά. … Η προσευχή μας γίνεται σαν να ήταν μια φωτεινή δεσμίδα που συγκεντρώνει τις ακτίνες στα σκοτεινά σημεία της ζωής μας και που μας αποκαλύπτει τα πάθη ή τις επιθυμίες που κατέχουν την ψυχή. Μαθαίνουμε με τί έχουμε να αντιπαλαίψουμε. }183}
Ύστερα από μακροχρόνιο ασκητικό αγώνα στην εφαρμογή των εντολών του Χριστού στην πράξη της προσευχής, ο νους και η καρδιά ενώνονται και ζουν μαζί την αποκάλυψη που δωρήθηκε από το Θεό. Η πρωταρχική αθωότητα και ακεραιότητα του ανθρώπου αποκαθίστανται. Η αγάπη και η γνώση ενώνονται σε μια οντολογική ενώση. Αρχικά βέβαια κυριαρχεί το συναίσθημα της αγάπης. Όσο περνά ο χρόνος η αγάπη διαχέεται διαποτίζει τα πάντα και δεν αισθάνεται κανείς την ανάγκη για περισσότερη γνώση. Η γλυκύτητα της αγάπης φέρνει το νου μέσα στην καρδιά, για να θεωρήσει θαμπωμένος τι συμβαίνει εκεί. … Η πρόοδος επίσης αργεί. Κατά ανάλογο τρόπο όπως το φως της γνώσεως γεμίζει το νου, έτσι κι αυτός με τη σειρά του αιχμαλωτίζεται από την αγάπη προς το Θεό. Η σύνθεση της αγάπης που στερεώνεται στην καρδιά με το φως της νοερής γνώσεως θεωρείται από τους Πατέρες σαν τελειότητα. Αλλά ποτέ δεν πρέπει νʼ αναπαυόμαστε ευχαριστημένοι, δεν πρέπει να λησμονάμε την διαρκή πιθανότητα των πανούργων επιθέσεων του Εωσφόρου, που η διάνοιά του κατέχει κοσμικές διαστάσεις. Μόνο εκείνοι που πλησίασαν την ουράνια φλόγα με φόβο και τρόμο έχουν τη δυνατότητα να γνωρίσουν τα θεία δώρα του Θεού μονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μια ταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τους. }184}
Προσευχή που προσφέρεται με ταπείνωση, ενώνει νου και καρδιά ακόμα και το σώμα αισθάνεται τη θερμότητα και την αγιασμένη ενέργεια που προέρχεται από το όνομα του Ιησού. Ύστερα από ένα χρονικό διάστημα – κι αυτό διαφέρει για καθένα μας – η προσευχή μπορεί να γίνει σε μας μια διαρκής κατάσταση, που μας συνοδεύει σε κάθε απασχόλησή μας. Θα προσευχόμαστε ενώ θα μιλάμε και ενώ θα σιωπούμε. Δεν θα μας εγκαταλείπει κατά τη διάρκεια της εργασίας μας, και πολλοί (ίσως όχι πάρα πολλοί) προσεύχονται και όταν κοιμούνται. Όταν με αυτή την προσευχή η Θεία παρουσία γίνεται τόσο ισχυρή, ώστε ο νους να οδηγείται στην θεωρία, το σύνολο όλων όσων λαβαίνουμε πείρα μας εμπνέει λέξεις συγγενικές προς αυτές της Αγίας Γραφής. …
Αλλά ο αγωνιστής της προσευχής όσο υπάρχει πάνω στη γη διατηρεί την ταπεινότητα στην καρδιά του με την αυτοκαταδίκη του: «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του ζώντος Θεού ελέησόν με».
Υπάρχουν δύο είδη ταπεινώσεως, η ανθρώπινη και η Θεία. Η πρώτη εκφράζεται με την ασκητική πεποίθηση «είμαι ο χείριστος πάντων των ανθρώπων» και βασίζεται στη ρίζα της ζωής που συνοδεύεται με προσευχή στο όνομα του Ιησού. Χωρίς αυτή την ταπείνωση το δεύτερο είδος αυτό του Χριστού και ταιριαστό στο Θεό, θα παραμείνει απλησίαστο. Γιʼ αυτή τη θεία ταπείνωση ο Γέροντας Σιλουανός γράφει: « Ο Κύριος με δίδαξε να διατηρώ το νου μου στην κόλαση και όχι στην απελπισία. Και έτσι η ψυχή μου ταπεινώνεται μόνη της. Αλλά ακόμα αυτή δεν είναι η αληθινή ταπείνωση, την οποία δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψω. Όταν η ψυχή πλησιάζει τον Κύριο, }185} είναι φοβισμένη.
Αλλά όταν βλέπει τον Κύριο την ωραιότητα της δόξας του, γεμίζει με χαρά που δεν εκφράζεται με λόγια και μέσα στην γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος και την αγάπη του Θεού λησμονεί εξ ολοκλήρου τα γήϊνα. Αυτός είναι ο παράδεισος του Κυρίου. Όλοι θα ζουν με αγάπη και η χριστοειδής ταπείνωσή τους θα κάνει κάθε άνθρωπο ευτυχισμένο, βλέποντας τους άλλους σε μεγαλύτερη δόξα. Η ταπεινότητα του Χριστού κατοικεί στους ελάχιστους που ευχαριστούνται να είναι οι ελάχιστοι των ανθρώπων. Ο Κύριος μου έδωσε εμπειρία από αυτό».
Οι Γραφές διακηρύττουν ότι ο Θεός είναι αγάπη. Μπορούμε να πούμε ότι ο Θεός είναι ταπείνωση. }186}
Το θείο Πνεύμα οδηγεί την καρδιά να ευσπλαχνιστεί όλη την κτίση και τότε η προσευχή γίνεται ένα «βασίλειον ιεράτευμα».
Έλαχε στον κλήρο μας να γεννηθούμε στον κόσμο κατά μια τρομακτικά ταραγμένη περίοδο. Δεν είμαστε μόνο παθητικά θεατές, αλλά μέχρι ένα σημείο συμμέτοχοι στον ισχυρό αγώνα ανάμεσα στην πίστη και στην απιστία, ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία, ανάμεσα στο όνειρο της αναπτύξεως του ανθρωπίνου γένους σʼ ένα μοναδικό παγκόσμιο σύνολο και στην τυφλή ροπή προς τη διάλυση σε χιλιάδες αδιάλλακτες εθνικές, φυλετικές, ταξικές, ή πολιτικές ιδεολογίες. Ο Χριστός μας διακήρυξε το θείο μεγαλείο του ανθρώπου, υιού του Θεού και εμείς ακόμα καταπνιγόμαστε από το θέαμα της αξιοπρέπειας του ανθρώπου που σαδιστικά εμπαίζεται και ποδοπατείται.
Η πιο αποτελεσματική συνεισφορά μας στη νίκη του καλού είναι να προσευχόμαστε για τους εχθρούς μας και όλο τον κόσμο. Δεν το πιστεύουμε μόνο, γνωρίζουμε τη δύναμη της αληθινής προσευχής. Δεν αγνοούμε όμως την προφητεία της αποκαλύψεως, ότι θα επιτραπεί }187} στο κακό να βρει την πλήρη έκφρασή του και έτσι να φέρει ένα τέλος στην ιστορία αυτής της γης. Τότε θα ʽρθει η τελική κρίση, που θα γίνει στα όρια του χρόνου κατά τον οποίο «ο άγγελος ώμοσεν … ότι χρόνος ουκέτι έσται».
Στο μεταξύ εμείς ποτέ δεν πρέπει να πάψουμε να επικαλούμαστε τον Υιό του Θεού να ελεήσει εμάς και τον κόσμο του. }188}
Η προσευχή στο όνομα του Ιησού σιγά-σιγά μας ενώνει μαζί του. Αρχικά είναι δυνατόν να μη γνωρίζουμε «τις εστιν ούτος» και αντιλαμβανόμαστε απλά μια δύναμη να «εξέρχεται απʼ αυτού». Εν συνεχεία }179} όμως η πρόοδος εξαρτάται από μια συνεχώς αυξανόμενη αναγνώριση της αμαρτωλότητάς μας. Και όταν γινόμαστε σε συντριβή τόσο ευαίσθητοι για την απόσταση που μας χωρίζει από το Θεό, πράγμα το οποίο είναι γεμάτο πόνο και απελπισία, τότε και μόνο αρχίζουμε σοβαρά να επικαλούμαστε το όνομα του Θεού, του σωτήρα μας: «Ιησού σώσον με». Η ομόφωνη μαρτυρία των Πατέρων ανά τους αιώνες για το χριστιανικό ασκητισμό επιμένει στο σπουδαιότατο αυτό σημείο της αναγνωρίσεως του εαυτού μας σαν αμαρτωλού.
Χωρίς αυτή την αναγνώριση δεν υπάρχει αλήθεια στην προσευχή μας. }180}
Όσο περισσότερο ταπεινή γνώμη έχουμε για τον εαυτό μας, τόσο γρηγορότερα ανεβαίνει η προσευχή μας στο Θεό.
Όσο το ταχύτερο χάνουμε την ταπεινότητά μας, τόσο γρηγορότερα κάθε ασκητική προσπάθειά μας, μηδενίζεται. Εάν η υπερηφάνεια ενεργεί πάνω μας ή βρίσκουμε τα σφάλματα των άλλων ή ακόμα έχουμε εχθρότητα, τότε ο Κύριος στέκεται μακριά μας.
Πλησιάζουμε το Θεό σαν οι ελεεινότεροι από τους αμαρτωλούς. Κατηγορούμε τον εαυτό μας για όλα τα πράγματα. Δεν σκεφτόμαστε τίποτα. Δεν αναζητούμε τίποτα, παρά συγχώρηση και έλεος. Καταδικάζουμε τον εαυτό μας σαν άξιο της κολάσεως. Και σʼ αυτή την κατάσταση συνεχίζουμε. }181}
Άνθρωποι που προσβλήθηκαν από πολύ σοβαρή ασθένεια, π.χ. καρκίνο, τελειώνουν τη ζωή τους σε οξεία υπερένταση· όμως εκείνοι που αντιλαμβάνονται την παρουσία της αμαρτίας μέσα τους να τους απομακρύνει από το Θεό, μετρούν τη ζωή τους κάτω από ασύγκριτα μεγαλύτερη ένταση. Αυτοί πραγματικά θεωρούν τον εαυτό τους σαν «χείριστον πάντων ανθρώπων». Και τότε μια νέα ενέργεια αποκαλύπτεται μέσα τους, η οποία γεννά προσευχή μετανοίας και η οποία μπορεί νʼ ανυψωθεί σε τέτοιο ύψος εντάσεως, ώστε η διάνοια σταματά και δεν βγαίνουν λέξεις παρά μόνο η μοναδική κραυγή: «Σώσον με, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». }182}
Πολλές φορές όταν λέμε την ευχή του Ιησού, ο νους μας κυριεύεται από κάθε είδους άκαιρες σκέψεις, που αφαιρούν την προσοχή από την καρδιά. … Η προσευχή μας γίνεται σαν να ήταν μια φωτεινή δεσμίδα που συγκεντρώνει τις ακτίνες στα σκοτεινά σημεία της ζωής μας και που μας αποκαλύπτει τα πάθη ή τις επιθυμίες που κατέχουν την ψυχή. Μαθαίνουμε με τί έχουμε να αντιπαλαίψουμε. }183}
Ύστερα από μακροχρόνιο ασκητικό αγώνα στην εφαρμογή των εντολών του Χριστού στην πράξη της προσευχής, ο νους και η καρδιά ενώνονται και ζουν μαζί την αποκάλυψη που δωρήθηκε από το Θεό. Η πρωταρχική αθωότητα και ακεραιότητα του ανθρώπου αποκαθίστανται. Η αγάπη και η γνώση ενώνονται σε μια οντολογική ενώση. Αρχικά βέβαια κυριαρχεί το συναίσθημα της αγάπης. Όσο περνά ο χρόνος η αγάπη διαχέεται διαποτίζει τα πάντα και δεν αισθάνεται κανείς την ανάγκη για περισσότερη γνώση. Η γλυκύτητα της αγάπης φέρνει το νου μέσα στην καρδιά, για να θεωρήσει θαμπωμένος τι συμβαίνει εκεί. … Η πρόοδος επίσης αργεί. Κατά ανάλογο τρόπο όπως το φως της γνώσεως γεμίζει το νου, έτσι κι αυτός με τη σειρά του αιχμαλωτίζεται από την αγάπη προς το Θεό. Η σύνθεση της αγάπης που στερεώνεται στην καρδιά με το φως της νοερής γνώσεως θεωρείται από τους Πατέρες σαν τελειότητα. Αλλά ποτέ δεν πρέπει νʼ αναπαυόμαστε ευχαριστημένοι, δεν πρέπει να λησμονάμε την διαρκή πιθανότητα των πανούργων επιθέσεων του Εωσφόρου, που η διάνοιά του κατέχει κοσμικές διαστάσεις. Μόνο εκείνοι που πλησίασαν την ουράνια φλόγα με φόβο και τρόμο έχουν τη δυνατότητα να γνωρίσουν τα θεία δώρα του Θεού μονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μια ταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τους. }184}
Προσευχή που προσφέρεται με ταπείνωση, ενώνει νου και καρδιά ακόμα και το σώμα αισθάνεται τη θερμότητα και την αγιασμένη ενέργεια που προέρχεται από το όνομα του Ιησού. Ύστερα από ένα χρονικό διάστημα – κι αυτό διαφέρει για καθένα μας – η προσευχή μπορεί να γίνει σε μας μια διαρκής κατάσταση, που μας συνοδεύει σε κάθε απασχόλησή μας. Θα προσευχόμαστε ενώ θα μιλάμε και ενώ θα σιωπούμε. Δεν θα μας εγκαταλείπει κατά τη διάρκεια της εργασίας μας, και πολλοί (ίσως όχι πάρα πολλοί) προσεύχονται και όταν κοιμούνται. Όταν με αυτή την προσευχή η Θεία παρουσία γίνεται τόσο ισχυρή, ώστε ο νους να οδηγείται στην θεωρία, το σύνολο όλων όσων λαβαίνουμε πείρα μας εμπνέει λέξεις συγγενικές προς αυτές της Αγίας Γραφής. …
Αλλά ο αγωνιστής της προσευχής όσο υπάρχει πάνω στη γη διατηρεί την ταπεινότητα στην καρδιά του με την αυτοκαταδίκη του: «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του ζώντος Θεού ελέησόν με».
Υπάρχουν δύο είδη ταπεινώσεως, η ανθρώπινη και η Θεία. Η πρώτη εκφράζεται με την ασκητική πεποίθηση «είμαι ο χείριστος πάντων των ανθρώπων» και βασίζεται στη ρίζα της ζωής που συνοδεύεται με προσευχή στο όνομα του Ιησού. Χωρίς αυτή την ταπείνωση το δεύτερο είδος αυτό του Χριστού και ταιριαστό στο Θεό, θα παραμείνει απλησίαστο. Γιʼ αυτή τη θεία ταπείνωση ο Γέροντας Σιλουανός γράφει: « Ο Κύριος με δίδαξε να διατηρώ το νου μου στην κόλαση και όχι στην απελπισία. Και έτσι η ψυχή μου ταπεινώνεται μόνη της. Αλλά ακόμα αυτή δεν είναι η αληθινή ταπείνωση, την οποία δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψω. Όταν η ψυχή πλησιάζει τον Κύριο, }185} είναι φοβισμένη.
Αλλά όταν βλέπει τον Κύριο την ωραιότητα της δόξας του, γεμίζει με χαρά που δεν εκφράζεται με λόγια και μέσα στην γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος και την αγάπη του Θεού λησμονεί εξ ολοκλήρου τα γήϊνα. Αυτός είναι ο παράδεισος του Κυρίου. Όλοι θα ζουν με αγάπη και η χριστοειδής ταπείνωσή τους θα κάνει κάθε άνθρωπο ευτυχισμένο, βλέποντας τους άλλους σε μεγαλύτερη δόξα. Η ταπεινότητα του Χριστού κατοικεί στους ελάχιστους που ευχαριστούνται να είναι οι ελάχιστοι των ανθρώπων. Ο Κύριος μου έδωσε εμπειρία από αυτό».
Οι Γραφές διακηρύττουν ότι ο Θεός είναι αγάπη. Μπορούμε να πούμε ότι ο Θεός είναι ταπείνωση. }186}
Το θείο Πνεύμα οδηγεί την καρδιά να ευσπλαχνιστεί όλη την κτίση και τότε η προσευχή γίνεται ένα «βασίλειον ιεράτευμα».
Έλαχε στον κλήρο μας να γεννηθούμε στον κόσμο κατά μια τρομακτικά ταραγμένη περίοδο. Δεν είμαστε μόνο παθητικά θεατές, αλλά μέχρι ένα σημείο συμμέτοχοι στον ισχυρό αγώνα ανάμεσα στην πίστη και στην απιστία, ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία, ανάμεσα στο όνειρο της αναπτύξεως του ανθρωπίνου γένους σʼ ένα μοναδικό παγκόσμιο σύνολο και στην τυφλή ροπή προς τη διάλυση σε χιλιάδες αδιάλλακτες εθνικές, φυλετικές, ταξικές, ή πολιτικές ιδεολογίες. Ο Χριστός μας διακήρυξε το θείο μεγαλείο του ανθρώπου, υιού του Θεού και εμείς ακόμα καταπνιγόμαστε από το θέαμα της αξιοπρέπειας του ανθρώπου που σαδιστικά εμπαίζεται και ποδοπατείται.
Η πιο αποτελεσματική συνεισφορά μας στη νίκη του καλού είναι να προσευχόμαστε για τους εχθρούς μας και όλο τον κόσμο. Δεν το πιστεύουμε μόνο, γνωρίζουμε τη δύναμη της αληθινής προσευχής. Δεν αγνοούμε όμως την προφητεία της αποκαλύψεως, ότι θα επιτραπεί }187} στο κακό να βρει την πλήρη έκφρασή του και έτσι να φέρει ένα τέλος στην ιστορία αυτής της γης. Τότε θα ʽρθει η τελική κρίση, που θα γίνει στα όρια του χρόνου κατά τον οποίο «ο άγγελος ώμοσεν … ότι χρόνος ουκέτι έσται».
Στο μεταξύ εμείς ποτέ δεν πρέπει να πάψουμε να επικαλούμαστε τον Υιό του Θεού να ελεήσει εμάς και τον κόσμο του. }188}
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
-
Domna
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 6151
- Εγγραφή: Τετ Μαρ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Γερμανία
- Επικοινωνία:
Απ΄όλα τα πλησιάσματα προς το Θεό το καλύτερο είναι η προσευ
Απ΄όλα τα πλησιάσματα προς το Θεό το καλύτερο είναι η προσευχή
+Γέροντος Σωφρονίου (1896 -11 Ιουλίου 1993)
Το να προσεύχεται κάποιος έτσι κάθε πρωί δεν είναι εύκολο. Αλλά εάν προσευχόμαστε με όλη την καρδιά μας και με μεγάλη προσοχή, η μέρα μας σφραγίζεται με την προσευχή και κάθε γεγονός παίρνει διαφορετικό χαρακτήρα. Η ευλογία που ζητήσαμε από τον ύψιστο Θεό, θα φέρει μιαν αγάπη, ειρήνη στις ψυχές μας, η οποία θα ενεργήσει και θαυμαστά στον τρόπο κατά τον οποίον αντιλαμβανόμαστε και ερμηνεύουμε τον κόσμο. Ο άνθρωπος της προσευχής βλέπει με διαφορετικό φως το περιβάλλον του. Η φροντίδα επιταχύνεται και η πραγματική αξία της ζωής εκτιμάται. Με τον καιρό η προσευχή θα εισέλθει στη φύση μας, μέχρις ότου σιγά-σιγά ένας νέος άνθρωπος γεννηθεί από το Θεό. Η αγάπη για το Θεό που αληθινά στέλνει την ευλογία του σ’ εμάς, ελευθερώνει την ψυχή από εξωτερικές πιέσεις. Αναγκαίο είναι να διατηρήσουμε αυτό το σύνδεσμο αγάπης με το Θεό. Δεν θα νοιαστούμε τί θα σκεφθεί ο κόσμος ή πώς θα μας μεταχειριστεί. Θα παύσουμε να φοβόμαστε ότι θα χάσουμε την εύνοιά του. Θα αγαπάμε τους συνανθρώπους μας χωρίς να αναρωτιόμαστε αν αυτοί μας αγαπούν. Ο Χριστός μας έδωσε την εντολή να αγαπάμε τους άλλους, αλλά η αγάπη των άλλων για μας δεν πρέπει ν’ αποτελεί προϋπόθεση για τη σωτηρία μας. Στην πραγματικότητα μπορεί να μη γίνουμε αρεστοί στους άλλους εξαιτίας της ανεξαρτησίας του πνεύματός μας. Είναι σημαντικό για τις μέρες μας να μπορούμε να μην επηρεαζόμαστε από εκείνους με τους οποίους σχετιζόμαστε, γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε να χάσουμε και πίστη και προσευχή. Ο κόσμος ας μας κρίνει σαν ανάξιους προσοχής, εμπιστοσύνης και σεβασμού. Αυτό δεν παίζει κανένα ρόλο, αν είμαστε αρεστοί στο Κύριο. Και το αντίθετο, δεν θα μας ωφελήσει σε τίποτα, αν δηλαδή όλος ο κόσμος μας εκτιμά και μας επαινεί, αλλά ο Κύριος μας εγκαταλείψει. Αυτό αποτελεί μέρος της ελευθερίας του Χριστού στους λόγους του «Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάν. 8,32). Η μόνη μας φροντίδα πρέπει να είναι να ζούμε την οδό του Κυρίου, να γίνουμε μαθητές του και να πάψουμε να είμαστε υπηρέτες της αμαρτίας. «Πας ο ποιών την αμαρτίαν δούλος έστι της αμαρτίας. Ο δε δούλος ου μένει εν τη οικία εις τον αιώνα. Ο υιός μένει εις τον αιώνα. Εάν ουν ο υιός υμάς ελευθερώση όντως ελεύθεροι έσεσθε» (Ιωάν. 8,34-36). Το αποτέλεσμα της προσευχής είναι να μας καταστήσει υιούς Θεού· ως υιοί θα κατοικήσουμε αιώνια στο σπίτι του πατέρα μας. «Πάτερ υμών ο εν τοις ουρανοίς…».
Η πραγματική προσευχή βέβαια δεν έρχεται αμέσως. Δεν είναι εύκολη υπόθεση να διατηρούμε την έμπνευση ενώ είμαστε περικυκλωμένοι από τα παγωμένα νερά του κόσμου, ο οποίος δεν προσεύχεται. Ο Χριστός έριξε τη θεία φλόγα στη γη, και προσευχόμαστε σ’ αυτόν να φλογίσει τις ψυχές μας να μην υπερνικηθούμε από το κοσμικό ψύχος και να μην επισκιάσει κανένα μαύρο σύννεφο αυτή τη λαμπρή φλόγα.
Απ’ όλα τα πλησιάσματα προς το Θεό το καλύτερο είναι η προσευχή, που σε τελευταία ανάλυση είναι το μόνο μέσον. Στην πράξη της προσευχής η ανθρώπινη διάνοια βρίσκει την ευγενέστερη έκφρασή της. Η πνευματική κατάσταση του επιστήμονα που ερευνά, του καλλιτέχνη που δημιουργεί έργα τέχνης, του διανοητή που φιλοσοφεί, ακόμα και του επαγγελματία θεολόγου που προβάλλει τις θεωρίες του, όλα αυτά δεν μπορούν να συγκριθούν με τα πνευματικά βιώματα ενός άνθρωπου της προσευχής που έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον ζωντανό Θεό. Κάθε άνθρωπος και κάθε είδους πνευματική δραστηριότητα παρουσιάζει λιγότερη δύναμη από την προσευχή. Μπορούμε να εργαστούμε δέκα ή δώδεκα ώρες συνέχεια, αλλά λίγες στιγμές προσευχής είναι εξαντλητικές.
Η προσευχή γεμίζει τα πάντα. Είναι δυνατό όσοι από μας έχουν φυσική έλλειψη χαρίσματος ν’ αποκτήσουν με την προσευχή υπερφυσικά χαρίσματα. Όπου παρατηρούμε μια φυσική έλλειψη γνώσεως, πρέπει να θυμόμαστε καλά ότι η προσευχή, ανεξάρτητα από την φυσική ικανότητα του ανθρώπου, μπορεί να φέρει έναν υψηλότερο τύπο γνώσεως. Είναι η περιοχή της ακτινοβολούσας συναισθήσεως, του ισχυρού επιχειρήματος, όπου η προσευχή είναι η είσοδος στην ταχεία θεωρία της θείας αλήθειας.
Μια ροπή που εκδηλώθηκε μεταξύ των επιστημόνων του παρόντος αιώνος είναι να διακηρύσσουν την τέλεια γνώση του φυσικού κόσμου. «Το σύνολο όλων όσων έχουν γίνει ήδη γνωστά, τονίζει την χωρίς όρια ικανότητα του ανθρωπίνου νου και φανερώνει ότι κάθε φυσικό φαινόμενο είναι δυνατόν να γνωσθεί», δήλωσε Ρώσος επιστήμονας το 1958.
Εμείς οι Χριστιανοί ζητάμε επίσης την τέλεια γνώση του όντος στη βαθύτερη και ευρύτερη έννοια. Ο κόσμος της ύλης δεν προσανατολίζεται ακόμα προς την πληρότητα του όντος. Χωρίς να μειώσουμε τη σπουδαιότητα της πειραματικής επιστήμης, ουσιώδους αναγκαιότητας ίσως στον αγώνα για την ύπαρξη, δεν μπορούμε όμως να δούμε πέρα από τα όριά της. Μια φορά άκουσα την πιο κάτω ιστορία ενός καθηγητή της αστρονομίας που μιλούσε με ενθουσιασμό για τα νεφελώματα σ’ ένα πλανητάριο και τα θεωρούσε σαν θαύματα. Παρατηρώντας έναν απλό ιερέα που συνόδευε μια ομάδα μαθητών τον ρώτησε:
-Τί λένε οι Γραφές σας για το κοσμικό διάστημα και τις μυριάδες των αστέρων;
Αντί να του δώσει αμέσως απάντηση ο ιερέας αντερώτησε:
-Πέστε μου, κύριε καθηγητά, νομίζετε ότι η επιστήμη είναι δυνατόν ν’ ανακαλύψει πιο δυνατά τηλεσκόπια για να δει ακόμα πιο βαθιά στο στερέωμα;
-Βέβαια η πρόοδος είναι δυνατή και η επιστήμη πάντοτε θα παρέχει τα απαραίτητα μέσα για την έρευνα του διαστήματος, απάντησε ο αστρονόμος.
-Υπάρχει τότε η ελπίδα ότι μια μέρα θα έχετε τηλεσκόπια να σας δείξουν όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο, μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια;
-Αυτό είναι αδύνατο, γιατί ο κόσμος είναι απέραντος, απάντησε ο επιστήμονας.
-Ώστε υπάρχει όριο στην επιστήμη;
-Μάλιστα, με αυτή την έννοια ναι.
-Λοιπόν, κύριε καθηγητά, είπε ο ιερέας, εκεί που η επιστήμη σας σταματά, αρχίζει η δική μας, και αυτό είναι εκείνο που λένε οι Γραφές μας.
(Αρχιμ.Σωφρονίου, «Η ζωή Του, ζωή μου»)
http://vatopaidi.wordpress.com/2010/07/ ... more-47021
+Γέροντος Σωφρονίου (1896 -11 Ιουλίου 1993)
Το να προσεύχεται κάποιος έτσι κάθε πρωί δεν είναι εύκολο. Αλλά εάν προσευχόμαστε με όλη την καρδιά μας και με μεγάλη προσοχή, η μέρα μας σφραγίζεται με την προσευχή και κάθε γεγονός παίρνει διαφορετικό χαρακτήρα. Η ευλογία που ζητήσαμε από τον ύψιστο Θεό, θα φέρει μιαν αγάπη, ειρήνη στις ψυχές μας, η οποία θα ενεργήσει και θαυμαστά στον τρόπο κατά τον οποίον αντιλαμβανόμαστε και ερμηνεύουμε τον κόσμο. Ο άνθρωπος της προσευχής βλέπει με διαφορετικό φως το περιβάλλον του. Η φροντίδα επιταχύνεται και η πραγματική αξία της ζωής εκτιμάται. Με τον καιρό η προσευχή θα εισέλθει στη φύση μας, μέχρις ότου σιγά-σιγά ένας νέος άνθρωπος γεννηθεί από το Θεό. Η αγάπη για το Θεό που αληθινά στέλνει την ευλογία του σ’ εμάς, ελευθερώνει την ψυχή από εξωτερικές πιέσεις. Αναγκαίο είναι να διατηρήσουμε αυτό το σύνδεσμο αγάπης με το Θεό. Δεν θα νοιαστούμε τί θα σκεφθεί ο κόσμος ή πώς θα μας μεταχειριστεί. Θα παύσουμε να φοβόμαστε ότι θα χάσουμε την εύνοιά του. Θα αγαπάμε τους συνανθρώπους μας χωρίς να αναρωτιόμαστε αν αυτοί μας αγαπούν. Ο Χριστός μας έδωσε την εντολή να αγαπάμε τους άλλους, αλλά η αγάπη των άλλων για μας δεν πρέπει ν’ αποτελεί προϋπόθεση για τη σωτηρία μας. Στην πραγματικότητα μπορεί να μη γίνουμε αρεστοί στους άλλους εξαιτίας της ανεξαρτησίας του πνεύματός μας. Είναι σημαντικό για τις μέρες μας να μπορούμε να μην επηρεαζόμαστε από εκείνους με τους οποίους σχετιζόμαστε, γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε να χάσουμε και πίστη και προσευχή. Ο κόσμος ας μας κρίνει σαν ανάξιους προσοχής, εμπιστοσύνης και σεβασμού. Αυτό δεν παίζει κανένα ρόλο, αν είμαστε αρεστοί στο Κύριο. Και το αντίθετο, δεν θα μας ωφελήσει σε τίποτα, αν δηλαδή όλος ο κόσμος μας εκτιμά και μας επαινεί, αλλά ο Κύριος μας εγκαταλείψει. Αυτό αποτελεί μέρος της ελευθερίας του Χριστού στους λόγους του «Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάν. 8,32). Η μόνη μας φροντίδα πρέπει να είναι να ζούμε την οδό του Κυρίου, να γίνουμε μαθητές του και να πάψουμε να είμαστε υπηρέτες της αμαρτίας. «Πας ο ποιών την αμαρτίαν δούλος έστι της αμαρτίας. Ο δε δούλος ου μένει εν τη οικία εις τον αιώνα. Ο υιός μένει εις τον αιώνα. Εάν ουν ο υιός υμάς ελευθερώση όντως ελεύθεροι έσεσθε» (Ιωάν. 8,34-36). Το αποτέλεσμα της προσευχής είναι να μας καταστήσει υιούς Θεού· ως υιοί θα κατοικήσουμε αιώνια στο σπίτι του πατέρα μας. «Πάτερ υμών ο εν τοις ουρανοίς…».
Η πραγματική προσευχή βέβαια δεν έρχεται αμέσως. Δεν είναι εύκολη υπόθεση να διατηρούμε την έμπνευση ενώ είμαστε περικυκλωμένοι από τα παγωμένα νερά του κόσμου, ο οποίος δεν προσεύχεται. Ο Χριστός έριξε τη θεία φλόγα στη γη, και προσευχόμαστε σ’ αυτόν να φλογίσει τις ψυχές μας να μην υπερνικηθούμε από το κοσμικό ψύχος και να μην επισκιάσει κανένα μαύρο σύννεφο αυτή τη λαμπρή φλόγα.
Απ’ όλα τα πλησιάσματα προς το Θεό το καλύτερο είναι η προσευχή, που σε τελευταία ανάλυση είναι το μόνο μέσον. Στην πράξη της προσευχής η ανθρώπινη διάνοια βρίσκει την ευγενέστερη έκφρασή της. Η πνευματική κατάσταση του επιστήμονα που ερευνά, του καλλιτέχνη που δημιουργεί έργα τέχνης, του διανοητή που φιλοσοφεί, ακόμα και του επαγγελματία θεολόγου που προβάλλει τις θεωρίες του, όλα αυτά δεν μπορούν να συγκριθούν με τα πνευματικά βιώματα ενός άνθρωπου της προσευχής που έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον ζωντανό Θεό. Κάθε άνθρωπος και κάθε είδους πνευματική δραστηριότητα παρουσιάζει λιγότερη δύναμη από την προσευχή. Μπορούμε να εργαστούμε δέκα ή δώδεκα ώρες συνέχεια, αλλά λίγες στιγμές προσευχής είναι εξαντλητικές.
Η προσευχή γεμίζει τα πάντα. Είναι δυνατό όσοι από μας έχουν φυσική έλλειψη χαρίσματος ν’ αποκτήσουν με την προσευχή υπερφυσικά χαρίσματα. Όπου παρατηρούμε μια φυσική έλλειψη γνώσεως, πρέπει να θυμόμαστε καλά ότι η προσευχή, ανεξάρτητα από την φυσική ικανότητα του ανθρώπου, μπορεί να φέρει έναν υψηλότερο τύπο γνώσεως. Είναι η περιοχή της ακτινοβολούσας συναισθήσεως, του ισχυρού επιχειρήματος, όπου η προσευχή είναι η είσοδος στην ταχεία θεωρία της θείας αλήθειας.
Μια ροπή που εκδηλώθηκε μεταξύ των επιστημόνων του παρόντος αιώνος είναι να διακηρύσσουν την τέλεια γνώση του φυσικού κόσμου. «Το σύνολο όλων όσων έχουν γίνει ήδη γνωστά, τονίζει την χωρίς όρια ικανότητα του ανθρωπίνου νου και φανερώνει ότι κάθε φυσικό φαινόμενο είναι δυνατόν να γνωσθεί», δήλωσε Ρώσος επιστήμονας το 1958.
Εμείς οι Χριστιανοί ζητάμε επίσης την τέλεια γνώση του όντος στη βαθύτερη και ευρύτερη έννοια. Ο κόσμος της ύλης δεν προσανατολίζεται ακόμα προς την πληρότητα του όντος. Χωρίς να μειώσουμε τη σπουδαιότητα της πειραματικής επιστήμης, ουσιώδους αναγκαιότητας ίσως στον αγώνα για την ύπαρξη, δεν μπορούμε όμως να δούμε πέρα από τα όριά της. Μια φορά άκουσα την πιο κάτω ιστορία ενός καθηγητή της αστρονομίας που μιλούσε με ενθουσιασμό για τα νεφελώματα σ’ ένα πλανητάριο και τα θεωρούσε σαν θαύματα. Παρατηρώντας έναν απλό ιερέα που συνόδευε μια ομάδα μαθητών τον ρώτησε:
-Τί λένε οι Γραφές σας για το κοσμικό διάστημα και τις μυριάδες των αστέρων;
Αντί να του δώσει αμέσως απάντηση ο ιερέας αντερώτησε:
-Πέστε μου, κύριε καθηγητά, νομίζετε ότι η επιστήμη είναι δυνατόν ν’ ανακαλύψει πιο δυνατά τηλεσκόπια για να δει ακόμα πιο βαθιά στο στερέωμα;
-Βέβαια η πρόοδος είναι δυνατή και η επιστήμη πάντοτε θα παρέχει τα απαραίτητα μέσα για την έρευνα του διαστήματος, απάντησε ο αστρονόμος.
-Υπάρχει τότε η ελπίδα ότι μια μέρα θα έχετε τηλεσκόπια να σας δείξουν όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο, μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια;
-Αυτό είναι αδύνατο, γιατί ο κόσμος είναι απέραντος, απάντησε ο επιστήμονας.
-Ώστε υπάρχει όριο στην επιστήμη;
-Μάλιστα, με αυτή την έννοια ναι.
-Λοιπόν, κύριε καθηγητά, είπε ο ιερέας, εκεί που η επιστήμη σας σταματά, αρχίζει η δική μας, και αυτό είναι εκείνο που λένε οι Γραφές μας.
(Αρχιμ.Σωφρονίου, «Η ζωή Του, ζωή μου»)
http://vatopaidi.wordpress.com/2010/07/ ... more-47021
Ο αληθινός χριστιανός έχει τρία γνωρίσματα:
1. Διαβάζει τον Λόγο του Θεού (Αγία Γραφή).
2. Τον εφαρμόζει στη ζωή του.
3. Φροντίζει να τον διαδίδει για να σώζονται και οι άλλοι και να γίνονται κοινωνοί του θαύματος που έζησε.
1. Διαβάζει τον Λόγο του Θεού (Αγία Γραφή).
2. Τον εφαρμόζει στη ζωή του.
3. Φροντίζει να τον διαδίδει για να σώζονται και οι άλλοι και να γίνονται κοινωνοί του θαύματος που έζησε.
